1. Εισαγωγή
Η χαρτογραφία υπήρξε το βασικότερο μέσο αντίληψης του γεωχώρου από τον άνθρωπο. Η εξέλιξή της βάδισε παράλληλα με την εξέλιξη της ιστορίας του ανθρώπινου πολιτισμού. Από τα αρχαία χρόνια ο άνθρωπος θέλησε να έχει την εποπτεία, τόσο του γύρω χώρου του, όσο και των πιο απομακρυσμένων περιοχών. Ορόσημο στην ιστορία της χαρτογραφίας αποτέλεσε η επανέκδοση κατά την Αναγέννηση, της Γεωγραφίας του Κλαύδιου Πτολεμαίου, η οποία αποτύπωνε το μεγαλύτερο τμήμα του τότε γνωστού κόσμου, από τα βρετανικά νησιά έως την μακρινή Ταπροβάνη (σημ. Σρι Λάνκα). Ο χάρτης αποτέλεσε χρήσιμο εργαλείο για εμπόρους, στρατιωτικούς, ιστορικούς, αρχαιολόγους, περιηγητές και προσκυνητές. Οι παλιοί χάρτες, ατελείς και ανακριβείς κατά κανόνα, είχαν πέρα από τη χρηστική και μία αξία αισθητική, ως έργα τέχνης. Ο αισθητικός τους ρόλος αποτυπώνονταν στο ζωγραφισμένα διάχωρα (cartouche), τα οποία έβριθαν πληροφοριών και συμβολισμών. Με την πάροδο του χρόνου η αισθητική αυτή διάσταση υποχώρησε και ο χάρτης απέκτησε μία καθαρά χρηστική αξία. Η μετάβαση αυτή επιτελείται όταν η γεωγραφική αποτύπωση αρχίζει να γίνεται με την ακρίβεια μαθηματικών μετρήσεων. Ο 18ος αιώνας είναι από την άποψη αυτή καθοριστικής σημασίας για την ανάπτυξη της επιστημονικής χαρτογραφίας. Η στρατιωτική χαρτογραφία εξελίσσεται πλέον ως ένας αυτόνομος κλάδος. Η Αυστρία αποτέλεσε ένα πρώιμο κέντρο αυτής της νεότερης χαρτογραφικής παραγωγής. Ο χάρτης που αναλύεται στην παρούσα μελέτη ανήκει σ’ αυτή την μεταβατική περίοδο.
Το ερώτημα που διερευνάται είναι, κατά πόσο ο συγκεκριμένος χάρτης θα μπορούσε να χρησιμεύσει, εκτός από γενικό εποπτικό μέσο για τον μορφωμένο κάτοικο της Αυστρίας και ως ένα χρήσιμο εργαλείο για στρατιωτικούς σκοπούς. Μεθοδολογικά, εκτός από τη γενικότερη εκτίμηση σε ό,τι αφορά τις γεωφυσικές πληροφορίες, αναζητήθηκαν επί του χάρτη τα μέρη εκείνα στα οποία έλαβαν χώρα τα σημαντικότερα στρατιωτικά συμβάντα στα δύο μέτωπα του πολέμου, το ρωσικό και το αυστριακό. Αξιολογήθηκε το κατά πόσο οι τοποθεσίες αυτές αποτυπώνονται με ακρίβεια στον χάρτη, έτσι ώστε να μπορέσει ο χρήστης του χάρτη να παρακολουθήσει με ακρίβεια την εξέλιξη των στρατιωτικών γεγονότων ενόσω αυτά διαδραματίζονταν.
