Η ιστορική αναμέτρηση Καρχηδόνας και Συρακουσών με έπαθλο τη Σικελία.  Ο Α΄ Σικελικός Πόλεμος (480 π.Χ.)

Τη μελέτη της αρχαίας ελληνικής ιστορίας συχνά μονοπωλούν κλασικά θέματα, όπως οι Περσικοί Πόλεμοι, η διαμάχη Αθήνας-Σπάρτης, ή οι ένδοξες εκστρατείες των Μακεδόνων του Φιλίππου Β΄ και του Μ. Αλεξάνδρου, μαζί με τις καίριες επιπτώσεις τους στον ρου της Ιστορίας. Εντούτοις, στο περιθώριο της σύγχρονης ελληνικής και διεθνούς ιστοριογραφίας τοποθετείται συνήθως η σφοδρή αναμέτρηση μεταξύ Συρακουσών και Καρχηδόνας για την πρωτοκαθεδρία στη Σικελία. Η συγκεκριμένη μακρόχρονη αντιπαράθεση προκάλεσε την έκρηξη συνολικά οκτώ πολεμικών γύρων μεταξύ των δύο ισχυρότερων τότε δυνάμεων της Δυτικής Μεσογείου, των πόλεων-κρατών της Καρχηδόνας και των Συρακουσών. Οι απανωτοί αυτοί πόλεμοι είναι σήμερα γνωστοί ως «Σικελικοί Πόλεμοι» (480-276 π.Χ.), αλλά έληξαν χωρίς ξεκάθαρο τροπαιούχο και αδιαφιλονίκητο θριαμβευτή. Ωστόσο, η Καρχηδόνα δικαιούταν περισσότερο από τις Συρακούσες να διεκδικήσει για λογαριασμό της τον τίτλο και τις δάφνες της νικήτριας πλευράς, έστω στα σημεία.

Σε μια σειρά τεσσάρων σχετικών άρθρων συγκεντρωμένων σε δύο μέρη (Αύγουστος 2024 και Απρίλιος 2025), θα επιχειρήσουμε να στρέψουμε τα φώτα της ιστορικής έρευνας πάνω σε σπουδαία γεγονότα με συναρπαστικές εξελίξεις που ακόμη βρίσκονται στην αχλή της Ιστορίας, προσφέροντας μια επισκόπηση των πολεμικών επιχειρήσεων και του αντίκτυπου των Σικελικών Πολέμων. Άλλωστε, συχνά παραβλέπεται ή υποεκτιμάται το γεγονός ότι κατά την αρχαιότητα το ελληνικό έθνος υπήρξε συνολικά ακμαιότατο από δημογραφικής, πολιτικής, πολιτιστικής, στρατιωτικής, τεχνολογικής, κοινωνικής και οικονομικής άποψης, συνιστώντας παγκοσμίως έναν από τους μεγαλύτερους σε πληθυσμό και ισχυρότερους σε επιρροή λαούς. Μάλιστα, ο Ελληνισμός σταδιακά εξαπλώθηκε και επεκτάθηκε εδαφικά προς όλες τις κατευθύνσεις της καθ’ ημάς οικουμένης (Μεσόγειο, Εύξεινο Πόντο, Εγγύς και Μέση Ανατολή)1. Ασφαλώς, ο Ελληνισμός της Δύσης αποτέλεσε σπουδαίο και ανθηρό κρίκο εκείνης της εξάπλωσης και επέκτασης.

Παρ’ όλα αυτά, οι οκτώ «Σικελικοί Πόλεμοι» (480-276 π.Χ.) παραμένουν μάλλον άσημοι, ειδικά σε σύγκριση με τους διάσημους «Καρχηδονιακούς Πολέμους» της Ρώμης εναντίον της Καρχηδόνας. Εκείνοι ξεκίνησαν λίγο αργότερα (264-146 π.Χ.), ξέσπασαν συνολικά τρεις μέσα σε διάστημα 120 ετών, και ολοκληρώθηκαν με την καταστροφή της Καρχηδόνας από τους Ρωμαίους στον τρίτο γύρο πολέμου. Σε αντίθεση, λοιπόν, με τους πασίγνωστους «Καρχηδονιακούς Πολέμους», που είναι εκτενώς και επαρκώς αναλυμένοι, οι «Σικελικοί Πόλεμοι» εξακολουθούν να παραμένουν σε σχετική αφάνεια και έρχονται πάντα σε δεύτερη μοίρα, μολονότι από στρατιωτικής (τακτικής και στρατηγικής) και πολιτικής άποψης είναι εξαιρετικά ενδιαφέροντες. Επιπλέον, οι «βίοι εμπόλεμοι» Καρχηδόνας και Συρακουσών προοιωνίστηκαν σε τελική ανάλυση τη μοιραία σύγκρουση μεταξύ Ρώμης και Καρχηδόνας για την κυριαρχία στον παρθένο ακόμη χώρο της Δυτικής Μεσογείου, που δεν είχε γνωρίσει ως τότε την ανάδειξη και κατίσχυση αυτοκρατορικών δυνάμεων, όπως αντιθέτως η λεκάνη της Ανατολικής Μεσογείου. Επομένως, επηρέασαν σημαντικά την εξέλιξη της αρχαίας ιστορίας και γι’ αυτό αξίζει να τους μελετήσουμε με την επικουρία σχετικής βιβλιογραφίας, πηγών και βοηθημάτων.

Η αποκατάσταση και παρουσίαση των αλλεπάλληλων συρράξεων και εχθροπραξιών μεταξύ Καρχηδόνας και Συρακουσών βασίζεται στην πολύτομη «Ιστορική Βιβλιοθήκη» που συνέγραψε ο ερανιστής ιστοριογράφος του 1ου αι. π.Χ. Διόδωρος ο Σικελιώτης (περ. 90-30 π.Χ.). Με τη σειρά του, ο Διόδωρος είχε στηριχτεί στις ιστορίες των δύο «πατέρων» της επιστήμης, Ηροδότου και Θουκυδίδη (5ος αι. π.Χ.), και επιπλέον σε αποσπασματικά σωζόμενα κείμενα άλλων ιστορικών· αυτοί ήταν οι: Αντίοχος του Ξενοφάνους (Συρακούσιος ιστορικός, σύγχρονος του Θουκυδίδη), Φίλιστος (επίσης Συρακούσιος, περ. 430-356 π.Χ.), Έφορος (από την Κύμη της Αιολίδας, περ. 400-330 π.Χ., τον αντέγραψε κατά κόρον ο Διόδωρος), Θεόπομπος (από τη Χίο, περ. 378-323/300 π.Χ.), και Τίμαιος (από το Ταυρομένιο, περ. 350-260 π.Χ.).

Στις παραπάνω πηγές βασίστηκαν μεταγενέστεροι Λατίνοι και Έλληνες συγγραφείς, όπως ο Κορνήλιος Νέπως (Cornelius Nepos, περ. 100-25 π.Χ.) και ο Πλούταρχος (περ. 45-120 μ.Χ.), καθώς και ο Ιουστίνος (Marcus Iunianus Justinus Frontinus, έζησε τον 3ο ή 4ο αι. μ.Χ.). Τέλος, διάσπαρτες πληροφορίες ειδικά για την εφαρμογή στρατηγημάτων κατά τη διεξαγωγή των Σικελικών Πολέμων αντλούμε από τα «Strategemata/Στρατηγήματα» που κατέγραψαν ο Ρωμαίος Φροντίνος (Sextus Iulius Frontinus, περ. 40-103 μ.Χ.) και ο Έλληνας Μακεδόνας Πολύαινος (2ος αι. μ.Χ., επί Μάρκου Αυρηλίου, 161-180 μ.Χ.).

Μέχρι τις μέρες μας συνεχίζουν να ανατρέχουν ειδικά στα κείμενα του Διόδωρου Σικελιώτη ως κύρια πηγή οι νεότεροι και σύγχρονοι επιστήμονες ιστορικοί και μελετητές, ώστε να ανασυνθέσουν και να περιγράψουν, να τεκμηριώσουν και να αξιολογήσουν με σχετική ακρίβεια τις ιστορικές εξελίξεις και τα γεγονότα της παρατεταμένης αντιπαράθεσης της Καρχηδόνας με τις Συρακούσες με έπαθλο τον ηγεμονικό έλεγχο και την κυριαρχία στη Σικελία. Η πρόσφατη (2017) μονογραφία του Σ. Δρόκαλου σχετικά με την «αδυσώπητη σύγκρουση Ελλήνων και Καρχηδονίων για κυριαρχία στη Δυτική Μεσόγειο (8ος–3ος αι. π.Χ.)» αποτελεί τη μοναδική αξιόλογη, εκλαϊκευτική μελέτη που υφίσταται στην ελληνική γλώσσα για τους Σικελικούς Πολέμους. Αντίστοιχα, στην αγγλική γλώσσα υπάρχουν ανάλογες εκλαϊκευτικές μελέτες του J. Champion (2011-2012, δύο τόμοι για τους πολέμους των Ελλήνων τυράννων της Σικελίας μεταξύ 480-212 π.Χ.) και του D. Hoyos (2019, ειδικά για τους εχθρούς της Καρχηδόνας πλην της Ρώμης). Επίσης αξιοποιούμε σχετικές ακαδημαϊκές μελέτες και διάφορα ειδικότερα άρθρα.

