Εισαγωγή
Είχε εν τέλει γίνει έξις του Αδόλφου Χίτλερ, ειδικά μετά την αναπάντεχη και μεγάλη νίκη του σε βάρος της Γαλλίας στις αρχές καλοκαιριού του 1940, να θέτει μαξιμαλιστικούς στόχους στις πολεμικές επιχειρήσεις. Παρά τις όποιες αντιρρήσεις ή ενστάσεις που μπορεί να είχε το Επιτελείο της Βέρμαχτ, τα στελέχη του ουδέποτε αμφισβητούσαν ανοιχτά τους στόχους του Φύρερ. Απλώς προσάρμοζαν κάθε φορά την κριτική τους στον τρόπο, με τον οποίο επρόκειτο να επιτευχθούν αυτοί οι στόχοι, στοιχιζόμενοι ουσιαστικά πίσω από τα οράματα του ηγέτη τους.
Έτσι, όταν το καλοκαίρι του 1942 τα γερμανικά στρατεύματα έφτασαν έξω από το Στάλινγκραντ, ο Χίτλερ αποφάσισε να μη συγκεντρώσει εκεί όλες του τις δυνάμεις προκειμένου να εισβάλει στην πόλη. Διέταξε ένα από αυτές να καταλάβει την πόλη, το δε υπόλοιπο να στραφεί νότια προς τον Καύκασο, στοχεύοντας σε ταυτόχρονη κατάληψη των περασμάτων του Βόλγα και των πετρελαιοπηγών του Μπακού. Η κίνηση αυτή όμως αποδυνάμωσε τις θέσεις των Γερμανών σε αμφότερα τα μέτωπα οδηγώντας τις επιχειρήσεις σε αδιέξοδο. Έτσι, όταν ο Κόκκινος Στρατός πέρασε στην αντεπίθεση στο μέτωπο του Στάλινγκραντ (Επιχείρηση Ουρανός), η γερμανική άμυνα κατέρρευσε.1 Η 6η Γερμανική Στρατιά και η 3η Ρουμανική περικυκλώθηκαν και παρά τις απεγνωσμένες προσπάθειες του στρατηγού Έριχ φον Μάνσταϊν με στόχο τον απεγκλωβισμό τους, στις 2 Φεβρουαρίου 1943 ο στρατηγός Φρήντριχ Πάουλους παρέδωσε τα απομεινάρια των δυνάμεών του στους Σοβιετικούς.2

Με πρόδηλη την κατάρρευση των Γερμανών στη Νοτιοδυτική Ρωσία, η Σοβιετική Ανώτατη Διοίκηση (СТАВКА) αποφάσισε να εκμεταλλευτεί τη συγκυρία. Στις 29 Ιανουαρίου 1943 διέταξε τις δυνάμεις του Νοτιοδυτικού Μετώπου, υπό τον στρατηγό Νικολάι Βατούτιν, να εκδιώξουν εκείνες του Άξονα και πέρα από την Ανατολική Ουκρανία. Την ίδια στιγμή, οι δυνάμεις του μετώπου Βορονέζ υπό τον στρατηγό Φίλιπ Γκολίκωφ, έλαβαν εντολή να προχωρήσουν στην κατάληψη του Κουρσκ, του Χαρκόβου και να προελάσουν έως τον Δνείπερο.3
Οι Σοβιετικοί επιχείρησαν να εκμεταλλευθούν την αδυναμία των Γερμανών να ανασυγκροτηθούν και να σχηματίσουν γραμμές αμύνης στη συγκεκριμένη χρονική συγκυρία. Στόχος τους ήταν να απωθήσουν τον αντίπαλο και πέρα από τον Δνείπερο με απανωτές και αλληλεπικαλυπτόμενες επιχειρήσεις, με επιθέσεις και αντεπιθέσεις σε μεγάλη κλίμακα ταυτόχρονα σε πολλά μέτωπα, δίχως εκείνος να καταφέρει να αντιδράσει προβάλλοντας σθεναρή αντίσταση.
Στις 9 Φεβρουαρίου 1943, μία μόλις εβδομάδα έπειτα από την παράδοση του Πάουλους, οι Σοβιετικοί κατέλαβαν το Κουρσκ και πέντε ημέρες αργότερα βρίσκονταν έξω από το Χάρκοβο. Οι γερμανικές δυνάμεις μέσα στην πόλη αντιμετώπιζαν πλέον σοβαρό κίνδυνο να περικυκλωθούν και να εξολοθρευτούν. Οι επικεφαλής διοικητές πρότειναν την εκκένωση της πόλης, ο Χίτλερ όμως αρνήθηκε. Κατόπιν τούτου, έπειτα από σκληρές οδομαχίες, οι Σοβιετικοί κατέλαβαν το Χάρκοβο μεταξύ 15 και 16 Φεβρουαρίου.4 Αυτή η βαθιά προώθηση των τελευταίων μέχρι και τον Δνείπερο ποταμό έπληξε καίρια τη συνοχή των γερμανικών γραμμών και απειλούσε θανάσιμα την ίδια την υπόσταση του μετώπου. Ωστόσο, αν και επιτυχημένη, η ταχύτατη σοβιετική προέλαση εξουθένωσε τις δυνάμεις του Κόκκινου Στρατού, οι οποίες πλέον ήταν επικίνδυνα εκτεθειμένες έναντι μιας γερμανικής αντεπίθεσης.
Η τρίτη μάχη του Χαρκόβου (19 Φεβρουαρίου-15 Μαρτίου 1943)5
Στις 12 Φεβρουαρίου 1943, ο στρατηγός Μάνσταϊν ζήτησε από τη διοίκηση της Βέρμαχτ την άδεια να αποσπάσει κάποιες μεραρχίες από την Ομάδα Στρατιών Κέντρου και την Ομάδα Στρατιών Βορρά, καθότι ο Κόκκινος Στρατός ήταν πλέον σε θέση να καταλάβει τα περάσματα του Δνείπερου και να περικυκλώσει τις γερμανικές δυνάμεις.6 Ο στόχος του Μάνσταϊν ήταν διπλός: 1) να εξασφαλίσει δυνάμεις που θα του επέτρεπαν να ανασυγκροτήσει το μέτωπο στην Ανατολική Ουκρανία και 2) γνωρίζοντας ότι η σοβιετική προέλαση είχε φθάσει στα όριά της, να επιχειρήσει αντεπίθεση με στόχο την ανακατάληψη του Χαρκόβου, το οποίο αποτελούσε σημαντικό σιδηροδρομικό κόμβο. Έτσι, στις 12 Φεβρουαρίου, έστησε το επιτελείο μιας νέας Ομάδας Στρατιών στη Ζαπορίζια. Ο νέος σχηματισμός ονομάστηκε Ομάδα Στρατιών Νότου,7 και αποτελούνταν από τις δυνάμεις της Ομάδας Στρατιών Ντόν και της Ομάδας Στρατιών Β.
Στις 17 Φεβρουαρίου 1943, ο Χίτλερ μετέβη στη Ζαπορίζια, όπου συμμετείχε σε σύσκεψη υπό τον Έριχ φον Μάνσταϊν, από τον οποίο και ζήτησε να αντεπιτεθεί και να ανακαταλάβει το Χάρκοβο. Ο Μάνσταϊν, προσπάθησε να πείσει τον Φύρερ πως μια κατά μέτωπον επίθεση κατά της πόλης θα απέβαινε άκαρπη, όποτε θεωρούσε προτιμότερο να επιτεθεί από νοτιοανατολικά και βόρεια στα εκτεθειμένα πλευρά των Σοβιετικών και κατόπιν να στραφεί προς την πόλη. Σε διαφορετική περίπτωση υπήρχε κίνδυνος οι γερμανικές δυνάμεις να καθηλωθούν και να περικυκλωθούν. Υπό το βάρος των εξελίξεων, στις 19 Φεβρουαρίου ο Χίτλερ ενέδωσε στην ελεύθερη επιχειρησιακή δράση και αναχώρησε εσπευσμένα, τη στιγμή που οι Σοβιετικοί απείχαν μόλις 30 χιλιόμετρα από το αεροδρόμιο!8 Τότε, ο Μάνσταϊν εξαπέλυσε την αντεπίθεση προς το Χάρκοβο, το οποίο κατέλαβε στις 16 Μαρτίου έπειτα από σκληρές οδομαχίες.