2. Το ιστορικό πλαίσιο του Ρωσο-Οθωμανικού Πολέμου (1735-1739) και του Αυστρο-Οθωμανικού Πολέμου (1738-1739)
Ο Ρωσο- και Αυστρο-Οθωμανικός Πόλεμος του 1735-1739 θα πρέπει να εκτιμηθεί στο πλαίσιο της γενικότερης ευρωπαϊκής αναταραχής που συνέβη ήδη από τις αρχές του 18ου αιώνα. Μεταξύ 1700- 1721 ξέσπασε ο Μεγάλος Βόρειος Πόλεμος με αντιπάλους τη Ρωσία (και άλλων συμμαχικών προς αυτήν δυνάμεων) και τη Σουηδία, που σκοπό είχε τον έλεγχο της Βαλτικής. Η μάχη της Πολτάβας (Ιούνιος 1709) υπήρξε καθοριστικής σημασίας. Ο πόλεμος έληξε με νίκη της Ρωσίας και την υπογραφή της συνθήκης Νύσταντ, τον Σεπτέμβριο του 1721. Το 1710 οι Σουηδοί προέτρεψαν τους Οθωμανούς, σε μία προσπάθεια αντιπερισπασμού, να εμπλακούν στον πόλεμο εναντίον της Ρωσίας. Η νίκη των Οθωμανών στη μάχη του Στανιλέστι, ανάγκασε τη Ρωσία να συνθηκολογήσει. Με τη συνθήκη του Προύθου (1711) το στρατηγικής σημασίας κάστρο του Αζόφ περιήλθε πάλι στους Οθωμανούς. Το 1730 οι Οθωμανοί ενεπλάκησαν σε πενταετή πόλεμο με τους Πέρσες Σαφαβίδες, που έληξε με νίκη των Περσών, ενώ το 1733 ξεκίνησε ο πόλεμος της Πολωνικής Διαδοχής (1733-1735), μεγάλο μέρος του οποίου διεξήχθη εκτός της Πολωνίας. Τελικά ο Αύγουστος Γ΄ εκλέχθηκε βασιλιάς της Πολωνο-Λιθουανικής Κοινοπολιτείας1.
Οι νίκες της Ρωσίας αναζωπύρωσαν το ενδιαφέρον της για τον διαχρονικό διακαή στόχο της εξόδου στη Μαύρη Θάλασσα. Βασικό εμπόδιο ήταν το Χανάτο της Κριμαίας, υποτελές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι Τάταροι του Χανάτου επιτελούσαν συχνά επιδρομές στις συνοριακές περιοχές της Ρωσίας. Η αφορμή του πολέμου υπήρξε μία εκτεταμένη παρόμοια επιδρομή στις περιοχές των Κοζάκων. Η Ρωσία είχε ήδη εξασφαλίσει από το 1726 τη συμμαχία με την Αυστρία, ενώ τις παραμονές του πολέμου εξασφάλισε ειρήνη και με την Περσική Αυτοκρατορία.
3. Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις
1735: Επικεφαλής αρχιστράτηγος του όλου εγχειρήματος της τσαρικής αυλής στο ρωσικό μέτωπο διορίσθηκε ο γερμανικής καταγωγής Barkhard Christoph von Münnich. Η πρώτη προσπάθεια στρατιωτικών επιχειρήσεων άρχισε καθυστερημένα το φθινόπωρο του 1735, όταν ο στρατηγός Leontjev με 30.000 άνδρες ξεκίνησε για να εισβάλει στην Κριμαία. Ο πρόωρος όμως χειμώνας και οι ασθένειες τον ανάγκασαν να επιστρέψει πίσω, πριν εισβάλει στη χερσόνησο έχοντας χάσει 9.000 άνδρες2.