1. Γεωγραφική, δημογραφική και οικονομική επισκόπηση

Η ίδρυση Καρχηδόνας και Συρακουσών έλαβε χώρα κατά τη Γεωμετρική εποχή (περ. 1050-750/700 π.Χ.) της αρχαίας ελληνικής ιστορίας. Ποιά ήταν εκείνα τα κυρίαρχα στοιχεία που δημιούργησαν τους μύθους των δύο αυτών πόλεων; Καταρχήν, η ιστορική επιστήμη αποδέχεται τρεις κύριους και βασικούς «καταλύτες, υπηρέτες ή/και δεσμώτες της Ιστορίας», οι οποίοι διαχρονικά πυροδοτούν, προκαλούν, διαμορφώνουν και περι-ορίζουν τις ιστορικές εξελίξεις σε παγκόσμιο επίπεδο: Γεωγραφία, Δημογραφία, Οικονομία. Κατά τα φαινόμενα, η αρχαία Καρχηδόνα και οι αρχαίες Συρακούσες διέθεταν σε αφθονία και τις τρεις παραπάνω παραμέτρους, ούτως ώστε, σταδιακά αλλά νομοτελειακά, να μετεξελιχθούν σε σημαντικούς παράγοντες ισχύος στον θαλάσσιο χώρο γενικά της Μεσογείου και ειδικότερα της Δυτικής Μεσογείου κατά την Αρχαϊκή (750/700-480 π.Χ.) και Κλασική (480-323 π.Χ.) εποχή. Από γεωστρατηγικής άποψης, οι δύο πόλεις δέσποζαν στη Δυτική Μεσόγειο, στη Βόρεια Αφρική και στη Σικελία αντίστοιχα, καθώς διέθεταν εξαιρετικά ευρύχωρους λιμένες, με ικανή και εύφορη ενδοχώρα για πάσης φύσεως ανάπτυξη. Από δημογραφικής και οικονομικής άποψης, ο πληθυσμός, το εμπόριο και η παραγωγική δραστηριότητα των δύο πόλεων αναπτύχθηκαν με ταχείς ρυθμούς, ειδικά από τον 5ο αι. π.Χ. και εξής. Έκτοτε και μέχρι την μετεωρική εξάπλωση της λατινικής Ρώμης κατά την Ελληνιστική εποχή (323-30 π.Χ.), η φοινικική Καρχηδόνα και οι ελληνικές Συρακούσες διέπρεψαν ως εξέχουσες μητροπόλεις της Δυτικής Μεσογείου.

2. Η αρχαία Καρχηδόνα: ίδρυση, πολιτική και στρατιωτική οργάνωση

Η Καρχηδόνα (Qarṭāj, Τυνησία) υπήρξε αναμφίβολα μία από τις μεγαλύτερες και ισχυρότερες πόλεις-κράτη της αρχαιότητας. Ιδρύθηκε από Φοίνικες αποίκους που κατάγονταν από την πόλη-κράτος της Τύρου στην αρχαία Φοινίκη (Ṣūr, Λίβανος). Ο θρύλος παραδίδει ως συμβατικό έτος ίδρυσης της Καρχηδόνας το 814 π.Χ. από τη μυθική βασίλισσα της Τύρου, Διδώ. Σε γενικές γραμμές, η παράδοση συμβαδίζει με τις τρέχουσες ιστορικές εκτιμήσεις και τα αρχαιολογικά τεκμήρια για την ίδρυση της πόλης, η οποία όντως τοποθετείται χρονολογικά τον 9ο αι. π.Χ. (900-801 π.Χ.). Η επιλογή της τοποθεσίας αυτής της νέας πόλης-αποικίας, ή αλλιώς ελληνιστί «Νεάπολης» (Qart-ḥadašt, η πρωτότυπη φοινικική ονομασία της Καρχηδόνας αυτό σήμαινε), υπήρξε όντως κομβικής σημασίας για την εξέλιξη και το μεσουράνημα της Καρχηδόνας κατά τους αιώνες που διαδέχθηκαν την ίδρυσή της. Στρατηγικά τοποθετημένη στη Μεσόγειο θάλασσα –σήμερα είναι διαμέρισμα της Τύνιδας (Tūnis), πρωτεύουσας της Τυνησίας– η φοινικική αποικία της Καρχηδόνας σταδιακά αναδείχτηκε σε εξέχουσα και ηγεμονική δύναμη στη λεκάνη της Δυτικής Μεσογείου κατά την αρχαιότητα.

Από τις αρχές του 5ου αι. π.Χ. και συγκεκριμένα έπειτα από τη συμφορά στη Μάχη της Ιμέρας το 480 π.Χ., η Καρχηδόνα κυβερνιόταν βάσει ενός υβριδικού πολιτεύματος, το οποίο συνδύαζε χαρακτηριστικά που συνάδουν με τα πολιτειακά συστήματα κυρίως της αριστοκρατίας και της ολιγαρχίας/τιμοκρατίας και πολύ λιγότερο της δημοκρατίας. Επομένως, συνιστούσε συγκερασμό των κυρίαρχων πολιτειακών τάσεων στον χώρο της Μεσογείου, ιδίως χάρη στην επίδραση του αρχαίου ελληνικού κόσμου.

Πάντως, στην Καρχηδόνα της αρχαϊκής και κλασικής εποχής, σημαίνοντα ρόλο στο πολιτικό σκηνικό έπαιζε το βασιλικό και μετέπειτα αριστοκρατικό γένος των Μαγωνιδών. Οι Μαγωνίδες επάνδρωναν πολύ συχνά ηγετικές θέσεις στην πολιτική και στρατιωτική διοίκηση της πόλης. Μάλιστα, οι περισσότεροι Καρχηδόνιοι στρατιωτικοί ηγέτες που ενεπλάκησαν στους Σικελικούς Πολέμους εναντίον των Συρακουσών ανήκαν στη συγκεκριμένη δυναστεία. Στα Πολιτικά του Αριστοτέλη το καρχηδονιακό πολίτευμα αξιολογείται θετικά, επειδή κατά τη γνώμη του κορυφαίου αρχαίου Έλληνα φιλοσόφου χαρακτηριζόταν από εγγενή σταθερότητα, δημιουργική και ισορροπημένη ώσμωση των προαναφερόμενων πολιτειακών τύπων που άλλωστε επικρατούσαν τότε γενικά και κατά περίπτωση στην καθ’ ημάς μεσογειακή οικουμένη. Πάνω απ’ όλα, λέγεται ότι οι Καρχηδόνιοι επεδίωκαν θεσμικά την ανάδειξη των αρίστων, είτε κληρονομικών ευγενών είτε αυτοδημιούργητων πλουσίων, για την πλήρωση των διαφόρων οργάνων της πολιτικής και στρατιωτικής εξουσίας. Επρόκειτο με άλλα λόγια για μια ολιγαρχία εξ αίματος και πλούτου (αριστοκρατία και τιμοκρατία μαζί).

Πιο αναλυτικά, οι δύο «σουφέτες» (ελλ. «δικαστές», φοιν. shophtim/špṭm, λατ. suffetes) ήταν οι ανώτατοι –ενιαύσιοι αποκλειστικά πολιτικοί, άρα όχι στρατιωτικοί– άρχοντες· αντιστοιχούσαν περίπου σε αξίωμα και βαθμό στους εκλεγμένους «άρχοντες-βασιλείς» των ελληνικών πόλεων-κρατών, στους πέντε εφόρους της Σπάρτης και στους δύο υπάτους (consules) των Ρωμαίων. Η γερουσία (φοιν. adirim) αποτελείτο από περίπου 300 μέλη (φοιν. rab, ελλ. αρχηγός, πρβ. ραβίνος στα εβραϊκά). Σουφέτες και γερουσιαστές λάμβαναν σε συνεργασία τις βαρύνουσες πολιτικές και άλλες σχετικές αποφάσεις. Οι δύο αυτοί πολιτειακοί θεσμοί πλαισιώνονταν από την «αρχή των Εκατό (Τεσσάρων)», ανώτατο δικαστικό και συμβουλευτικό σώμα σε ρόλο εγγυητή της σταθερότητας του πολιτεύματος, τα μέλη του οποίου, αριστοκράτες και πλουτοκράτες, μπορούσαν να είναι παράλληλα και μέλη της Γερουσίας. Τα τρία αυτά πολιτειακά όργανα και σώματα συγκέντρωναν και ασκούσαν το σύνολο της εκτελεστικής, νομοθετικής και δικαστικής εξουσίας. Την ηγεσία των στρατιωτικών δυνάμεων (πεζικού και ναυτικού) και των εκστρατευτικών σωμάτων ασκούσαν εκλεγμένοι ή διορισμένοι στρατηγοί (φοιν. rab mahanet, ελλ. αρχηγός του στρατού), που επίσης προέρχονταν από τις ανώτερες κοινωνικές τάξεις.