Όμως, ενισχύσεις του Κόκκινου Στρατού στο Κεντρικό Μέτωπο ανέκοψαν κάθε περαιτέρω γερμανική προέλαση. Άλλωστε οι εξελίξεις θα περνούσαν εκ των πραγμάτων σε μια φάση στασιμότητας, λόγω της ρασπούτιτσα.9 10 Η κατάσταση αυτή ουσιαστικά προσέφερε την ευκαιρία και στις δύο αντιμαχόμενες πλευρές να εμπεδώσουν το έδαφος που είχαν καταλάβει και να ενισχύσουν τις θέσεις τους.11

Ο σχηματισμός της προεξοχής πέριξ του Κουρσκ
Με την αντεπίθεση του στρατηγού Μάνσταϊν στο Χάρκοβο, καθώς και την ανάσχεση της σοβιετικής επίθεσης στο Όρελ, οι δυνάμεις του Κόκκινου Στρατού βρέθηκαν να κατέχουν μια σημαντική προκεχωρημένη θέση με επίκεντρο την πόλη Κουρσκ, ιδανική για μια επιθετική κίνηση τύπου ʹʹτανάλιαςʹʹ εκ μέρους της Βέρμαχτ. Ωστόσο, η κατάσταση των γερμανικών δυνάμεων κάθε άλλο παρά ιδανική μπορούσε να χαρακτηριστεί. Εξαντλημένες, με περιορισμένο εξοπλισμό και ελάχιστες εφεδρείες, κάθε άλλο παρά ήταν σε θέση να προβούν σε ανάληψη επιθετικής πρωτοβουλίας. Κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με πραγματική αυτοκτονία. Παραταύτα, ο Χίτλερ, διακατεχόμενος από τη γνωστή παροξυσμική μεγαλομανία, διέταξε την κατάρτιση σχεδίων επίθεσης κατά του Κουρσκ.12
Κίνητρο γι’ αυτή την επιχείρηση δεν αποτελούσε μόνο η εμμονή του Χίτλερ για ανάληψη επιθετικών ενεργειών, αλλά και η αγωνιώδης αναζήτηση για μια νέα μεγάλη νίκη, η οποία θα επανεπιβεβαίωνε την ισχύ και το γόητρο του γερμανικού στρατού. Η υποχώρηση στα μέτωπα της Βορείου Αφρικής, κυρίως όμως η πανωλεθρία στο Στάλινγκραντ, είχαν αυξήσει τη δυσαρέσκεια στους κόλπους των υπόλοιπων συμμάχων – κυρίως της Ρουμανίας και της Ουγγαρίας. Η μεγάλη ήττα που υπέστησαν και τα δικά τους στρατεύματα σε συνδυασμό με τις συνακόλουθες απώλειες, είχε εγείρει σκέψεις ακόμη και για απόσυρση από τον πόλεμο. Υπό το κράτος αυτών των συνθηκών, στις 13 Μαρτίου 1943 ο Χίτλερ υπέγραψε το Επιχειρησιακό Διάταγμα αριθ. 5, με το οποίο έδινε την έγκρισή του για ένα σύνολο επιθετικών ενεργειών, μεταξύ των οποίων και εκείνης σε βάρος του Κουρσκ.13 14 15
Η προπαρασκευή της σύγκρουσης
Ο Καγκελάριος του Γ΄ Ράιχ ήταν πεπεισμένος πως πολλά από τα προβλήματα που είχε αντιμετωπίσει τόσο κατά την μάχη του Στάλινγκραντ, όσο και μετά από αυτήν, είχαν παρέλθει. Σύμφωνα με την αντίληψή του, η Βέρμαχτ είχε πλέον στην διάθεσή της νέο, καλύτερο εξοπλισμό και ισχυρότερα άρματα μάχης.
Τα νέα αυτά όπλα αποτελούσαν τον καταλύτη της επίθεσης. Αν διέθετε ικανή ποσότητα, τότε η νίκη ήταν σχεδόν βεβαία. Προς επίρρωση των λεγομένων του, επέμενε στις συσκέψεις που είχε με το επιτελείο του πως από τα εργοστάσια παραγωγής προέκυπταν ολοένα και περισσότερα άρματα μάχης, αυτοπροωθούμενα πυροβόλα και πολυβόλα, που αποτελούσαν κρίσιμη συνιστώσα για την εν γένει τακτική διεξαγωγής της γερμανικής επίθεσης. Αν και οι στρατηγοί και τα υπόλοιπα μέλη του επιτελείου προσπαθούσαν να θέσουν υπό αίρεση τις σκέψεις αυτές, ο Χίτλερ παρέμενε ακλόνητος γύρω από το επιχείρημά του. Παραγνώριζε, σχεδόν εθελοτυφλώντας, ότι οι ρυθμοί παραγωγής της γερμανικής βιομηχανίας όσον αφορούσε τα συγκεκριμένα όπλα, κατά κανένα τρόπο δεν μπορούσαν να αντιπαραβληθούν με εκείνους των Σοβιετικών, διασφαλίζοντας την απαραίτητη υπεροπλία.16 17

Άλλωστε, οι Σοβιετικοί είχαν εδώ και καιρό προετοιμαστεί για έναν μεγάλης έκτασης και μακράς διαρκείας πόλεμο και μάλιστα επί του εθνικού τους εδάφους. Για τον λόγο αυτό, από τη δεκαετία του 1930, είχαν αρχίσει να μετεγκαθιστούν ολόκληρες βιομηχανικές μονάδες πίσω από τα Ουράλια Όρη, με αποτέλεσμα ζωτικές βιομηχανίες της χώρας να παραμένουν στο απυρόβλητο και να αυξάνουν πυρετωδώς την παραγωγή τους, εφοδιάζοντας ακατάπαυστα τον Κόκκινο Στρατό. Έτσι, αν και η ΕΣΣΔ κατήγαγε έναν καταστροφικό πόλεμο εντός της επικρατείας της, κατάφερε να διατηρήσει και να επαυξήσει τους προπολεμικούς ρυθμούς παραγωγής της, και εν τέλει να υπερκεράσει ακόμα και αυτούς της Γερμανίας.18
Ο σχεδιασμός της Επιχείρησης Zitadelle19
Στις 15 Απριλίου, ο Χίτλερ εξέδωσε το Επιχειρησιακό Διάταγμα αριθ. 6, το οποίο αφορούσε την επιθετική επιχείρηση εναντίον του Κούρσκ, με την κωδική ονομασία Zitadelle (“Οχυρό”), προγραμματισμένη να εκδηλωθεί στις 3 Μαΐου. Κρίσιμη παράμετρος για την επιτυχία της επίθεσης θεωρήθηκε το γεγονός η τελευταία να διεξαχθεί προτού προλάβουν οι Σοβιετικοί να οργανώσουν και να κατασκευάσουν ισχυρά οχυρωματικά έργα.20 21Το σχέδιο της επιχείρησης περιλάμβανε την ταυτόχρονη καταφορά διπλού πλήγματος στην προεξοχή του Κουρσκ από Βορρά και Νότο, με συντονισμένη δράση από την Ομάδα Στρατιών Κέντρου με αφετηρία το Όρελ, και την Ομάδα Στρατιών Νότου με αφετηρία το Χάρκοβο.22

Στις 27 Απριλίου, ο Χίτλερ συναντήθηκε με τον διοικητή της 9ης Στρατιάς Βάλτερ Μόντελ, ο οποίος επέμενε να εκφράζει τις ενστάσεις του για την επιχείρηση, καθότι είχε λάβει γνώση, κυρίως μέσω αναγνωριστικών πτήσεων της Luftwaffe, για ισχυρές αμυντικές θέσεις που κατασκεύαζε ήδη ο Κόκκινος Στρατός. Ο Μόντελ πρότεινε τη ριζική επανεξέταση του σχεδίου μάχης όπως και του χρονικού πλαισίου της επίθεσης. Υποστήριξε πως όσο περισσότερο καθυστερούσε η επίθεση, τόσο περισσότερο ισχυροποιούνταν οι Σοβιετικές άμυνες και κατά συνέπεια τόσο πιο πολύ απομακρυνόταν η προοπτική της επιτυχίας. Κατά συνέπεια, πρότεινε την εγκατάλειψη του σχεδίου Zitadelle, και την προετοιμασία των γερμανικών δυνάμεων για άμυνα.23 24 Θέσεις, οι οποίες εύρισκαν πλέον σύμφωνο και τον Μάνσταϊν.