1736: Για τη διεξαγωγή του πολέμου οι Ρώσοι είχαν σχηματίσει δύο στρατιές: του Δνείπερου με προορισμό την Κριμαία και του Ντον με προορισμό το φρούριο του Αζόφ. Το φρούριο αυτό, το ανατολικότερο από μια σειρά οθωμανικών οχυρών, ήταν μεγάλης στρατηγικής σημασίας, καθότι έλεγχε την περιοχή των εκβολών του ποταμού3. Η εκστρατεία ξεκίνησε πριν από την επίσημη έναρξη του πολέμου. Επικεφαλής της στρατιάς του Ντον, ο Münnich πολιόρκησε, μετά από μία αιφνιδιαστική επέλαση το φρούριο, ενώ ταυτόχρονα ρωσικά πλοία εμφανίσθηκαν στις εκβολές του Ντον. Η επίσημη έναρξη του πολέμου έγινε στα μέσα Απριλίου. Ο Münnich άφησε στη θέση του τον ιρλανδικής καταγωγής στρατηγό Peter Lacy για την πολιορκία του Αζόφ και έσπευσε να τεθεί επικεφαλής της στρατιάς του Δνείπερου με στόχο την Κριμαία. Πρώτος στόχος της στρατιάς ήταν το φρούριο του Perekop, χτισμένο σε στρατηγικό σημείο εισόδου στη χερσόνησο της Κριμαίας. Οι Ρώσοι κατάλαβαν το Perekop στις 19 Μαΐου, αφού κατατρόπωσαν σε μάχη πολλαπλάσιες δυνάμεις των Τατάρων. Για πρώτη φορά εισέβαλαν στην Κριμαία, φθάνοντας νότια ως το Bahçesarai, την πρωτεύουσα των Τατάρων Χάνων, το ανάκτορο των οποίων πυρπολήθηκε. Την ίδια τύχη είχε και το Ak Μescit (σημ. Συμφερόπολη)4. Οι Οθωμανοί και οι Τάταροι αποσύρθηκαν προς την Kaffa. Την 1η Ιουλίου ο Lacy κατέλαβε το φρούριο του Αζόφ, επιτρέποντας τους πολιορκημένους στρατιώτες και τα γυναικόπαιδα να διαφύγουν με ασφάλεια5.
Στην Κωνσταντινούπολη επικρατούσε διπλωματικός πυρετός. Κυρίαρχη προσωπικότητα ήταν ο Γάλλος Πρέσβης μαρκήσιος Villeneuve. Παρόλο που οι Οθωμανοί δεν επιθυμούσαν ένα νέο μέτωπο με τους Ρώσους, εξαναγκάσθηκαν να κηρύξουν τον πόλεμο στις 25 Μαΐου μετά την πτώση του Αζόφ6. Μετά την κατάληψη του Perekop τα ρωσικά στρατεύματα κατέλαβαν και το οχυρό Kinburn, στις εκβολές του Δνείπερου, νότια του σημαντικού οχυρού Ochakov (60 περίπου χιλιόμετρα ανατολικά της σημερινής πόλης της Οδησσού)7.
Στις αρχές Ιουνίου μία μεγάλη επιδημία δυσεντερίας ανάγκασε τον Münnich να διακόψει τις επιχειρήσεις και να επιστρέψει στην Ουκρανία, με σημαντικές απώλειες. Ο Μεγάλος Βεζίρης είχε μετακομίσει και παρέμενε αδρανής σε ένα μεγάλο και πολυτελές στρατόπεδο στο Babadag κοντά στις εκβολές του Δούναβη8.

1737: Στις αρχές Απριλίου ο Münnich με 70.000 άνδρες ξεκίνησε από το Κίεβο για τη δεύτερη εισβολή στην Κριμαία. Στις 30 Ιουνίου πολιόρκησε το οχυρό του Ochakov, το οποίο και κατέλαβε την δεύτερη μέρα της πολιορκίας ανατινάζοντας με όλμους την πυριτιδαποθήκη του φρουρίου. Από την έκρηξη υπολογίζεται ότι σκοτώθηκαν γύρω στους 6.000 υπερασπιστές. Την ίδια περίοδο ο Lacy είχε εισχωρήσει βαθειά στην Κριμαία και κατέστρεψε το Karasubazaar. Λόγω όμως ελλείψεων εφοδίων αποσύρθηκε στην Ουκρανία τον μήνα Αύγουστο, αφού ο μικρός στόλος με 320 βάρκες, με τους Κοζάκους του Ντον, που μετέφερε τρόφιμα και πυρομαχικά είχε καταστραφεί από μία καταιγίδα.
Στις 14 Ιουλίου του 1737 η Αυστρία του αυτοκράτορα Καρόλου ΣΤ΄ κήρυξε επίσημα τον πόλεμο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Διέθετε τρεις ξεχωριστές στρατιές: η πρώτη με στόχο τη Βλαχία- Μολδαβία υπό τον στρατηγό Wallis, η δεύτερη με στόχο τη Βοσνία υπό τον στρατηγό Hildburghausen και η Τρίτη με στόχο το Βιδίνι υπό τον στρατηγό von Seckendorf9. Πρώτος κύριος στόχος των Αυστριακών ήταν το Βιδίνι και η Νις.