Το κατεξοχήν δημοκρατικό στοιχείο του καρχηδονιακού πολιτεύματος αντιπροσώπευε η λαϊκή συνέλευση (φοιν. ham, ελλ. λαός) ως εκπρόσωπος των κατώτερων λαϊκών τάξεων, όπου όμως συμμετείχαν άνδρες που πληρούσαν ορισμένα εισοδηματικά κριτήρια, και επομένως όχι όλοι ανεξαιρέτως οι Καρχηδόνιοι ελεύθεροι πολίτες (άρα εφαρμοζόταν τιμοκρατία). Σε αυτήν μπορούσαν να αναπεμφθούν ζητήματα και νόμοι προς συζήτηση ή απόφαση ειδικά σε περιπτώσεις διαφωνίας μεταξύ των ανώτερων πολιτειακών θεσμών, ενώ αργότερα συμμετείχε στις αρχαιρεσίες για την εκλογή και ανάδειξη σουφετών και στρατηγών. Ωστόσο, οι λαϊκές τάξεις της Καρχηδόνας δεν μπορούσαν ποτέ να πληρώσουν τις θέσεις των σουφετών, της γερουσίας, του συμβουλίου των Εκατό (Τεσσάρων) και των στρατηγών που παρέμεναν αποκλειστικό προνόμιο των Καρχηδονίων ολιγαρχών και φατριών.

Όπως είναι φυσικό, η στρατιωτική ισχύς της Καρχηδόνας βασιζόταν στο ναυτικό. Κατά τεκμήριο, ο πολεμικός στόλος της Καρχηδόνας υπήρξε από τους ισχυρότερους συνολικά στη Μεσόγειο και ειδικά στη Δυτική Μεσόγειο μέχρι τον 3ο αι. π.Χ. Συνεπώς, αποτέλεσε διαχρονικά το κύριο εργαλείο προβολής ισχύος και βασικό όργανο στρατιωτικής επέκτασης της Καρχηδόνας στις υπερπόντιες περιοχές της Ιβηρικής, των Βαλεαρίδων, της Κορσικής, της Σαρδηνίας, και ασφαλώς της Σικελίας. Το καρχηδονιακό ναυτικό συμβάδισε με τις τεχνολογικές εξελίξεις που εκτυλίχθηκαν στον ελληνικό κόσμο. Αρχικά, τα κύρια πολεμικά σκάφη ήταν οι μονήρεις πεντηκόντοροι και οι διήρεις. Προς το τέλος της Αρχαϊκής και στις απαρχές της Κλασικής εποχής (6ος/5ος αι. π.Χ.) εμφανίστηκαν και αξιοποιήθηκαν οι πρώτες τριήρεις. Οι γνωστές μας τριήρεις μεσουράνησαν κατά τον 5ο αι. π.Χ., ενώ από τις αρχές του 4ου αι. π.Χ. και εξής, χωρίς να εξαφανιστούν, παραχώρησαν τη θέση τους σε μεγαλύτερα πολεμικά σκάφη: ήταν οι τετρήρεις και πεντήρεις, βασισμένες στο πετυχημένο σχέδιο της τριήρους. Τότε, το μέγεθος των ναυτικών δυνάμεων της Καρχηδόνας ήταν παραπλήσιο με εκείνο της θαλασσοκράτειρας Αθήνας και ισχυρότερο των Συρακουσών, εκτός της περιόδου του τυράννου Διονυσίου Α΄ (405-367 π.Χ.).

Εντυπωσιακός ήταν ο ευμεγέθης λιμένας της αρχαίας Καρχηδόνας, ο περίφημος «Κώθων», δηλαδή φοινικικός τύπος τεχνητού λιμανιού με δίκτυο λιμενο-λεκανών που προέκυψαν μέσω εκσκαφής χερσαίου εδάφους. Ο Κώθων της Καρχηδόνας –ένα πραγματικό αριστούργημα της αρχαίας μηχανικής– αποτελούνταν από ένα παραλληλόγραμμο εμπορικό λιμάνι στην είσοδο και από ένα κυκλικό στρατιωτικό λιμάνι στα ενδότερα· το τελευταίο συνιστούσε την κύρια βάση του καρχηδονιακού πολεμικού στόλου.

         Η φοινικική και ρωμαϊκή Καρχηδόνα /IZIgraph Patrimoine: Tunisie Antique 3D

Ο στρατός ξηράς της Καρχηδόνας βασιζόταν κυρίως σε μισθοφόρους ποικίλων λαών και εθνών. Το βαρύ πεζικό ήταν συνήθως εξοπλισμένο και πολεμούσε κυρίως ως οπλιτική φάλαγγα ελληνικού τύπου. Αποτελούνταν από πυρήνα αρκετών χιλιάδων Καρχηδόνιων πολιτών (επίλεκτο τμήμα των οποίων απάρτιζε από τον 4ο αι. π.Χ. και εξής τον περίφημο «Ιερό Λόχο», δύναμης περίπου 2.500-3.000 οπλιτών) συνεπικουρούμενο από πληθώρα Λίβυων, Ιβήρων, Σαρδηνών, Κελτών (από τη Γαλατία και τη βόρεια Ιταλία), Λιγύρων, Ιταλών (Καμπανών κ.ά.), ακόμη και Ελλήνων μισθοφόρων· οι τελευταίοι θεωρούνταν οι καλύτεροι πολεμιστές. Ανάλογη ήταν η σύσταση του ελαφρού πεζικού, δηλαδή των ψιλών (πελταστών, ακοντιστών, τοξοτών, σφενδονητών), εκ των οποίων περίφημοι στην αρχαιότητα ήταν ειδικά οι σφενδονήτες από τις Βαλεαρίδες Νήσους. Το ιππικό αποτελούσαν Καρχηδόνιοι πολίτες και Νουμίδες μισθοφόροι· οι τελευταίοι ήταν έξοχοι ελαφροί ιππείς, ξακουστοί στη Μεσόγειο ως τα τέλη της αρχαιότητας (6ος–7ος αι. μ.Χ.). Εκτός της ποικίλης σύνθεσης του στρατού, οι διαφορετικές εθνικές καταβολές των καρχηδονιακών στρατευμάτων αντανακλούσαν επιπλέον στον εξοπλισμό και στις τακτικές τους. Γενικά, κατά την υπό εξέταση περίοδο (αρχές 5ου–αρχές 3ου αι. π.Χ.), η Καρχηδόνα ήταν σε θέση να συγκεντρώνει, να αποστέλλει και να συντηρεί σε υπερπόντιες, μακρόχρονες και επίπονες, εκστρατείες στη Σικελία πλήθος στρατιωτικών δυνάμεων, της τάξεως των δεκάδων χιλιάδων ανδρών2.

3. Οι αρχαίες Συρακούσες: ίδρυση, πολιτική ιστορία και στρατιωτική οργάνωση

Ακριβώς ογδόντα χρόνια μετά από την ίδρυση της Καρχηδόνας, δηλαδή το 734/3 π.Χ. σύμφωνα με την ευρέως αποδεκτή αρχαιοελληνική χρονολογική παράδοση, ιδρύθηκαν οι Συρακούσες (Siracusa, Ιταλία) με αποστολή αποίκων από τη μητρόπολη της Κορίνθου, που τότε διένυε περίοδο ακμής και ανάπτυξης. Ο αποικισμός των Συρακουσών παραδίδεται ότι οργανώθηκε μεθοδικά από έναν Κορίνθιο ευγενή, τον Αρχία, μέλος της βασιλικής/αριστοκρατικής δυναστείας των Βακχιάδων, που ανήγαν την απώτατη καταγωγή τους στον Ηρακλή, θεωρούνταν δηλαδή Ηρακλείδες. Ο Αρχίας φέρεται να εξαναγκάστηκε σε φυγή μαζί με οπαδούς του ενόσω την Κόρινθο συντάραζε μακρόχρονη αναταραχή και παρατεταμένη πολιτική αστάθεια, που αργότερα επέφερε την εκδίωξη των Βακχιάδων και την άνοδο στην εξουσία των Κυψελιδών τυράννων (μέσα 7ου αι. π.Χ.). Πάντως, ο Αρχίας έφερε σημαδιακό και «προφητικό» όνομα, καθώς φαίνεται πως ως οικιστής θεμελίωσε τη μελλοντική αρχή των Συρακουσών στη Σικελία και ευρύτερα στη Δυτική Μεσόγειο.

Η αρχαία πόλη των Συρακουσών/CHNT Vienna: Siracusa 3D Reborn. An Ancient Greek City brought Back To Life

Η πολιτική ιστορία των Συρακουσών εξελίχτηκε διαφορετικά και αποδείχτηκε πιο ταραγμένη σε σύγκριση με εκείνη της μεγάλης και ιστορικής της αντιπάλου, της Καρχηδόνας. Το πρωταρχικό πολίτευμα των Συρακουσών ήταν μάλλον αριστοκρατικό, στο πρότυπο της Κορίνθου επί εποχής Βακχιαδών. Οι αριστοκράτες απόγονοι των πρώτων αποίκων, οι γαμόροι (δωρ. του: γεωμόρος, δηλαδή γαιοκτήμονας), νέμονταν τη γη και κατείχαν την εξουσία. Στα τέλη του 6ου με αρχές του 5ου αι. π.Χ. οι κυλλύριοι (Ηρόδοτος 7.155) ή καλλικύριοι (Τίμαιος F.8), δηλαδή τα περιθωριακά λαϊκά στρώματα της πόλης (που αντιστοιχούσαν σε κοινωνική θέση περίπου με τους είλωτες της Σπάρτης, τους πενέστες της Θεσσαλίας ή τους κλαρώτες της Κρήτης), ανέτρεψαν και εξόρισαν τους γαμόρους εγκαθιδρύοντας προσωρινά μια πρώιμου τύπου δημοκρατία. Σύντομα, ωστόσο, ο Γέλωνας, τύραννος της Γέλας, επενέβη στην πολιτική διένεξη υπέρ των εξόριστων γαμόρων και τους επανέφερε στην πόλη τους, αλλά κατέλαβε τις Συρακούσες και ανέλαβε προσωπικά την εξουσία (485 π.Χ.), αφήνοντας στη θέση του στη Γέλα ως τύραννο τον μικρότερο αδελφό του, Ιέρωνα. Έκτοτε και για είκοσι χρόνια, οι Συρακούσες κυβερνήθηκαν τυραννικά από τους τρεις αδελφούς της δυναστείας των Δεινομενιδών, Γέλωνα († 478 π.Χ.), Ιέρωνα Α΄ († 467 π.Χ., τον αντικατέστησε στη Γέλα ο αδελφός του Πολύζαλος, που αφιέρωσε στους Δελφούς τον πασίγνωστο Ηνίοχο) και Θρασύβουλο (467/66 π.Χ.).