Στις αρχές Μαΐου ο Χίτλερ συγκάλεσε σύσκεψη της Ανώτατης Στρατιωτικής Διοίκησης (Oberkommando des Heeres – ΟΚΗ) με αντικείμενο τις προοπτικές στο Ανατολικό Μέτωπο. Σε ό,τι αφορά τις εξελίξεις στα νότια του Μετώπου, επέμεινε στη γενική του άποψη περί διεξαγωγής της επίθεσης στον ευρύτερο τομέα του Κουρσκ. Οι στρατηγοί του όμως δεν διέκειντο θετικά απέναντι σε αυτό στο ενδεχόμενο, καθώς εξέφρασαν ενστάσεις τόσο για τους διαθέσιμους στρατιωτικούς πόρους, όσο και για το γεγονός της αναβολής της επίθεσης. Η συνάντηση τελικά έληξε χωρίς να ληφθεί κάποια ξεκάθαρη απόφαση, πέραν της αναβολής της ημερομηνίας έναρξης της επιχείρησης.25 Οι αναβολές αυτές οφείλονταν στην καθυστέρηση της μεταφοράς των εφεδρειών και των εφοδίων από τη γερμανοκρατούμενη Ευρώπη στο Ανατολικό Μέτωπο. Πέρα των όσων είχε ο Χίτλερ κατά νου, η πολεμική βιομηχανία αδυνατούσε να ανταποκριθεί στα μεγέθη που εκείνος ζητούσε. Παράλληλα, το ανεπαρκές δίκτυο μεταφορών και η δράση των παρτιζάνων δυσχέραναν την προώθηση στην πρώτη γραμμή του μετώπου.26
Ο Γενικός Επιθεωρητής των Τεθωρακισμένων Δυνάμεων, Χάιντς Γουντέριαν, αντιτάχθηκε στην ιδέα ανάληψης οποιασδήποτε επιθετικής ενέργειας κατά του Κόκκινου Στρατού στο ύψος του Κουρσκ, αλλά και γενικότερα σε οποιοδήποτε άλλο μέτωπο. Χαρακτήρισε ουσιαστικά άτοπη και άχρηστη κάθε είδους πρωτοβουλία εκ μέρους της Βέρμαχτ. Δίχως να εστιάζει μόνο σε ένα μέτωπο, αλλά διαθέτοντας μια γενικότερη εικόνα του πολέμου και του συνόλου των διεξαγομένων επιχειρήσεων στον νου του, θεωρούσε πως ο γερμανικός στρατός δεν έπρεπε να αναλωθεί εκτιθέμενος επικίνδυνα σε επιθετικές ενέργειες. Αντιλαμβανόμενος τη σημασία των εξελίξεων στην Αφρική, διέβλεπε την πιθανότητα διάνοιξης ενός νέου μετώπου στη Νότια Γαλλία ή στην Ιταλία. Κατά συνέπεια, δεν ήταν διατεθειμένος να συνηγορήσει υπέρ μιας επιλογής, η οποία θα δέσμευε εξ ορισμού το επιτελείο της Βέρμαχτ στο να αποσπάσει περαιτέρω δυνάμεις από τις συγκεκριμένες εκείνες περιοχές.
Εξέφρασε ελεύθερα τη γνώμη του και στον Φύρερ στις 10 Μαΐου, εισηγούμενος την τήρηση αμυντικής στάσης σε ολόκληρο το Ανατολικό Μέτωπο. Παράλληλα, ισχυρίστηκε πως τα νεοπαραχθέντα Πάντσερ και Τάιγκερ θα ήταν φρονιμότερο να μην αποσταλούν εκεί, σε μια συμπλοκή κατατριβής με επικίνδυνα αμφίβολο αποτέλεσμα, αλλά να παραμείνουν στη Δυτική Ευρώπη, προκειμένου να αντιμετωπίσουν την αναμενόμενη εισβολή.27 Ήταν ιδιαίτερα ανήσυχος λόγω της αδυναμίας κάλυψης των ενδεχόμενων απωλειών τόσο σε ανθρώπινο δυναμικό, όσο και σε πολεμικό υλικό τη στιγμή μάλιστα, κατά την οποία οι Σύμμαχοι έμοιαζαν να διαθέτουν αστείρευτο πολεμικό υλικό και απεριόριστες εφεδρείες.28 29
Χαρακτηριστικά δήλωσε στον Χίτλερ τα εξής:
“Είναι πραγματικά απαραίτητο να επιτεθούμε στο Κουρσκ, και ουσιαστικά στα ανατολικά γενικότερα φέτος; Νομίζετε ότι κανείς έστω γνωρίζει πού βρίσκεται το Κουρσκ; Ο κόσμος όλόκληρος δεν νοιάζεται αν θα καταλάβουμε το Κούρσκ ή όχι. Ποιος είναι ο λόγος που μας αναγκάζει να επιτεθούμε φέτος στο Κουρσκ ή γενικά στο Ανατολικό Μέτωπο;’’
Στα λόγια αυτά ο Χίτλερ απάντησε:
“Ξέρω. Η σκέψη και μόνο αυτού του πράγματος μού ανακετεύει το στομάχι”.
Και ο στρατηγός σημείωσε συμπερασματικά:
“Σε αυτή την περίπτωση η αντίδρασή σας στο πρόβλημα είναι σωστή”.30

Παρά τις παραινέσεις του Γκουντέριαν, ο Χίτλερ ενέμεινε στην άποψή του ορίζοντας ως ημερομηνία εκδήλωσης της επίθεσης τις πρώτες μέρες του Ιουλίου. Τελικά, την 1η Ιουλίου κοινοποιήθηκε το τελικό σχέδιο μάχης και η ημερομηνία έναρξης ορίστηκε για τις 5 του μηνός.31
Μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα της αναμονής, οι Γερμανοί είχαν συγκεντρώσει στην επίμαχη περιοχή περί τους 780.000 άνδρες, 3.000 τεθωρακισμένα και λοιπά άρματα μάχης, 10.000 πυροβόλα, κανόνια και όλμους, έχοντας επίσης διαθέσιμα περί τα 2.000 αεροσκάφη.32 33 34
Η προετοιμασία της άμυνας από τους Σοβιετικούς35
Όπως είχε σχηματιστεί το μέτωπο με την προεξοχή γύρω από το Κουρσκ, ήταν εύλογο για τους Σοβιετικούς να μαντέψουν την πιθανότητα μιας επικείμενης γερμανικής επίθεσης στον τομέα αυτόν. Σύντομα οι υποψίες τους επιβεβαιώθηκαν από τη μυστική αντιναζιστική οργάνωση Lucy της Ελβετίας, καθώς και από τις βρετανικές μυστικές υπηρεσίες, οι οποίες είχαν καταφέρει να σπάσουν τους κρυπτογραφημένους κώδικες του συστήματος Enigma. Ως πληροφοριοδότης αναφερόταν κάποιος ‘’Werther’’, για τον οποίον δεν υπάρχουν πρόσθετες πληροφορίες, αλλά πιθανολογείται πως ανήκε στους κόλπους της Ανώτατης Γερμανικής Στρατιωτικής Διοίκησης. Είναι αυτός που έστελνε τις πληροφορίες στον Ρούντοφ Ροίσλερ, τον οργανωτή του κατασκοπευτικού δικτύου στην Ελβετία. Κατά συνέπεια, ήδη από τα τέλη Μαρτίου, οι Σοβιετικοί ήταν ενήμεροι για τις συζητήσεις του γερμανικού επιτελείου γύρω από την επικείμενη επίθεση στο Κουρσκ, ακόμη και για τα διαμορφούμενα σχέδια μάχης.
Οι επιτελείς του Κόκκινου Στρατού προχώρησαν σχεδόν αμέσως στην κατάρτιση σχεδίων αμύνης και στην κατασκευή οχυρωματικών έργων. Στα μέσα Απριλίου, ο Γκεόργκι Ζούκωφ ανέπτυξε ενώπιον της Σοβιετικής Ανώτατης Διοίκησης το σχέδιο μάχης. Ο στρατηγός πρότεινε να αφεθεί στους Γερμανούς η πρωτοβουλία των κινήσεων, ο δε Κόκκινος Στρατός να οργανώσει ισχυρές γραμμές αμύνης, οι οποίες θα τού επέτρεπαν ουσιαστικά να προχωρήσει σε μια σφοδρή γενική αντεπίθεση.