Τότε, ο λαός (ὁ δᾶμος) των Συρακουσίων επαναστάτησε, ανέτρεψε την τυραννία και εγκαθίδρυσε τη δημοκρατία, η οποία άνθησε κατά τη διάρκεια εκείνης της «χρυσής πεντηκονταετίας» (περ. 466-410 π.Χ.), στο παράλληλο πρότυπο της ανθηρής αθηναϊκής δημοκρατίας, που διένυε φάση μέγιστης ακμής και επιρροής. Μολονότι οι διαθέσιμες σήμερα πηγές είναι φειδωλές χωρίς να επιτρέπουν την εκμαίευση ασφαλών συμπερασμάτων, γνωρίζουμε πως η εκκλησία του δήμου των Συρακούσιων πολιτών συνέστησε το κυρίαρχο πολιτειακό όργανο και εξέλεγε τους τρεις στρατηγούς (που εκπροσωπούσαν τις παραδοσιακές δωρικές φυλές: Υλλείς, Δυμάνες, Παμφύλους). Η δημοκρατία των Συρακουσών υπήρξε μάλλον μετριοπαθέστερη σε σύγκριση με τη ριζοσπαστικότερη αθηναϊκή δημοκρατία της Κλασικής Εποχής.

Εντούτοις, η Σικελική Εκστρατεία των Αθηναίων εναντίον των Συρακουσών θα επέλθει ως σημείο καμπής και θα ανατρέψει εκ βάθρων και διαπαντός το status quo (πολιτικό, γεωστρατηγικό, στρατιωτικό) στη Σικελία. Τελικά, με αφορμή την κρίσιμη καρχηδονιακή εισβολή του 409-404/05 π.Χ. το δημοκρατικό πολίτευμα των Συρακουσών αποσταθεροποιήθηκε και τελικά καταλύθηκε. Έκτοτε, και μέχρι την άλωση της πόλης από τους Ρωμαίους το 212 π.Χ., ενόψει της πάγιας, διαρκούς και σοβαρής καρχηδονιακής απειλής –αλλά χωρίς ποτέ να καταργηθεί τυπικά ως σώμα η εκκλησία του δήμου– οι Συρακούσες κυβερνήθηκαν ουσιαστικά από τυράννους. Αρχικά κυβέρνησε την πόλη η δυναστεία του Διονύσιου Α΄ (Διονύσιος Α΄ ο Πρεσβύτερος, 405-367 π.Χ. – Διονύσιος Β΄ ο Νεότερος, 367-357 και 346-344 π.Χ.). Στη συνέχεια ανέβηκαν στην εξουσία διάφοροι άλλοι τύραννοι, σε πολλές περιπτώσεις ταυτόχρονα και αντιμαχόμενοι αλλήλους, με εξαίρεση τη σύντομη περίοδο παλινόρθωσης της δημοκρατίας στα χρόνια του Τιμολέοντα (περ. 344-336 π.Χ.). Αργότερα, ορισμένοι από τους ηγέτες των Συρακουσών τιτλοφορήθηκαν βασιλείς, όπως ο τύραννος Αγαθοκλής (317-289 π.Χ., βασιλεύς από το 305/04 π.Χ.) και ο στρατηγός Ιέρωνας Β΄ (275-215 π.Χ., βασιλεύς από το 270/65 π.Χ.) στο τότε πρότυπο των Μακεδόνων βασιλέων της ελληνιστικής Ανατολής.

Οι Συρακούσες διέθεταν ένοπλες δυνάμεις οργανωμένες στα γνωστά πρότυπα των ελληνικών πόλεων-κρατών της περιόδου. Τον στρατό ξηράς απάρτιζαν κυρίως οπλίτες βαρέως πεζικού, πολίτες ή μισθοφόροι. Αυτοί τάσσονταν στη μάχη και πολεμούσαν ως κλασική οπλιτική φάλαγγα. Παράλληλα, ελαφρύ πεζικό –πελταστές, ακοντιστές, τοξότες και σφενδονήτες– πλαισίωναν υποστηρικτικά τους οπλίτες. Ονομαστό ήταν εξάλλου το ιππικό των Συρακουσίων ήδη από την εποχή των Δεινομενιδών τυράννων. Επί Διονυσίου Α΄ ο στρατός των Συρακουσών εξοπλίστηκε με ελαφρά και βαρέα τηλεβόλα όπλα (γαστραφέτες, καταπέλτες κ.ο.κ.) που χρησιμοποιήθηκαν κυρίως στις πολιορκίες τειχισμένων πόλεων και οχυρών. Τον πολεμικό στόλο των Συρακουσών απάρτιζαν αρχικά τριακόντοροι, πεντηκόντοροι και διήρεις· τον 5ο αι. π.Χ. κυριάρχησαν στον ναυτικό αγώνα οι τριήρεις, ενώ από τον 4ο αι. π.Χ. οι ισχυρότερες τετρήρεις και πεντήρεις αποτέλεσαν τα κύρια πολεμικά σκάφη. Τα αριθμητικά δεδομένα για τη στρατιωτική ισχύ (στρατό και στόλο) των Συρακουσών αποκαλύπτουν μεγέθη συνήθως μικρότερα ή ενίοτε ανάλογα με τις άλλες δύο μεσογειακές ναυτικές δυνάμεις, Αθήνα και Καρχηδόνα3.

Η αρχαία Σικελία ήταν εξαιρετικά εύφορη περιοχή, ξακουστή στην αρχαιότητα για την παραγωγή σιτηρών εξίσου με την Κάτω Ιταλία (εξού και η κατεξοχήν διάδοση της λατρεία της Δήμητρας, θεάς της γεωργίας, και της Κόρης της Περσεφόνης μεταξύ Σικελιωτών και Ιταλιωτών Ελλήνων). Αρχικά, λέγεται ότι ονομαζόταν Τρινακρία λόγω του περίπου ισοσκελούς τριγωνικού της σχήματος, που ορίζεται από τα εξής ακρωτήρια: Πελωριάδα (Capo Peloro) στα ΒΑ, Πάχυνος (Capo Passero) στα ΝΑ και Λιλύβαιο (Capo Lilibeo) στα Δ, απ’ όπου το «Τρισκέλιον», διαχρονικό σύμβολο της Σικελίας. Ήδη από την ύστερη Εποχή του Χαλκού και την πρώιμη Εποχή του Σιδήρου (περ. 1200-1000 π.Χ.) στη Σικελία κατοικούσαν τρεις λαοί: οι Σικελοί στα ανατολικά, οι Σικανοί στα κεντρικά και οι Έλυμοι στα δυτικά. Σημαντικοί οικισμοί των Σικελών ήταν η Παλική (Palikè), το Αγύριον (Agira, μετέπειτα πατρίδα του Διόδωρου Σικελιώτη), η Κεντόριπα (Centuripe), η Έννα (Enna), η Ύβλα και το Νέητο (Noto Antica)· των Σικανών η Κάμικος και η Ίνυκος· των Ελύμων η Έγεστα (Segesta), ο Έρυξ (Antica Erice, Erice), η Έντελλα (Rocca di Entella), οι Ιεταί (San Giuseppe Jato), οι Αλύκιαι και το Δρέπανον/τα Δρέπανα (Trapani). Οι περισσότεροι οικισμοί των γηγενών βρίσκονταν στην ενδοχώρα, διότι αργότερα τις ακτές της Σικελίας πλημμύρισαν διαδοχικά κύματα αποίκων, κυρίως Ελλήνων αλλά και Φοινίκων.

Πράγματι, από τον 8ο αι. π.Χ. και εξής, πολυάριθμοι Έλληνες άποικοι, Ίωνες και Δωριείς, ίδρυσαν στο πλαίσιο του Β΄ Ελληνικού Αποικισμού (8ος–6ος αι. π.Χ.) πάμπολλες αποικίες στις ανατολικές, νότιες και βόρειες ακτές της Σικελίας. Πρώτοι οι Ίωνες Ευβοείς (κυρίως Χαλκιδείς) ίδρυσαν δύο αποικίες: τη Ζάγκλη (αργότερα Μεσσήνη, Messina), και μαζί με Ίωνες Ναξιώτες τη Νάξο (Giardini Naxos) στις βορειοανατολικές ακτές, συγκεκριμένα στα στρατηγικής σημασίας Στενά της Μεσσήνης που χωρίζουν τη Σικελία από την Ιταλία. Με τη σειρά της, η Νάξος μετατράπηκε σε μητρόπολη τριών νέων αποικιών: Ταυρομένιο (Taormina), Κατάνη (Catania) και Λεοντίνοι (Lentini), από βορρά προς νότο κατά μήκος των ανατολικών ακτών της Σικελίας. Οι Λεοντίνοι ίδρυσαν την Εύβοια (Licodia Eubea) στο εσωτερικό της νοτιοανατολικής Σικελίας. Η Ζάγκλη προμήθευσε αποίκους και έτσι ιδρύθηκαν οι Μύλαι (Milazzo), η Καλή Ακτή ή Καλάκτα (Caronia) και η Ιμέρα (Buonfornello, μαζί με Συρακούσιους φυγάδες) στις βόρειες ακτές της Σικελίας. Με τη σειρά της η Ιμέρα ίδρυσε κοντά άλλες πόλεις-φρούρια, όπως το Κεφαλοίδιον (Cefalù). Εντωμεταξύ, Δωριείς Κορίνθιοι είχαν ιδρύσει τις περίφημες Συρακούσες, οι οποίες με τη σειρά τους ίδρυσαν δικές τους μικρές αποικίες στη νοτιοανατολική Σικελία: τις Άκραι (Palazzolo Acreide), Κασμέναι (πλησίον Buscemi) και Άκριλλαι (Villaggio Gulfi) στην ενδοχώρα, την Έλωρο (Lido di Noto) και Καμάρινα (μεταξύ Scoglitti και Santa Croce Camerina) στις ακτές· έτσι, επεκτάθηκε σταδιακά αλλά σημαντικά η επικράτεια των Συρακουσών. Τα δωρικά Μέγαρα ίδρυσαν τα Υβλαία Μέγαρα (Augusta) και το γειτονικό Τρώτιλον (Brucoli) στην ανατολική ακτή, καθώς και τον Σελινούντα (Marinella di Selinunte) στη νοτιοδυτική ακτή της Σικελίας. Δωριείς Σελινούντιοι αποίκισαν τις Σελινούντιες Θέρμες (Sciacca) και τη Μινώα (Eraclea Minoa) στη νότια ακτή της Σικελίας. Δωριείς Ρόδιοι και Κρήτες ίδρυσαν τη Γέλα (Gela), μεγάλη αποικία στη νότια σικελική ακτή, ενώ Ρόδιοι και Κνίδιοι εγκαταστάθηκαν στη Μελιγουνίδα ή Λιπάρα νήσο (Lipari) βόρεια της Σικελίας· σταδιακά, όλα τα κατοικήσιμα νησιά στο σύμπλεγμα των Αιολίδων Νήσων (Isole Eolie) αποικίστηκαν από Έλληνες. Οι Δωριείς Γελώοι ίδρυσαν, τέλος, μια ακόμη αποικία που έμελλε σύντομα να γιγαντωθεί: ήταν ο Ακράγας/Ακράγαντας (Agrigento).

Επομένως, ήδη από τον 6ο αι. π.Χ. οι ελληνικές περιοχές είχαν εξαπλωθεί, ωσότου σταδιακά κάλυψαν σχεδόν όλο το μήκος των ανατολικών και νότιων ακτών της Σικελίας, με εκτενείς παράκτιους θύλακες επίσης απλωμένους στις βόρειες ακτές. Από τον 5ο αι. π.Χ. και εξής, οι Έλληνες άποικοι της Σικελίας αναφέρονται ως «Σικελιώτες»· παρομοίως, οι ομοεθνείς τους στην Κάτω Ιταλία επονομάζονταν «Ιταλιώτες». Μάλιστα, παρά τη διαλεκτική διαίρεση σε ιωνικής και δωρικής καταγωγής αποίκους,, οι κοινοί αγώνες των Σικελιωτών Ελλήνων πρώτα εναντίον των Αθηναίων και ύστερα ιδίως εναντίον των Καρχηδονίων προκάλεσαν τη σφυρηλάτηση μιας σχετικά ομοιογενούς τοπικής ελληνικής ταυτότητας, η οποία σταδιακά αγκάλιασε και τους ελληνίζοντες ή εξελληνισμένους λαούς του νησιού.

Από τη μεριά τους, οι Φοίνικες και οι Καρχηδόνιοι συσπειρώθηκαν ενόψει της διογκούμενης εγκατάστασης και παραθαλάσσιας επέκτασης των Ελλήνων αποίκων και σταδιακά συνοίκισαν τρεις μεγάλες αποικίες-εμπορία στη δυτική και βορειοδυτική ακτή της μεγαλονήσου: τη Μοτύη ή Μοτύα (φοιν. Mṭwʾ ή Hmṭwʾ, ιταλ. Mozia ή San Pantaleo), την Πάνορμο (φοιν. Zyz/Ziz ή Ṣyṣ, ιταλ. Palermo) και τον Σολούντα (φοιν. Kapara/Kafara ή Kprʾ, ιταλ. Santa Flavia-Solanto)4.

Οι πρώτες αξιομνημόνευτες συγκρούσεις Καρχηδονίων και Ελλήνων στη Σικελία χρονολογούνται από τον 6ο αι. π.Χ. Γύρω στο 580 π.Χ. Ρόδιοι και Κνίδιοι με αρχηγό-οικιστή τον Πένταθλο επιχείρησαν να αποικίσουν παράκτιες περιοχές στη νοτιοδυτική και δυτική Σικελία. Από εκεί εκδιώχθηκαν τελικά χάρη σε συνεργασία Καρχηδονίων και Ελύμων. Ύστερα, οι Καρχηδόνιοι με επικεφαλής τον Μάλχο προέβησαν σε μια πρώτη, περιορισμένη επέμβαση στη Σικελία περίπου το 550 π.Χ. ώστε να υπερασπιστούν τις τοπικές φοινικικές αποικίες και να διαφυλάξουν τις θαλάσσιες εμπορικές οδούς με τις υπόλοιπες φοινικικές εγκαταστάσεις σε Σαρδηνία και Κορσική. Αργότερα, το 510 π.Χ., Καρχηδόνιοι και Εγεσταίοι απέκρουσαν νέα απόπειρα Πελοποννησίων υπό τον Σπαρτιάτη Δωριέα, γόνο του βασιλικού οίκου των Αγιαδών και αδελφό των βασιλέων Κλεομένη (ετεροθαλή), Λεωνίδα και Κλεόμβροτου (ομομήτριο), να συστήσουν ξανά αποικία δυτικά του Σελινούντα. Τα υπολείμματα των ηττημένων αποίκων κατέφυγαν στη Μινώα, στις εκβολές του ποταμού Αλυκού (Platani)· έκτοτε, η πόλη απέκτησε τον επιπλέον προσδιορισμό Ηράκλεια Μινώα5.

1. Αιτίες και αφορμή του πολέμου

Η πρώτη μεγάλη μάχη μεταξύ Καρχηδονίων και Συρακουσίων έλαβε χώρα το 480 π.Χ. στην Ιμέρα, κοντά στις δύο καρχηδονιακές αποικίες της Πανόρμου και του Σολούντα, στη βόρεια ακτή της Σικελίας. Εκεί συγκρούστηκαν ένας ισχυρός στρατός συνασπισμένων Ελλήνων υπό την ηγεσία των τυράννων Γέλωνα των Συρακουσών και Θήρωνα του Ακράγαντα με ένα μεγάλο εκστρατευτικό σώμα Καρχηδονίων και συμμάχων τους από τη Β. Αφρική, την Ιβηρική και τα νησιά της Δ. Μεσογείου, υπό την ηγεσία του στρατηγού-βασιλιά Αμίλκα. Στις αρχές του 5ου αι. π.Χ. είχαν σχηματιστεί και ανταγωνίζονταν μεταξύ τους δύο ισχυροί και αντίρροποι πόλοι τυραννικής εξουσίας στην ελληνική Σικελία: ο νότιος «δωρικός» άξονας Συρακουσών/Γέλας-Ακράγαντα, υπό τους Γέλωνα και Θήρωνα, και ο βόρειος «ιωνικός» άξονας Ρηγίου-Ιμέρας, υπό τους Αναξίλαο και Τήριλλο, αντίστοιχα. Σταδιακά, ο Γέλωνας σε αγαστή συνεργασία με τον πεθερό του Θήρωνα, άρχισαν να απειλούν σοβαρά την κυριαρχία του Αναξίλαου και του πεθερού του Τηρίλλου· τελικά, ο νότιος άξονας εξαπλώθηκε σημαντικά εις βάρος του βόρειου.

Μεταξύ των ετών 491-481 π.Χ. ο Γέλωνας είχε ήδη επεκτείνει σημαντικά την επιρροή του στη Σικελία. Τότε, μετέφερε από τη Γέλα και εγκατέστησε στις Συρακούσες την πρωτεύουσα του διευρυμένου κράτους του, γιατί είχε διαβλέψει προνοητικά τις απεριόριστες δυνατότητες επέκτασης της πόλης και της μελλοντικής της καθιέρωσης ως μητρόπολης του Ελληνισμού της Σικελίας.