Δύο ήταν τα μέτωπα, προορισμένα εκ των πραγμάτων να αναλάβουν την κυρίως υπεράσπιση του Κουρσκ. Τη μεν νότια πλευρά είχε υπό την δικαιοδοσία του το Μέτωπο Βορονέζ, του στρατηγού Βατούτιν, την δε βόρεια πλευρά το Κεντρικό Μέτωπο του στρατηγού Ροκοσόβσκυ. Σε εφεδρεία βρισκόταν ένα ολόκληρο Μέτωπο, αυτό της Στέπας, του στρατηγού Κόνιεφ. ‘Ήταν προφανές πως ο Ζούκωφ και η Ανώτατη Διοίκηση είχαν επιλέξει να αξιοποιήσουν στο έπακρο το μεγάλο πλεονέκτημα που διέθεταν σε ανθρώπινο δυναμικό και πολεμικό υλικό, όπως και κάθε δυνατότητα που τους παρείχετο, έτσι ώστε να μην υπάρξει κανένα ενδεχόμενο κατάρρευσης των σοβιετικών γραμμών. Επιστράτευσαν τον ντόπιο πληθυσμό για την κατασκευή των οχυρωματικών έργων αλλά και για τη στελέχωση των μονάδων της περιοχής.
Η άμυνα των Σοβιετικών συνίστατο από ένα σύνολο πολλαπλών, εξαιρετικά ισχυρών και αλληλεπικαλυπτόμενων οχυρωματικών έργων. Τα τελευταία αποτελούνταν από τρεις γραμμές αμύνης, με χαρακώματα, αντιαρματικές τάφρους, ναρκοπέδια και αντιαρματικούς πύργους. Γύρω από το Κούρσκ, οι στρατιώτες του Κεντρικού Μετώπου και του Μετώπου Βορονέζ έσκαψαν επτά επάλληλες σειρές χαρακωμάτων, τα οποία, σε ευθεία γραμμή έφθαναν τα 9.000 χιλιόμετρα.36 Επιπλέον, σκάφθηκαν περίπου 500 χιλιόμετρα αντιαρματικών τάφρων, στήθηκαν περί τις 700 γέφυρες και διανοίχθηκαν 2.000 δρόμοι.
Οι Σοβιετικοί τοποθέτησαν επίσης 450.000 νάρκες για το πεζικό και άλλες 500.000 αντίστοιχες αντιαρματικές (η αναλογία ήταν 1.700 νάρκες πεζικού και 1.500 αντιαρματικές ανά χιλιόμετρο).37 Οι νάρκες ήταν ως επί το πλείστον τοποθετημένες στην πρώτη γραμμή αμύνης.38 Για τις δύο επόμενες γραμμές, το σχέδιο προέβλεπε να τοποθετούνται από το μηχανικό διαρκούσης της γερμανικής επίθεσης και ανάλογα με την τροπή των πραγμάτων.

Ένα από τα πιο σημαντικά αμυντικά έργα του Κόκκινου Στρατού απέναντι στα γερμανικά τεθωρακισμένα ήταν οι αντιαρματικοί πύργοι. Οι Σοβιετικοί είχαν στήσει πολλούς τέτοιους πύργους εντός των οχυρωματικών έργων. Βρίσκονταν σε απόσταση 600 με 800 μέτρων ο ένας από τον άλλον και αποτελούνταν από 20 αντιαρματικά πυροβόλα και πολλά περισσότερα αντιαρματικά ρουκετοβόλα. Οι Σοβιετικοί γνώριζαν εκ των προτέρων τη διάταξη επίθεσης των γερμανικών τεθωρακισμένων. Αυτά, κατά την έφοδό τους σχημάτιζαν ένα ‘’Λ’’ στην κορυφή του οποίου βρίσκονταν τα ισχυρά Τάιγκερ. Όταν λοιπόν κατάφερναν να διαλύσουν ένα πόστο αντιαρματικών όπλων, περνούσαν από το ρήγμα που δημιουργούνταν και απλώνονταν πίσω από τις εχθρικές γραμμές. Για να αντιμετωπίσουν αυτό το ενδεχόμενο, οι Σοβιετικοί έστησαν σε αλλεπάλληλες γραμμές αλληλεπικαλυπτόμενους αντιαρματικούς πύργους. Αυτομάτως, το πλεονέκτημα της γερμανικής επίθεση μεταλλασσόταν σε μειονέκτημα, καθώς στο ποσοστό που τα τεθωρακισμένα της Βέρμαχτ επιχειρούσαν να διασχίσουν το διαμορφωμένο κενό, θα βρίσκονταν εκτεθειμένα σε διασταυρώμενα, πλέον, εχθρικά πυρά.39
Τόσο για την άμυνα του τομέα του Κουρσκ, όσο και για τις υποστηρικτικές επιχειρήσεις του μετώπου, οι Σοβιετικοί παρέταξαν 2.000.000 άνδρες, 6.000 τεθωρακισμένα οχήματα και άρματα μάχης, 30.000 πυροβόλα, κανόνια και όλμους, καθώς επίσης και 3.500 αεροσκάφη.40 41 42 43 44 45
Η έναρξη της μάχης46
Στις αρχές Ιουλίου 1943, οι δύο αντίπαλοι ήταν έτοιμοι για την αναμέτρηση. Στον νότιο τομέα του μετώπου οι Γερμανοί είχαν παρατάξει την Ομάδα Στρατιών Νότου, αποτελούμενη από 447.000 άνδρες και 1.500 άρματα μάχης. Απέναντί τους ήταν τοποθετημένες οι δυνάμεις του Μετώπου Βορονέζ, που απαρτίζονταν από 630.000 μαχητές και 1.700 άρματα μάχης. Ο στρατηγός Βατούτιν, που ηγείτο της άμυνας του εν λόγω τομέα, είχε να καλύψει ένα πολύ εκτεταμένο μέτωπο στην ουκρανική στέπα, γεγονός που προσέφερε στους Γερμανούς τη δυνατότητα να αναπτύξουν καλύτερα τους σχηματισμούς τους και να επιχειρήσουν ανετότερους ελιγμούς με τα τεθωρακισμένα τους. Στον βόρειο τομέα, από την Ομάδα Στρατιών Κέντρου, ο στρατηγός φον Κλούγκε παρέτασσε 330.000 άνδρες και 1.000 άρματα μάχης, απέναντι στους 712.000 άνδρες και τα 1.800 άρματα μάχης του στρατηγού Ροκοσόβσκυ. Η μορφολογία του εδάφους είχε κατά κάποιον τρόπο προκαθορίσει τις εξελίξεις στον τομέα αυτόν, καθώς απέναντι από τις σοβιετικές γραμμές αμύνης υπήρχε ένα και μοναδικό πέρασμα μέσα από το μεγάλο δάσος, όπου οι Γερμανοί θα μπορούσαν να αναπτύξουν τους σχηματισμούς τους κατά την επικείμενη επίθεση.47

Τις παραμονές της επίθεσης, αμφότερες οι πλευρές επιδόθηκαν σε μια προσπάθεια να συγκεντρώσουν πληροφορίες για τις θέσεις του εχθρού. Οι Σοβιετικοί κατάφεραν να συλλάβουν έναν ναρκαλιευτή στις 4 Ιουλίου και να μάθουν την ακριβή ώρα έναρξης της γερμανικής επίθεσης καθώς και τα σχέδια μάχης. Σύμφωνα με το πόρισμα της ανάκρισης, η επιχείρηση επρόκειτο να εκδηλωθεί στις πέντε τα ξημερώματα (ώρα Βερολίνου) με ταυτόχρονη επίθεση από βόρεια και νότια του τομέα. Από τον Βορρά θα είχε κατεύθυνση την Ολχοβάτκα, ενώ από τον Νότο, ένα σημείο μεταξύ Σολοτίνο και Προχορόβκα. Παράλληλα, από νότια θα επρόκειτο να διενεργηθεί και μία επιπρόσθετη επίθεση από το Μπέλγκοροντ προς τα βορειοανατολικά, με απώτερο στόχο την αποκοπή και απομόνωση των σοβιετικών δυνάμεων εντός της προεξοχής του Κουρσκ.48
Ο Ζούκωφ αποφάσισε να εκμεταλλευτεί τις πληροφορίες αυτές αιφνιδιάζοντας τους Γερμανούς με βομβαρδισμό των θέσεών τους πριν από την προβλεπόμενη εκδήλωση της επίθεσης. Έτσι, με έναν καταιγιστικό βομβαρδισμό στις 2.20 π.μ. (ώρα Μόσχας), ξεκίνησε η Μάχη του Κουρσκ.
Επειδή ο βομβαρδισμός γίνονταν νύχτα και χωρίς τη χρήση αεροπορίας για τον ακριβή εντοπισμό των εχθρικών θέσεων, οι βολές ήταν συχνά άστοχες και δεν επέφεραν μεγάλες απώλειες στους Γερμανούς. Δύο ώρες αργότερα, μετά την κατάπαυση του πυρός, οι Γερμανοί άρχισαν τον δικό τους βομβαρδισμό με δυνάμεις πυροβολικού και αεροπορίας.49 50

Η επίθεση στον βόρειο τομέα51 52 53
Μετά το πέρας του γερμανικού βομβαρδισμού, μονάδες της 9ης Στρατιάς του Μόντελ άρχισαν να κινούνται κατά των σοβιετικών θέσεων. Μπροστά από τα γερμανικά τμήματα πεζικού και τεθωρακισμένων προπορεύονταν τα ναρκαλιευτικά Borgward IV. Αυτά έσπρωχναν μπροστά τους έναν άξονα με τέσσερεις οδοντωτούς κυλίνδρους, οι οποίοι πυροδοτούσαν τις νάρκες και τις έσκαγαν προτού φτάσουν τα πεζοπόρα και μηχανοκίνητα τμήματα. Ωστόσο, τα μηχανήματα αυτά δεν καθίστατο δυνατόν να εξουδετερώσουν όλες τις νάρκες. Επίσης, πολλά άρματα μάχης που ακολουθούσαν, έχαναν τον προσανατολισμό τους μέσα στη δίνη της μάχης και οδηγούνταν κατευθείαν πάνω στα ενεργά ναρκοπέδια. Την πρώτη εκείνη μέρα, οι δυνάμεις της Βέρμαχτ διείσδυσαν 9,5 χιλιόμετρα μέσα στα οχυρωματικά έργα του Κόκκινου Στρατού, φθάνοντας στο χωριό Πονίρι,54 στη δεύτερη δηλαδή γραμμή αμύνης, προτού καθηλωθούν από τις δυνάμεις της 13ης Σοβιετικής Στρατιάς.55
Την επομένη, οι δυνάμεις του στρατηγού Ροκοσόβσκυ αντεπιτέθηκαν μπροστά από το χωριό Ολκοβάτκα, καταφέρνοντας να ανακόψουν την προέλαση του Μόντελ. Από τις 7 έως τις 10 Ιουλίου, ο Μόντελ εστίασε την επίθεσή του κατά της Ολχοβάτκα και του Πονίρι, δίχως όμως αποτέλεσμα. Στις 7 του μηνός οι Γερμανοί κατάφεραν να καταλάβουν, μετά από μάχη σώμα με σώμα, το μισό Πονίρι, ενώ παράλληλα οι υπόλοιπες δυνάμεις τους κινήθηκαν περιμετρικά για να κυκλώσουν το χωριό. Προετοιμασμένος γι’ αυτήν την κίνηση, ο Ροκοσόβσκυ παρέσυρε τα προωθούμενα γερμανικά τμήματα σε ενέδρα.
Συγκεκριμένα, σε διάφορα σημεία, οι Σοβιετικοί είχαν τοποθετήσει αντιαρματικά όπλα, τα οποία έβαλαν ακατάπαυστα για να αποσπάσουν από μεγάλη απόσταση την προσοχή των γερμανικών αρμάτων μάχης. Όταν αυτά πλησίαζαν, καμουφλαρισμένα αντιαρματικά πυροβόλα εμφανίζονταν από δεξιά και αριστερά και τα εξουδετέρωναν. Παράλληλα, τα γερμανικά τεθωρακισμένα δέχονταν βόμβες Μολότωφ από στρατιώτες που ήταν κρυμμένοι στα χαρακώματα.56 57
Στις 9 του μηνός, το επιτελείο του Μόντελ συνειδητοποίησε το αδιέξοδο. Εν τούτοις, ο Γερμανός στρατηγός επέμεινε στην αρχική του επιλογή, ούτως ώστε να διατηρηθεί ως αντιπερισπασμός η πίεση σε βάρος των Σοβιετικών και να βοηθηθεί, με τον τρόπο αυτό, η επίθεση από τον Νότο. Την επόμενη μέρα, ο Κόκκινος Στρατός κατάφερε να ανακόψει τελείως τη γερμανική προέλαση. Ο Ροκοσόβσκυ, έχοντας εκπληρώσει την αποστολή του να εξαντλήσει τους Γερμανούς, ζήτησε να προχωρήσει σε γενική αντεπίθεση, η οποία ονομάστηκε «Επιχείρηση Κουτούζωφ» και ορίστηκε για 2 μέρες αργότερα.58
Η επίθεση στον νότιο τομέα59 60 61
Ταυτόχρονα με το τέλος του γερμανικού προκαταρκτικού βομβαρδισμού, ο Μάνσταϊν διέταξε την 4η Στρατιά Πάντσερ του στρατηγού Χόθ να κατευθυνθεί προς το Ομπογιάν και τη Στρατιά του Αποσπάσματος Κέμπφ προς την Προχορόβκα. Ο καταιγιστικός, όμως, σοβιετικός βομβαρδισμός δεν κατέστησε δυνατή την εκκαθάριση των ναρκοπεδίων και τη διάνοιξη ασφαλών διαδρόμων, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα πολλά άρματα μάχης που προπορεύονταν να αχρηστευθούν από νάρκες, ενώ όσα γλύτωσαν, καθηλώνονταν από τα αντιαρματικά ορύγματα και τις τάφρους. Μπροστά σε αυτή την κατάσταση, παρενέβη στη μάχη η Luftwaffe βομβαρδίζοντας τα ναρκοπέδια και να ανοίγοντας διόδους μέσα από τα οχυρωματικά έργα.62
Εν τέλει, δεκαεπτά ώρες αργότερα, οι Γερμανοί κατάφεραν να διασπάσουν την πρώτη γραμμή αμύνης των Σοβιετικών. Απέναντι στο προελαύνον 2ο SS Σώμα Πάντσερ, ο στρατηγός Βατούτιν έστειλε την 1η Στρατιά Τεθωρακισμένων του Κατούκωφ. Τα ισχυρότατα όμως γερμανικά τεθωρακισμένα προκάλεσαν τεράστιες απώλειες στα αντίστοιχα σοβιετικά.63
Η κατάσταση αυτή έκανε το Κατούκωφ ανήσυχο για την αντεπίθεση που την ίδια ώρα είχε διατάξει ο Βατούτιν.64 Τελικά, ζήτησε και έλαβε την άδεια από τον ίδιο τον Στάλιν να προσαρμόσει το σχέδιο μάχης στα νέα δεδομένα. Εισηγήθηκε λοιπόν, η Στρατιά του να ανακόψει την αντεπίθεση και να σκαφτούν ορύγματα για να τοποθετηθούν εκεί τα τεθωρακισμένα, ούτως ώστε να είναι καλυμμένα μέχρις ότου πλησιάσουν τα γερμανικά σε απόσταση 300-400 μέτρων, οπότε να είναι σε θέση να τα πλήξουν, συνεπικουρούμενα από το πεζικό και το πυροβολικό.

Στο μεταξύ, εκμεταλλευόμενοι τα πλεονεκτήματα που τούς εξασφάλιζε η μορφολογία του εδάφους, οι Γερμανοί, κινούμενοι πιο ευέλικτα στο ανοιχτό πεδίο, κατάφεραν να προωθηθούν έως τη δεύτερη γραμμή αμύνης, με κατεύθυνση το Ομπογιάν και την Προχορόβκα. Οι Σοβιετικοί είχαν περιέλθει σε δεινή θέση εξαιτίας της τροπής που είχε στο μεταξύ προσλάβει η μάχη. Με τα τεθωρακισμένα της Βέρμαχτ να τούς ακολουθούν κατά πόδας, ήταν πολύ δύσκολο να καλύψουν την υποχώρηση των μονάδων τους προς τη δεύτερη και τρίτη γραμμή αμύνης, οπότε, σύμφωνα με το σχέδιο μάχης, η ναρκοθέτηση του εδάφους θα λάμβανε χώρα ταυτόχρονα με την προέλαση των γερμανικών αρμάτων μάχης.