Εποίκισε, λοιπόν, τις Συρακούσες με κατοίκους από τη Γέλα, την Καμάρινα και τα Υβλαία Μέγαρα ακόμη και με τη βία· παράλληλα, προσείλκυσε στην πόλη και πολιτογράφησε ως Συρακούσιους χιλιάδες άλλους Έλληνες, κυρίως μισθοφόρους στρατιώτες. Έτσι, χάρη σε μεθοδικά οργανωμένη δημογραφική πολιτική μέσω στοχευμένων μετοικεσιών και πολιτογραφήσεων, επιδίωξε και πέτυχε να αυξήσει σημαντικά τον συνολικό πληθυσμό της πόλης. Επιπλέον, ενίσχυσε τις οχυρώσεις των Συρακουσών τειχίζοντας τη συνοικία της Αχραδίνας βορείως της χερσονήσου της Ορτυγίας που ως τότε συνιστούσε τον πυρήνα της μικρής ακόμη σε έκταση πόλης. Παράλληλα, ο οικιστικός τομέας των Συρακουσών επεκτάθηκε και εκτός τειχών· έκτοτε, άρχισαν να αναπτύσσονται δίπλα και βορείως της Αχραδίνας δύο ακόμη συνοικίες, η Νεάπολη και η Τύχη, ώστε να ικανοποιηθούν οι αυξημένες ανάγκες στέγασης λόγω της αθρόας εισροής νέων κατοίκων, πολιτών και μετοίκων6.

Τέλος, ο Γέλωνας σχημάτισε ισχυρό στρατό ξηράς και ναυτικό7. Η σημαντική ενίσχυση του στρατού και στόλου των Συρακούσιων απέδωσε καρπούς, αφού οι Συρακούσες υπό τους τυράννους Γέλωνα και Ιέρωνα Α΄ αντίστοιχα επικράτησαν σε δύο αποφασιστικές συγκρούσεις για την τύχη του Ελληνισμού της Μεγάλης Ελλάδας: στη Μάχη της Ιμέρας το 480 π.Χ. εναντίον των Καρχηδονίων και στη Ναυμαχία της Κύμης το 474 π.Χ. εναντίον των Τυρρηνών (Ετρούσκων)8.

Την ίδια περίοδο, ο Θήρωνας άρχισε παρομοίως να εφαρμόζει δυναμική επεκτατική πολιτική σε βάρος γειτονικών ελληνικών πόλεων-κρατών. Προς δυσμάς απέσπασε την αποικία της Ηράκλειας Μινώας από την επικυριαρχία του Σελινούντα και την προσάρτησε στο κράτος του Ακράγαντα. Προς βορρά, ο Θήρωνας κατέλαβε την Ιμέρα και εκδίωξε από κει τον τύραννο Τήριλλο, ο οποίος κατέφυγε εξορισμένος στην αυλή του γαμπρού του Αναξίλαου στο Ρήγιο (Reggio di Calabria). Τότε, οι δύο προαναφερθέντες τύραννοι στράφηκαν απεγνωσμένοι προς τους Καρχηδονίους, στους οποίους απηύθυναν έκκληση να επέμβουν ώστε να περιορίσουν επιτέλους τη φρενήρη εξάπλωση της δύναμης των τυράννων Γέλωνα και Θήρωνα στη Σικελία.

Πράγματι, η Καρχηδόνα συμφώνησε να διενεργήσει μεγάλη ναυτική και πεζική εκστρατεία και να στηρίξει ενεργά τον τύραννο Αναξίλαο του Ρηγίου, ούτως ώστε συνεργαζόμενοι να αποκαταστήσουν στην Ιμέρα τον εξορισμένο τύραννο Τήριλλο. Σε εκείνη τη συμμαχία προστέθηκε ο Σελινούντας· οι Σελινούντιοι συμπαρατάχθηκαν με τους Καρχηδόνιους και τους Ρηγίνους χολωμένοι ύστερα από την απώλεια της Ηράκλειας Μινώας και την επέκταση του Ακράγαντα προς τα εδάφη τους. Έτσι, οι Καρχηδόνιοι συμμάχησαν με δύο από τις μεγαλύτερες και ισχυρότερες πόλεις-κράτη της Μεγάλης Ελλάδας εκείνη την εποχή, το Ρήγιο και τον Σελινούντα, με τελικό στρατηγικό στόχο την ένοπλη επιβολή επί του διδύμου Συρακουσών/Γέλας-Ακράγαντα. Γενικά, έχει υποστηριχθεί μέσω αρχαιολογικών τεκμηρίων ότι από τα τέλη του 6ου αι. έως τις αρχές του 4ου αι. π.Χ. επικράτησε οικονομική στασιμότητα γενικότερα στη λεκάνη της Δυτικής Μεσογείου, δεδομένο που ενδεχομένως συνεισέφερε στην αύξηση της αναταραχής, των ανταγωνισμών και των συγκρούσεων στην περιοχή εκείνη ακριβώς την περίοδο9.

Η Μάχη της Ιμέρας, 480 π.Χ. / Battles of the Ancients: How the Battle of Himera Started the Sicilian Wars

2. Πιθανή συνάφεια του Α΄ Σικελικού Πολέμου με τους Περσικούς Πολέμους

Οι Καρχηδόνιοι βρήκαν, λοιπόν, την αφορμή που ζητούσαν από καιρό ώστε να επέμβουν δυναμικά στη Σικελία και να επεκτείνουν την κυριαρχία και την επιρροή τους, επιχειρώντας να εκμεταλλευτούν εντέχνως και προς όφελός τους τις έριδες μεταξύ των Ελλήνων της Μεγάλης Ελλάδας. Την απόφασή τους να διοργανώσουν μια τόσο φιλόδοξη και χωρίς προηγούμενο υπερπόντια εκστρατεία ενίσχυσε πιθανότατα η παράλληλη διενέργεια της εκστρατείας του Πέρση Μεγάλου Βασιλιά Ξέρξη εναντίον της μητροπολιτικής Ελλάδας. Από τις πηγές δεν τεκμαίρεται παρά μόνον υπονοείται ότι ίσως Περσία και Καρχηδόνα συνεργάστηκαν άμεσα ή έστω συνεννοήθηκαν και συντόνισαν τις πολεμικές τους επιχειρήσεις, ώστε να επιτεθούν και να προσβάλλουν ταυτόχρονα τους Έλληνες από Ανατολή και Δύση. Αδυνατούμε, επομένως, να επιβεβαιώσουμε με ασφάλεια ότι οι δύο δυνάμεις συνδύασαν τη δράση εναντίον του Ελληνισμού. Ωστόσο, είναι γεγονός ότι, ενόσω οι Πέρσες προετοίμαζαν και κινητοποιούσαν τις κολοσσιαίες στρατιωτικές και ναυτικές τους δυνάμεις για την εισβολή στην Ελλάδα, τα νέα της επερχόμενης, φοβερής περσικής εκστρατείας είχαν προηγουμένως κυκλοφορήσει ευρύτερα στον κόσμο της Μεσογείου.

Όσον αφορά τη Δυτική Μεσόγειο, εκείνες οι πληροφορίες φαίνεται πως λειτούργησαν αμφίδρομα και διττά: όταν οι συνήθως συνετοί και συντηρητικοί Καρχηδόνιοι πληροφορήθηκαν τις εξελίξεις –πιθανότατα από συμπατριώτες τους της μητρόπολης Τύρου με τους οποίους είχαν στενές διαχρονικά επαφές– τις θεώρησαν ως χρυσή ευκαιρία, ώστε να εισβάλουν με περισσότερες πιθανότητες επιτυχίας στη Σικελία, ενόσω δηλαδή οι Έλληνες της μητροπολιτικής Ελλάδας θα αδυνατούσαν να προστρέξουν σε βοήθεια των απειλούμενων ομοεθνών τους στη Δύση. Αυτή θεωρούμε ως την πιθανότερη και ασφαλέστερη εκτίμηση για την όντως περίεργη και όχι τόσο τυχαία (παρότι ίσως ακούσια παρά εκούσια) σύμπτωση των δύο εχθρικών επιθέσεων από Ανατολή και Δύση εναντίον του συνόλου σχεδόν του ελεύθερου Ελληνισμού. Από την άλλη, γνωρίζουμε με βεβαιότητα ότι οι Σικελιώτες Έλληνες απέκρουσαν τις αλλεπάλληλες, αγωνιώδεις εκκλήσεις των συμπατριωτών τους της κυρίως Ελλάδας για συμπαράσταση και συνδρομή στον υπέρ πάντων αγώνα εναντίον της τρομακτικής πολεμικής μηχανής της περσικής αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών. Μάλιστα, αιωρήθηκαν εναντίον τους αιχμές και μομφές για καιροσκοπισμό λόγω της απορριπτικής τους στάσης. Πλέον, εικάζεται ότι ο πραγματικός και ουσιαστικός λόγος εκείνης της άρνησης ήταν οι ανησυχητικές πληροφορίες ότι οι Καρχηδόνιοι είχαν αρχίσει ήδη να κινητοποιούνται εναντίον της ελληνικής Σικελίας10.

3. Μάχη της Ιμέρας (480 π.Χ.): ένας αποφασιστικής σημασίας ελληνικός θρίαμβος

Το καλοκαίρι του 480 π.Χ., καρχηδονιακός στρατός και στόλος, θρυλούμενης ισχύος 100.000 ανδρών, 200 πολεμικών και άλλων 1.000 μεταγωγικών πλοίων με διοικητή τον ηγεμόνα Αμίλκα, αποβιβάστηκε στην Ιμέρα και άρχισε αμέσως να την πολιορκεί. Γι’ αυτό, ο Αμίλκας δημιούργησε δύο οχυρά στρατόπεδα στα δυτικά της πόλης, ένα ναυτικό βορειότερα στην ακτή και ένα πεζικό νοτιότερα στην ενδοχώρα. Τις τάξεις των καρχηδονιακών στρατευμάτων επάνδρωνε παραδοσιακά πανσπερμία λαών και φυλών: Καρχηδόνιοι και διάφοροι άλλοι Φοίνικες, Νουμίδες και Λίβυες από τη Βόρεια Αφρική, Ίβηρες και Λίγυρες από την ηπειρωτική Δυτική Ευρώπη, γηγενείς Σαρδηνοί και Κορσικανοί από τα δύο μεγάλα ομώνυμα νησιά της Μεσογείου.

Την Ιμέρα υπερασπιζόταν ο ίδιος ο Θήρωνας επικεφαλής ικανής στρατιωτικής φρουράς. Ο Γέλωνας έσπευσε από τις Συρακούσες με ισχυρό εκστρατευτικό σώμα, φημολογούμενης ισχύος 50.000 πεζών και 5.000 ιππέων, να ενισχύσει τον Θήρωνα στην άμυνα και υπεράσπιση της Ιμέρας. Καταρχάς, πέτυχε να σπάσει την πολιορκία της Ιμέρας και αμέσως μετά κατασκεύασε οχυρό στρατόπεδο στα ανατολικά της πόλης. Έτσι, η παρεμβολή των Συρακούσιων αφενός ενίσχυε τις τάξεις των πολιορκημένων, ενώ αφετέρου εξουδετέρωνε την πιθανότητα ο πολιορκημένος στην Ιμέρα Θήρωνας να περικυκλωθεί από τις δυνάμεις του Αμίλκα και του Αναξίλαου. Βέβαια, ο τελευταίος δεν πρόλαβε ποτέ να φτάσει εγκαίρως στο πεδίο της μάχης επικεφαλής στρατού, ώστε να ενισχύσει τους Καρχηδόνιους συμμάχους του. Τότε, Γέλωνας και Θήρωνας πληροφορήθηκαν κατά τύχη ότι επικουρίες των Σελινούντιων πλησίαζαν να ενωθούν με τους Καρχηδόνιους· προκάλεσαν, λοιπόν, με τέχνασμα τη μάχη ώστε να αποτρέψουν τη συνένωση και συνεργασία μεταξύ τους και να συντρίψουν με ένα μόνο πλήγμα τους Καρχηδονίους προτού ισχυροποιηθούν περαιτέρω. Αρχικά, προσποιούμενοι συμμάχους Σελινούντιους ιππείς, επιτέθηκαν και εισέβαλαν στο βόρειο ναυτικό –ασθενέστερο σε αριθμούς στρατιωτών και φύλαξη– καρχηδονιακό στρατόπεδο πυρπολώντας και καταστρέφοντας τα εχθρικά πλοία. Στη συνέχεια οι ελληνικές δυνάμεις διενέργησαν από κοινού μαζική έξοδο και κυκλωτική έφοδο εναντίον του κυρίως πεζικού καρχηδονιακού στρατοπέδου στο νότο, όπου έδρευε η μάζα των καρχηδονιακών στρατευμάτων εισβολής. Εκεί περικύκλωσαν, κατέσφαξαν ή αιχμαλώτισαν ύστερα από μια ανηλεή «μάχη εξόντωσης» (Vernichtungsschlacht) όλους σχεδόν τους «βάρβαρους» εχθρούς. Η μάχη έληξε με αποφασιστική νίκη των Σικελιωτών Ελλήνων. Ο καρχηδονιακός στρατός και στόλος εξολοθρεύθηκαν, ενώ ο ίδιος ο Αμίλκας έχασε με δραματικό τρόπο τη ζωή του. Αντί να περικυκλωθούν και να εξοντωθούν οι σικελιώτικες δυνάμεις του Θήρωνα και του Γέλωνα από τη συνδυασμένη ισχύ των αντιπάλων τους, τελικά εκτέθηκαν μεταξύ «σφύρας και άκμονος» και εξοντώθηκαν πλήρως οι καρχηδονιακές δυνάμεις του Αμίλκα!

4. Οι κυριότερες συνέπειες της Μάχης της Ιμέρας

Ο Γέλωνας δεν ηγήθηκε περαιτέρω επιθέσεων εναντίον των καρχηδονιακών κτήσεων στη δυτική Σικελία, ούτε επιτέθηκε στο Ρήγιο στην Κάτω Ιταλία, πόσο μάλλον στην Καρχηδόνα στη Βόρεια Αφρική, μολονότι προς στιγμή οι Καρχηδόνιοι φοβήθηκαν τα χειρότερα και προετοίμασαν την πρωτεύουσά τους για πολιορκία ενόψει της ολοσχερούς στρατιωτικής συντριβής τους! Αντιθέτως, η σύρραξη έληξε με την επιβολή μετριοπαθών και όχι δυσβάστακτων όρων στην Καρχηδόνα· οι ηττημένοι Καρχηδόνιοι υποχρεώθηκαν βέβαια σε καταβολή βαριάς πολεμικής αποζημίωσης ύψους 2.000 αργυρών ταλάντων (βάρους περίπου 52 τόνων αξίας 12.000.000 αργυρών αττικών δραχμών), αλλά δεν έχασαν εδάφη, ούτε απώλεσαν τα προγεφυρώματά τους στο δυτικό άκρο της Σικελίας.

Με αυτή τη ρύθμιση, ο Γέλωνας επιχείρησε μάλλον να παρεμποδίσει την υπερβολική ανάπτυξη της δύναμης του Θήρωνα και των Ακραγαντίνων διατηρώντας στον ρόλο του αντίπαλου δέους τους ηττηθέντες Καρχηδονίους και τις τρεις αποικίες-προπύργια που συνέχισαν να διατηρούν και να κατέχουν ακώλυτα στη Σικελία. Βέβαια, η συμμαχία και στενή συνεργασία μεταξύ Συρακουσών και Ακράγαντα σήμανε τον έλεγχο σχεδόν ολόκληρης της Σικελίας από τον συνασπισμό των δύο αυτών ελληνικών πόλεων για δεκαετίες. Την πρωτοκαθεδρία τους αναγνώρισαν ακόμη και οι αντίπαλες ισχυρές ελληνικές πόλεις του Ρηγίου και του Σελινούντα, που προσδέθηκαν έκτοτε στο άρμα των Συρακουσών11.

Ο ελληνικός θρίαμβος στη Μάχη της Ιμέρας αποτυπώθηκε εύγλωττα εκείνη την ηρωική για τους Έλληνες περίοδο εθνικής ανάτασης σε επίγραμμα του λυρικού ποιητή Σιμωνίδη του Κείου, εμπνευστή ανάλογων επιγραμμάτων που «κοσμούν» και διαλαλούν στην αιωνιότητα το κλέος των Περσικών Πολέμων. Το σχετικό επίγραμμα που αναρτήθηκε στους Δελφούς –στον Ομφαλό της Γης και της Ελλάδας– περιλαμβάνει τους εξής εγκωμιαστικούς στίχους, οι οποίοι είναι τόσο εκφραστικοί και παραστατικοί, ώστε με ωθούν να ολοκληρώσω ποιητικά το παρόν άρθρο:

Φημὶ Γέλων᾽, Ἱέρωνα, Πολύζηλον, Θρασύβουλον,

παῖδας Δεινομένευς τοὺς τρίποδας θέμεναι,

βάρβαρα νικήσαντας ἔθνη, πολλὴν δὲ παρασχεῖν

σύμμαχον Ἕλλησιν χεῖρ᾽ ἐς ἐλευθερίην12.

Anthologia Graeca vol. I: libr. 6, ed. H. Beckby, München 21965

Antiochi Fragmenta, ed. K. Müller, Fragmenta Historicorum Graecorum I, Paris 1841, σ. 181-184

Aristotelis politica, ed. W.D. Ross, [Oxford Classical Texts (OCT)] Oxford 1957

Diodorus of Sicily vol. III: Books IV (continued)–VIII, vol. IV: Books IX–XII.40, ed.-transl. C.H. Oldfather, [Loeb Classical Library (LCL)] London/Cambridge MA 1939, 1946 [https://penelope.uchicago.edu/Thayer/e/roman/texts/diodorus_siculus/home.htmlhttps://www.theoi.com/Text/DiodorusSiculus4A.html (μόνο αγγλ. μτφ.)]