Μπροστά σε αυτή την κατάσταση η σοβιετική αεροπορία έλαβε εντολή να βομβαρδίσει τα γερμανικά τεθωρακισμένα. Αν και η 69η Σοβιετική Στρατιά είχε αναγκαστεί να ρίξει στην μάχη το σύνολο των εφεδρειών που υπήγοντο σε αυτήν, οι Γερμανοί προέλαυναν, απειλώντας να περάσουν κι’ αυτήν ακόμα την τρίτη γραμμή αμύνης, φτάνοντας στα ανοχύρωτα, πλέον, μετόπισθεν των Σοβιετικών. Για τον λόγο αυτό, η Ανώτατη Στρατιωτική Ηγεσία έστειλε ως εφεδρείες την 5η Στρατιά Φρουρών και την 5η Τεθωρακισμένη Στρατιά, που ανήκαν στο Μέτωπο την Στέπας, καθώς και άλλες μονάδες, παρά τις ενστάσεις του Ιβάν Κόνιεφ, διοικητή του Μετώπου.65 Έτσι, κατάφεραν μέχρι τις 8 Ιουλίου να ανακόψουν με τις αντεπιθέσεις τους την εχθρική προέλαση, με τα τεθωρακισμένα της Βέρμαχτ όμως να έχουν εισχωρήσει 28 χιλιόμετρα εντός των σοβιετικών γραμμών. Εν τέλει, στον νότιο τομέα οι Γερμανοί είχαν καταφέρει να προωθηθούν σε βάθος, ξεμένοντας όμως σχεδόν από εφεδρείες.
Η μάχη της Προχορόβκα66 67 68
Αν και ο αντικειμενικός στόχος της γερμανικής επίθεση παρέμενε το Ομπογιάν, στις 9 και 10 Ιουλίου, επίλεκτες μονάδες όπως η 1η Μεραρχία SS Leibstandarte Adolf Hitler, η 2η Μεραρχία SS Das Reich και η 3η Μεραρχία SS Totenkopf, κινήθηκαν βορειοανατολικά, προς τον σιδηροδρομικό σταθμό της Ποχορόβκα. Ο Μάνσταϊν και ο Χόθ, υπό την υψηλή επίβλεψη του οποίου βρίσκονταν οι προαναφερθείσες μονάδες, αποφάσισαν αυτήν την κίνηση αφενός ως έναν ελιγμό αντιπερισπασμού, ικανού να υποβοηθήσει την κύρια επίθεση προς τo Ομπογιάν με μια κυκλωτική κίνηση από νοτιοανατολικά, αφετέρου δε ως απόπειρα να αποσοβηθεί ο κίνδυνος δημιουργίας ρήγματος μεταξύ της κύριας επίθεσης που διενεργούσε η Ομάδα Στρατιών Νότου και της παράπλευρης επίθεσης που είχε εξαπολύσει ανατολικότερα η Στρατιά Αποσπάσματος Κέμπφ.
Την ίδια στιγμή, ο στρατηγός Βατούτιν είχε αποφασίσει να προχωρήσει σε μία ακόμη αντεπίθεση, στέλνοντας επιτόπoυ την 5η Τεθωρακισμένη Στρατιά Φρουρών υπό τον αντιστράτηγο Πάβελ Ροντμίστρωφ, συνεπικουρούμενη από πέντε σώματα πεζικού. Η πρωτοβουλία αυτή εντασσόταν στο πλαίσιο μιας γενικότερης αντεπίθεσης στην οποία είχαν σκοπό να προχωρήσουν οι Σοβιετικοί, αφού την ίδια μέρα οι δυνάμεις του Κόκκινου Στρατού επρόκειτο να επιτεθούν και στον βόρειο τομέα του Κουρσκ. Η σύγκρουση που προγραμματιζόταν να λάβει χώρα στην Προχορόβκα, έμοιαζε να είναι δευτερεύουσας σημασίας, αφού για αμφότερους τους αντιπάλους αποτελούσε έναν ελιγμό, του οποίου τα αποτελέσματα θα συνέδραμαν τις εξελίξεις σε άλλα σημεία του μετώπου.
Οι κινήσεις στο πεδίο της μάχης είχαν λίγο-πολύ καθοριστεί από τη μορφολογία του εδάφους. Στα δεξιά (δυτικά) της σιδηροδρομικής γραμμής που οδηγούσε βόρεια στην Προχορόβκα, κυριαρχούσε μια δύσβατη περιοχή με ρέματα, που κατέληγαν στον ποταμό Πσέλ. Στα αριστερά (νοτιοανατολικά) εκτείνονταν οι στέπες του ποταμού Ντόν.

Στις 11 Ιουλίου, η 1η και 2η Μεραρχία των SS ανέκοψαν την προέλασή τους προς την Προχορόβκα και έλαβαν αμυντικές θέσεις αναμένοντας την 3η να διαβεί τον ποταμό Πσέλ από τα ανατολικά, και από εκεί να αναπτυχθεί με μια κυκλωτική κίνηση στα βορειοδυτικά της Προχορόβκα.69 Τη νύχτα της 11ης προς 12η Ιουλίου, ο Βατούτιν διέταξε την 5η Τεθωρακισμένη Στρατιά Φρουρών να κινηθεί προς Νότο. Στην επίθεση αυτή οι Σοβιετικοί βρίσκονταν σε μειονεκτική θέση, καθώς τα δικά τους άρματα μάχης αδυνατούσαν να προχωρήσουν σε ανοιχτούς σχηματισμούς στο πεδίο. Αντίθετα, έπρεπε να διαταχθούν σε σχήμα κολώνας μεταξύ των ρείθρων στα δεξιά τους και της σιδηροδρομικής γραμμής στα αριστερά τους. Επιπλέον, οι κινήσεις τους έγιναν αντιληπτές από τη γερμανική αεροπορία τα ξημερώματα της 12ης, με αποτέλεσμα να αρχίσουν να δέχονται γερμανικά πυρά πυροβολικού. Παραταύτα, οι Σοβιετικοί συνέχισαν να στέλνουν άρματα μάχης, ενώ και ο Χόθ έριξε στην μάχη τις δικές του μεραρχίες. Η σύγκρουση που ακολούθησε υπήρξε σφοδρότατη, οι δε απώλειες και από τις δύο πλευρές τεράστιες. Την ίδια στιγμή, ο κουρνιαχτός που υψωνόταν εμπόδιζε την αεροπορία αμφοτέρων των πλευρών να αναλάβει δράση. Μετρώντας βαρύτατες απώλειες και ευρισκόμενος μπροστά στη θέα των αναρίθμητων σοβιετικών εφεδρειών, ο Χοθ αναγκάστηκε να αποσύρει τις δυνάμεις του. Στο τέλος την ημέρας, η μάχη δεν είχε αναδείξει ουσιαστικό νικητή, εφόσον ουδείς είχε πετύχει τον αντικειμενικό του στόχο. Οι Γερμανοί δεν κατάφεραν να προωθούν, αλλά και η τοπική σοβιετική αντεπίθεση είχε προς το παρόν ανακοπεί. Οι δυνάμεις της Βέρμαχτ είχαν όμως αρχίσει να αποτραβιούνται από την Προχορόβκα, ενώ ο Κόκκινος Στρατός εξαπέλυε γενική αντεπίθεση από όλα τα Μέτωπα και στους δύο τομείς πέριξ του Κουρσκ.
Από την πλευρά τους, οι Γερμανοί είχαν ρίξει στην μάχη περίπου 400 άρματα τεθωρακισμένα, ενώ οι Σοβιετικοί 800.70 Για τους πρώτους, οι απώλειες ισοδυναμούσαν με το 1/3, ενώ για τους δεύτερους ήταν κάτι παραπάνω από το ήμισυ Για τον Μάνσταϊν όμως, δεν υπήρχαν άλλα άρματα μάχης, οι εφεδρείες του είχαν εξαϋλωθεί. Αντίθετα, οι αντίπαλοι είχαν στη διάθεσή τους το δυναμικό δύο ολόκληρων Μετώπων, εκείνων της Στέπας και του Νότου, έτοιμων να εξαπολύσουν γενική αντεπίθεση.
Η ανάκληση της επίθεσης από τον Χίτλερ71
Στις 9 Ιουλίου, οι Σύμμαχοι αποβιβάστηκαν στη Σικελία,72 ανοίγοντας ένα επιπρόσθετο μέτωπο για τους Γερμανούς. Το γεγονός αυτό θορύβησε τη διοίκηση της Βέρμαχτ και τον ίδιο τον Χίτλερ. Έτσι, στις 12 Ιουλίου δόθηκε εντολή ανάκλησης της Επιχείρησης Zitadelle.