Ephoros von Kyme, F. Jacoby (ed.), Die Fragmente der griechischen Historiker (FGrHist), II.A, 70, Leiden 1986, σ. 37-109

Frontinus The Stratagems and Aqueducts of Rome, ed.-transl. C.E. Bennett, [LCL] London/New York 1925 [https://penelope.uchicago.edu/Thayer/E/Roman/Texts/Frontinus/Strategemata/home.html]

Hérodote Histoires. Tome V. Livre V: Terpsichore, Tome VII. Livre VII: Polymnie, ed. Ph.-E. Legrand, [Collection des universités de France (CUF). Série grecque – Collection Budé 104, 113] Paris 1951 [αρχαιοελλ. κείμενο και νεοελλ. απόδοση βιβλ. 5 «Τερψιχόρη» και 7 «Πολύμνια»: Η. Σπυρόπουλος (1992, 1993). «Μνημοσύνη» Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ): https://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/library/index.html?author_id=153]

Justin Abrégé des Histoires Philippiques de Trogue Pompée. Tome I. Livres I-X, Tome II. Livres XI-XXIII, eds. B. Mineo/G. Zecchini, [CUF. Série latine 413, 418], Paris 2016-2020 [λατ. κείμενο με αγγλ. και γαλλ. μτφ. (J.S. Watson, 1853 ‖ M.-P. Arnaud-Lindet, 2003, αντίστοιχα) στο: https://www.forumromanum.org/literature/justinx.html. Αγγλική μτφ. και στο: http://www.attalus.org/info/justinus.html]

Pausaniae Graciae descriptio, vol. III: Libri IX-X, ed. F. Spiro, [Bibliotheca Scriptorum Graecorum et Romanorum Teubneriana (BT)] Lipsiae 1903 [https://www.theoi.com/Text/Pausanias1A.html (μόνο αγγλ. μτφ. έκδ. Loeb)]

Polyaeni Strategematon Libri VIII, eds. E. Woelfflin/J. Melber, [BT] Stuttgart 21970 [http://www.attalus.org/info/polyaenus.html]

Polybius The Histories in six volumes, Vol. IV (Books IX-XV), ed.-transl. W.R. Paton, [LCL] London/New York 1925 [https://penelope.uchicago.edu/Thayer/e/roman/texts/polybius/home.html]

Pseudo-Scymnus ad Nicomedem regem, vv. 1-980 (sub titulo orbis descriptio), ed. K. Müller, [Geographi Graeci minores 1] Hildesheim 21965, σ. 196-237

Scholia vetera in Pindari carmina, vol. II: Scholia Pythiorum, ed. A.B. Drachmann, [BT] Amsterdam 21967

Strabonis geographica, vol. I, rec. A. Meineke, [BT] Graz 21969 [https://penelope.uchicago.edu/Thayer/e/roman/texts/strabo/home.html]

Thucydidis historiae, vol. II: Libri V-VIII, eds. H.S. Jones/J.E. Powell, [OCT] Oxford: 21967 [αρχαιοελλ. κείμενο και νεοελλ. απόδοση: Α.Σ. Βλάχος (2008). «Μνημοσύνη» ΚΕΓ: https://www.greeklanguage.gr/digitalResources/ancient_greek/library/index.html?author_id=160]

Timaios, F. Jacoby (ed.), Die Fragmente der griechischen Historiker (FGrHist), III.B, 566, Leiden 1986, σ. 581-658

  1. Πρβ. Δρόκαλος 2017: 9-10 ↩︎
  2. Αριστοτέλης Πολ. 2.1272b-1273a. – Justinus 18.3-7, 19.1-2. ‖ Warmington 1960: 13-33, 114-135. – Lloyd 1977: 49-53, 61-73, 91-104. – Wise 1993: 4-23. – Braudel 2000: 290-305. – Goldsworthy 2003: 26-36. – Fields 2010: 4-6, 12 κ.ε. – Steinby 2014: 26-27, 33-35. – Miles 2011: 20-42. – Hoyos 2015: 14-23. – DeSantis 2016: 42-48. – Δρόκαλος 2017: 11-26. – Γρηγορόπουλος 2017: 67-85. – Hoyos 2019: 7-31. – Hoyos 2021: 1-52. ↩︎
  3. Δρακόπουλος 2006: 199, 205. – Ναστούλης 2006: 304. – Μοράκης 2006. – Dummett 2010: chapters 1-5. – Evans 2016. ↩︎
  4. Έφορος F.135-137b : Στράβων 6.2.1, 6.2.4, 6.2.2 και Ψευδο-Σκύμνος 264-277. – Τίμαιος F.164 : Διόδωρος 5.1-11. – Θουκυδίδης 6.2. – Διόδωρος 4.78-79, 83-85· 5.1-11. – Ψευδο-Σκύμνος 264-299. – Στράβων 6.2. – Justinus 4.1-3. ‖ Warmington 1960: 33-44. – Σακελλαρίου 1971. – Braudel 2000: 340-347. – Smith/Serrati 2000: Part I. Sicily and Colonisation. – Ross Holloway 2004: 43-55, 83-96, 155-156. – Benjamin 2006: 20-49. – Δρακόπουλος 2006: 196-201. – Ναστούλης 2006: 302-305. – Ξυδόπουλος 2007 [2022]. – De Simone 2008. – Champion 2010: 21-33. – Dummett 2010: 8. – Hall 2012. – Tribulato 2012: 7-10, 23-31. – Steinby 2014: 26-29. – Cipolla 2015. – Norwich 2015: Chapters 1-2. – De Angelis 2016. – Δρόκαλος 2017: 26-31. – Hoyos 2019: 45-46. – Mackay 2021: 16-31. ↩︎
  5. Πένταθλος: Αντίοχος F.2 : Παυσανίας Φωκικά 10.11. – Τίμαιος F.164 : Διόδωρος 5.9.2-5. Μάλχος: Justinus 18.7. Δωριέας: Ηρόδοτος 5.42-48. ‖ Lloyd 1977: 54-56. – Champion 2010: 51-54. – Miles 2011: 37, 42-43. – Μπελέζος 2014: 11-12. – Δρόκαλος 2017: 31-35. – Hoyos 2019: 33-41, 44-45. – Hoyos 2021: 53-54. ↩︎
  6. Mignosa 2020: 247-254. Νεάπολη και Τύχη περικλείστηκαν στον οχυρωματικό περίβολο των Συρακουσών αργότερα, αλλά πάντως πριν από τη «Σικελική Εκστρατεία» των Αθηναίων το 415-413 π.Χ.. Evans 2016: σημ. 31 σ. 72. ↩︎
  7. Η ενίσχυση της στρατιωτικής ισχύος των Συρακουσών αναλογούσε σε μέγεθος με την αντίστοιχη της Αθήνας χάρη στο ναυτικό πρόγραμμα του Θεμιστοκλή. Αξίζει, επομένως, να παρατηρήσουμε ότι οι δύο πρόμαχοι του Ελληνισμού σε Ανατολή και Δύση, Αθήνα και Συρακούσες, εξοπλίστηκαν ταυτόχρονα· τα εξοπλιστικά τους προγράμματα συνέβαλαν τα μέγιστα στην απόκρουση Περσών και Καρχηδονίων αντίστοιχα. Πρβ. Πελεκίδης 1971: 355. ↩︎
  8. Ηρόδοτος 7.154-156, 165. – Διόδωρος 10.28-29. ‖ Πελεκίδης 1971: 354-355. – Benjamin 2006: 49-51. – Ναστούλης 2006: 303-304. – Μοράκης 2006: 204-207. – Dummett 2010: 9-11. – Champion 2010: 54-63. – Μπελέζος 2014: 13-19. – Morgan 2015: 23-25, 52-61. – De Angelis 2016: 101-106, 180-188. – Evans 2016: 19-26. – Δρόκαλος 2017: 43-47. ↩︎
  9. Steinby 2014: 38-39. – De Angelis 2020. ↩︎
  10. Ηρόδοτος 7.157-164. –Έφορος F.186 : Sch. Pind. P 1.146a-b. – Τίμαιος F.94 : Πολύβιος 12.26b.1-3. – Διόδωρος 11.1. – Justinus 19.1.10-12. ‖ Champion 2010: 63-64. – Μπελέζος 2014: 12-13. – Morgan 2015: 25-86. – Evans 2016: 26-33, 38-40. – Δρόκαλος 2017: 47-48. – Αραποπούλου 2019: 99-100. ↩︎
  11. Ηρόδοτος 7.165-167. – Διόδωρος 11.20-25 και 38. – Έφορος F.186 : Sch. Pind. P 1.146a-b. – Τίμαιος F.20 : Sch. Pind. P 2.2. – Frontinus Strat. 1.11.18. – Πολύαινος Στρατ. 1.27-28. ‖ Warmington 1960: 44-48. – Πελεκίδης 1971: 355-356. – Lloyd 1977: 57-58. – Prayon 2004: 88-89. – Benjamin 2006: 51-55. – Μοράκης 2006: 207-210. – Champion 2010: 64-73. – Dummett 2010: 11-13. – Miles 2011: 49-50. – Μπελέζος 2014: 12-27. – Steinby 2014: 41. – DeSantis 2016: 50. – Evans 2016: 33-42. – Δρόκαλος 2017: 48-57. – Hoyos 2019: 46-51. – Hoyos 2021: 54-55. Για ομαδικούς τάφους (σαν τους περίφημους «δεσμώτες του Φαλήρου») που συνδέονται με τη Μάχη της Ιμέρας το 480 π.Χ. βλ. Sulosky Weaver 2015: 135. – Vassallo 2020. ↩︎
  12. «Διαλαλώ ότι οι Γέλωνας, Ιέρωνας, Πολύζαλος, Θρασύβουλος, του Δεινομένη γιοι, τους τρίποδες αφιέρωσαν, βάρβαρα νικώντας έθνη, ενώ προσέφεραν στους Έλληνες πολύ συμμαχική επικουρία για την ελευθερία». Στα Sch. Pind. P 1.152b διασώζεται η ανωτέρω ηρωική εκδοχή, ενώ αντιθέτως αφηρωισμένη στα σιμωνίδεια επιγράμματα της Anthologia Graeca (πρβ. AG 6.214). ↩︎
Avatar photo
Γεώργιος Καλαφίκης

Ο Γεώργιος Καλαφίκης είναι Διδάκτωρ Βυζαντινής Ιστορίας, φιλόλογος Δ.Ε. στο Μουσικό Σχολείο Θεσσαλονίκης, επιστημονικός συνεργάτης αποσπασμένος στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.

Άρθρα: 2