Ωστόσο, στον νότιο τομέα, στις 14 Ιουλίου, οι δυνάμεις του Μάνσταϊν διατάχθηκαν να προχωρήσουν στην Επιχείρηση Roland.73 74 Με την επιχείρηση αυτή οι επιτελείς της Βέρμαχτ ήλπιζαν να συγκρατήσουν τις γερμανικές δυνάμεις στις θέσεις τους μετά την ουσιαστική ήττα στην Προχορόβκα, και να ανακόψουν τη σοβιετική προέλαση. Μάταια όμως, αφού η επιχείρηση απέτυχε, με αποτέλεσμα οι Γερμανοί να αρχίσουν να υποχωρούν προς το Χάρκοβο.
Η σοβιετική αντεπίθεση75 76
Βόρειος τομέας
Με την καθήλωση της επίθεσης στον βόρειο τομέα του Κουρσκ, ο Κόκκινος Στρατός εξαπέλυσε αντεπίθεση με τις δυνάμεις του Δυτικού Μετώπου, του Μετώπου Μπριάνσκ, και του Μετώπου Βορονέζ, υπό την κωδική ονομασία Επιχείρηση Κουτούζωφ.
Η επιχείρηση ξεκίνησε με έναν καταιγιστικό βομβαρδισμό των γερμανικών θέσεων με βαρέα πυροβόλα και πυραύλους ΒΜ-13 Κατιούσα. Οι Γερμανοί παρέλυσαν κυριολεκτικά. Ο στρατηγός Μόντελ αναδιπλώθηκε σε αμυντικούς σχηματισμούς, εγκαταλείποντας κάθε υπόνοια περί επιθετικής ενέργειας. Για να ανακόψει τη σοβιετική επίθεση χρησιμοποίησε τον 6ο Αεροπορικό Στόλο της Luftwaffe. Οι εξαντλημένες όμως δυνάμεις της Βέρμαχτ, παρά την αντίσταση μίας εβδομάδος, ήταν αδύνατον να συγκρατήσουν αποτελεσματικά την επίθεση του Κόκκινου Στρατού, και μπροστά στον κίνδυνο να περικυκλωθούν στο Όρελ, εγκατέλειψαν την πόλη με αποτέλεσμα αυτή να καταληφθεί από τους Σοβιετικούς στις 29 Ιουλίου.
Η κατάληψη του Όρελ κατάφερε καίριο πλήγμα στους Γερμανούς, καθότι αποτελούσε έναν από τους σημαντικότερους σιδηροδρομικούς κόμβους στον κεντρικό τομέα του σοβιετο-γερμανικού μετώπου. Πάντως, οι δυνάμεις της Ομάδας Στρατιών Κέντρου υποχώρησαν συντεταγμένα προς το Μπριάνσκ και πρόταξαν μια νέα γραμμή αμύνης.
Με την αποτυχία της Επιχείρησης Roland, οι Γερμανοί αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν στις θέσεις που είχαν στις αρχές Ιουλίου, όταν ξεκινούσε η Επιχείρηση Zitadelle. Λόγω των δικών του μεγάλων απωλειών στις επιχειρήσεις στο Κουρσκ, ο Βατούτιν προτίμησε να ανασυντάξει τις δυνάμεις του προτού αντεπιτεθεί. Έτσι, στις 3 Αυγούστου, οι Σοβιετικοί εξαπέλυσαν μια διπλή, ταυτόχρονη, αντεπίθεση εναντίον του Μπέλγκοροντ και του Χαρκόβου. Η κίνηση αυτή έφερε την ονομασία, Επιχείρηση Ρουμιάντσεβ, και συμμετείχαν οι δυνάμεις του Μετώπου της Στέπας και του Βορονέζ, ενώ απέναντί τους ο Μάνσταϊν είχε παρατάξει τα απομεινάρια της Ομάδας Στρατιών Νότου. Η επίθεση ξεκίνησε από τα βορειανατολικά με κατεύθυνση το Μπέλγκοροντ, το οποίο οι δυνάμεις του Κόκκινου Στρατού κατέλαβαν στις 5 Αυγούστου.79

Μετά το Μπέλγκοροντ η 1η Τεθωρακισμένη Στρατιά, υπό τον αντιστράτηγο Κατούκωφ, κινήθηκε προς το Μπογκοντούκωφ, στα βορειοδυτικά του Χαρκόβου, και το κατέλαβε. Στόχος ήταν να περικυκλωθεί και από τα δυτικά το Χάρκοβο, το οποίο έχει μετατραπεί σε φρούριο από τους Γερμανούς, ενόσο θα δέχονταν την κύρια επίθεση από τις δυνάμεις του Κόνιεφ στα ανατολικά.
Ο Χίτλερ για μία ακόμη φορά αρνούνταν να συνειδητοποιήσει την πραγματικότητα, και διέταξε άμυνα μέχρι τέλους. Αλλά ο Μάνσταϊν δεν ήταν έτοιμος για ένα ακόμη ‘’Στάλινγκραντ’’ και διέταξε τις δυνάμεις του να υποχωρήσουν. Οι Σοβιετικοί τελικά κατέλαβαν το Χάρκοβο στις 23 Αυγούστου.
Οι απώλειες και ο επίλογος της μάχης80
Κατά την μάχη του Κουρσκ, οι απώλειες και για τις δύο πλευρές υπήρξαν τεράστιες. Από τις αρχές Ιουλίου έως τα τέλη Αυγούστου, οι Γερμανοί έχασαν 120.000 άνδρες (νεκροί και αγνοούμενοι), 3.000 άρματα μάχης και πυροβόλα όπλα, και 1.000 αεροσκάφη, ενώ οι Σοβιετικοί, 450.000 άνδρες, 8.000 άρματα μάχης και πυροβόλα όπλα, και 3.000 αεροσκάφη.
Με την ήττα των Γερμανών στο Χάρκοβο, έληξε και η μάχη του Κουρσκ, η οποία υπήρξε η τελευταία γερμανική επίθεση στο Ανατολικό Μέτωπο. Από το σημείο αυτό και κατόπιν, οι δυνάμεις τις Βέρμαχτ θα περιορίζονταν σε υποχώρηση. Η πρωτοβουλία των κινήσεων θα ανήκε πλέον εξ ολοκλήρου στους Σοβιετικούς. Μέχρι τα μέσα Σεπτεμβρίου, οι Γερμανοί εξακολούθησαν να υποχωρούν προς Δυσμάς, πέρα από τον ποταμό Δνείπερο, στην Αμυντική Γραμμή Βόταν.
Παρόλα αυτά, η τελική νίκη επί του Άξονος απείχε ακόμη δύο ολόκληρα χρόνια έως ότου γίνει πραγματικότητα, ενώ ο Κόκκινος Στρατός χρειάστηκε να μάχεται τουλάχιστον μέχρι τον Δεκέμβριο του 1944, για εκδιώξει του Γερμανούς από το εθνικό του έδαφος.81

Soviet Storm: World War II — In The East. ep. 9. The Battle Of Kursk
Ενδεικτική Βιβλιογραφία

Σημειώσεις
- M. K. Barbier, Kursk: The Greatest Tank Battle Ever Fought 1943, London, 2002, σ. 14-21. ↩︎
- ό. π., σ. 22. ↩︎
- David M. Glantz and Jonathan M. House, When Titans Clashed: How the Red Army Stopped Hitle , Kansas, 1995, σ. 53-57. ↩︎
- Chris Bishop-David Jordan, Η Ιστορία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, Η άνοδος και η πτώση του Γ’ Ράιχ 1939-1945, Θεσσαλονίκη 2009, σ.243-244. ↩︎
- Ό. π., σ. 58-60. ↩︎
- Erich Von Manstein, Lost Victories: The War Memoirs of Hitler’s Most Brilliant General, Powell, London, 1982, σ. 261-265. ↩︎
- Steven H. Newton, Kursk: The German View, Eyewitness Reports of Operation Citadel by the German Commanders, USA, 2002, σ. 11. ↩︎
- Erich Von Manstein, Lost Victories, σ. 256-270. ↩︎
- David M. Glantz and Jonathan M. House, When Titans Clashed, σ. 60. ↩︎
- Έτσι ονομάζεται η περίοδος στην αρχή της Άνοιξης, κατά την οποία ο καιρός γίνεται θερμότερος και λιώνουν τα χιόνια του χειμώνα, καθιστώντας το ήδη φτωχό σοβιετικό οδικό δίκτυο απροσπέλαστο. ↩︎
- Chris Bishop-David Jordan, Η Ιστορία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, σ. 243-247. ↩︎
- Ό. π., σ. 248. ↩︎
- David M. Glantz and Jonathan M. House, The Battle of Kursk, Kansas, 1999, σ. 354. ↩︎
- Clark, Lloyd, Kursk: The Greatest Battle: Eastern Front 1943, London, 2012, σ. 186. ↩︎
- David M. Glantz and Harold S. Orenstein, The Battle for Kursk 1943: The Soviet General Staff Study, London, 1999, σ. 54-56. ↩︎
- Chris Bishop-David Jordan, Η Ιστορία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, σ. 249. ↩︎
- Heinz Guderian, Panzer Leader, New York, 1952, σ. 276-283. ↩︎
- Chris Bishop-David Jordan, Η Ιστορία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, σ. 241-243. ↩︎
- David M. Glantz and Jonathan M. House, When Titans Clashed, σ. 63. ↩︎
- Clark, Lloyd, Kursk: The Greatest Battle, σ. 187. ↩︎
- David M. Glantz and Jonathan M. House, The Battle of Kursk, Kansas, 1999, σ. 25. ↩︎
- Erich Von Manstein, Lost Victories, σ. 280. ↩︎
- Clark, Lloyd, Kursk: The Greatest Battle, σ. 193. ↩︎
- Ό. π., σ. 192. ↩︎
- David M. Glantz and Jonathan M. House, The Battle of Kursk, Kansas, 1999, σ. 1-3. ↩︎
- M. K. Barbier, Kursk: The Greatest Tank Battle Ever Fought 1943, London, 2002, σ. 58. ↩︎
- Chris Bishop-David Jordan, Η Ιστορία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, σ. 250. ↩︎
- Ό .π. σ. 250. ↩︎
- Heinz Guderian, Panzer Leader, σ. 307-312. ↩︎
- Ό. π., σ. 308-309. ↩︎
- Clark, Lloyd, Kursk: The Greatest Battle, σ. 223 ↩︎
- Ό. π., σ. 200. ↩︎
- Erich Von Manstein, Lost Victories, σ. 280-282. ↩︎
- David M. Glantz and Jonathan M. House, The Battle of Kursk, Kansas, 1999, σ. 338. ↩︎
- Ό. π., σ. 63-66. ↩︎
- Δύο φορές η απόσταση Μαδρίτης- Μόσχας. ↩︎
- David M. Glantz and Jonathan M. House,The Battle of Kursk, σ. 65. ↩︎
- Clark Lloyd, Kursk: The Greatest Battle, σ. 211. ↩︎
- M. K. Barbier, Kursk: The Greatest Tank Battle Ever Fought 1943, σ. 53-55. ↩︎
- David M. Glantz and Jonathan M. House, The Battle of Kursk, Kansas, 1999, σ. 290-344. ↩︎
- Chris Bishop-David Jordan, Η Ιστορία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, σ. 251-253. ↩︎
- Clark Lloyd, Kursk: The Greatest Battle, σ. 478-484. ↩︎
- David M. Glantz and Harold S. Orenstein, The Battle for Kursk 1943, σ. 14, 300-301. ↩︎
- Dennis E. Showalter, Armor and Blood, σ.9. M. K. Barbier, Kursk: The Greatest Tank Battle Ever Fought 1943, σ. 173. ↩︎
- M. K. Barbier, Kursk: The Greatest Tank Battle Ever Fought 1943, σ. 173. ↩︎
- Ό. π., σ. 59-71. ↩︎
- David M. Glantz and Jonathan M. House, The Battle of Kursk, Kansas, 1999, σ. 66. ↩︎
- Chris Bishop-David Jordan, Η Ιστορία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, σ. 252 (χάρτης). ↩︎
- Clark Lloyd, Kursk: The Greatest Battle, σ. 224-236. ↩︎
- David M. Glantz and Jonathan M. House, The Battle of Kursk, Kansas, 1999, σ. 66. ↩︎
- Ό. π., σ. 93-121. ↩︎
- Clark Lloyd, Kursk: The Greatest Battle, σ. 306-313. ↩︎
- M. K. Barbier, Kursk: The Greatest Tank Battle Ever Fought 1943, σ. 75-87. ↩︎
- Το χωριό Πονίρι ήταν πολύ σημαντικό καθώς αποτελούσε σιδηροδρομικό κόμβο πού ένωνε τον Βόρειο τομέα με την πόλη του Κούρσκ. ↩︎
- Clark Lloyd, Kursk: The Greatest Battle, σ. 261-266. ↩︎
- Οι Σοβιετικοί επιτελείς είχαν παρατηρήσει κατά την γερμανική εισβολή το τρόμο που προκαλούσαν στους στρατιώτες τα εχθρικά τεθωρακισμένα όταν αυτά περνούσαν πάνω από τα χαρακώματα. Έτσι, προσπάθησαν να αντιμετωπίσουν αυτόν τον φόβο, εκπαιδεύοντας του Σοβιετικούς οπλίτες σε αυτές τις συνθήκες. Τους έκρυβαν λοιπόν σε χαρακώματα βάζοντας τα άρματα μάχης να περνούν από πάνω, έτσι ώστε να μάθουν να τιθασεύουν τον πανικό τους. ↩︎
- David M. Glantz and Harold S. Orenstein, The Battle for Kursk 1943, σ. 45-46. ↩︎
- Ό. π. , σ. 28. ↩︎
- Erich Von Manstein, Lost Victories, σ. 282-284. ↩︎
- Clark Lloyd, Kursk: The Greatest Battle, σ. 237-260. ↩︎
- M. K. Barbier, Kursk: The Greatest Tank Battle Ever Fought 1943, σ. 89-105. ↩︎
- Ό. π., σ. 247-248. ↩︎
- Ένα σοβιετικό Τ-34 για να εξουδετερώσει ένα Τάιγκερ, έπρεπε να το πλήξει το πολύ από απόσταση 500 μέτρων και σε μάλιστα από πλάγια, όπου η θωράκιση ήταν ελαφρότερη. Αντίθετα, ένα Τάιγκερ μπορούσε να καταστρέψει ένα Τ-34, ακόμη χτυπώντας το και στην μπροστινή ισχυρή θωράκιση, από απόσταση δύο χιλιομέτρων. ↩︎
- Ο στρατηγός Βατούτιν ήταν αξιωματικός που προτιμούσε την επίθεση από την άμυνα. Σχετικά μάλιστα με την επιχείρηση Zitadelle, είχε προτείνει λόγω της καθυστέρησης έναρξης της επίθεσης από τους Γερμανούς να αναλάβουν οι Σοβιετικοί την πρωτοβουλία. ↩︎
- Clark Lloyd, Kursk: The Greatest Battle, σ. 287-288. ↩︎
- David M. Glantz and Jonathan M. House, When Titans Clashed, σ. 66-67. ↩︎
- Chris Bishop-David Jordan, Η Ιστορία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, σ. 253-255. ↩︎
- M. K. Barbier, Kursk: The Greatest Tank Battle Ever Fought 1943, σ. 122-141. ↩︎
- David M. Glantz and Jonathan M. House,The Battle of Kursk, Kansas, σ. 164-170. ↩︎
- Η χρήση τόσο μεγάλου αριθμού τεθωρακισμένων σε μία σύγκρουση, κατέστησε την μάχη της Προχορόβκα τη μεγαλύτερη αρματομαχία στην ιστορία. ↩︎
- M. K. Barbier, Kursk: The Greatest Tank Battle Ever Fought 1943, σ. 142-187. ↩︎
- Chris Bishop-David Jordan, Η Ιστορία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, σ. 221-229. ↩︎
- David M. Glantz and Jonathan M. House,The Battle of Kursk, Kansas, σ. 119-123. ↩︎
- M. K. Barbier, Kursk: The Greatest Tank Battle Ever Fought 1943, σ. 163-164. ↩︎
- Erich Von Manstein, Lost Victories, σ. 284-294. ↩︎
- Chris Bishop-David Jordan, Η Ιστορία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, σ. 255-257. ↩︎
- David M. Glantz and Jonathan M. House,The Battle of Kursk, Kansas, σ. 241-249. ↩︎
- Chris Bishop-David Jordan, Η Ιστορία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, σ. 255-257. ↩︎
- Η κατάληψη του Μπέλγκοροντ γιορτάστηκε στη Μόσχα με κανονιοβολισμούς. Ήταν οι πρώτοι πανηγυρικοί κανονιοβολισμοί του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου. ↩︎
- M. K. Barbier, Kursk: The Greatest Tank Battle Ever Fought 1943, σ. 168-171. ↩︎
- Αν και παρέμειναν θύλακες που μάχονταν στα εδάφη της ΕΣΣΔ έως και το τέλος του πολέμου. ↩︎