Ο Münnich στο ρωσικό μέτωπο εγκατέστησε στο Ochakov μία φρουρά 5.000 ανδρών και στη συνέχεια αποσύρθηκε στο χειμερινό του στρατόπεδο στην Πολτάβα. Στα τέλη Οκτωβρίου οι Οθωμανοί προσπάθησαν με 20.000 στρατιώτες, συνεπικουρούμενους από 20.000 Τατάρους, να ανακαταλάβουν το οχυρό του Ochakov χωρίς επιτυχία.
Τον Ιούλιο του 1737 η στρατιά του Seckendorf προχώρησε και κατέλαβε εύκολα τη Νις. Ο στρατηγός δίστασε να επιτεθεί και το Βιδίνι δίνοντας την ευκαιρία στους Οθωμανούς να συγκεντρώσουν τα στρατεύματά τους. Τον Αύγουστο άρχισαν διαπραγματεύσεις για την επίτευξη ειρήνης στην Ουκρανική πόλη Nemirow, οι οποίες μετά τρίμηνο απέβησαν άκαρπες. Στο διάστημα των διαπραγματεύσεων, οι επιχειρήσεις συνεχίζονταν10. Τον Ιούλιο του 1737 η αυστριακή στρατιά της Βοσνίας επιτέθηκε στα οχυρά των Οθωμανών στη Banjaluka και στο Zvornik , αλλά αναγκάσθηκε να υποχωρήσει στην αντίπερα όχθη του ποταμού Σάβου. Στο μέτωπο του Βιδινίου οι Οθωμανοί, υπό την ηγεσία του Μεγάλου Βεζίρη Yepen Mehmet και του ικανού στρατιωτικού İvaz Mehmet πασά, απώθησαν τον αυστριακό στρατό, ο οποίος εγκατέλειψε την προσπάθεια για κατάληψή του. Εν συνεχεία, ο İvaz Mehmet με 50.000 άνδρες κατάφερε τελικά να καταλάβει τη Νις11.
1738: Στο ρωσικό μέτωπο ο στρατηγός Peter Lacy ξεκίνησε τον Απρίλιο του 1738 με στόχο την Κριμαϊκή χερσόνησο και ανακατέλαβε στο Perekop το φρούριο του Or Kapi, στις αρχές Ιουλίου, το οποίο είχαν καταλάβει πάλι οι Οθωμανοί. Υποστήριξη στο στράτευμα παρείχε ο στόλος του Ντον, υπό τον ναύαρχο Peter Bredal, με τον οποίο συναντήθηκε στο Berdniask (70 χιλιόμετρα ανατολικά της Μαριούπολης). Καθώς όμως ο ρωσικός στόλος με όλες τις προμήθειες και τα πολεμοφόδια καταστράφηκε στη συνέχεια, o Lacy αναγκάσθηκε να επιστρέψει πίσω στην Ουκρανία, αφού κατέστρεψε το φρούριο του Perekop τον Αύγουστο του 173812.
Στο άλλο μέτωπο οι Αυστριακοί, στις 4 Ιουλίου του 1738 βορείως της παλιάς Orsova, πέτυχαν σημαντική νίκη έναντι των Οθωμανών. Την ίδια όμως εποχή ο κύριος όγκος του Οθωμανικού στρατού, υπό τον Μέγα Βεζίρη Yepen Mehmed, έφθασε στο Βιδίνι13. Οι Οθωμανοί αφού κατέλαβαν διάφορα οχυρά, όπως αυτό της Mehadia, επιτέθηκαν και κατέλαβαν, στις 15 Αυγούστου, τη νέα Orsova (AdaKaleh), ένα φρούριο σε νησάκι του Δούναβη, μεγάλης στρατηγικής σημασίας, λίγο πριν από τις Σιδηρές Πύλες14. Ο επόμενος στόχος ήταν το Βελιγράδι.
Στο ρωσικό μέτωπο ο Münnich θέλησε να καταλάβει τα στρατηγικά οχυρά του Khotyn και του Bender χτισμένα κατά μήκος του ποταμού Δνείπερου. Αναγκάστηκε όμως να επιστρέψει στην Ουκρανία, καθώς ήρθε αντιμέτωπος με μία Οθωμανική στρατιά 60.000 ανδρών, ενώ ταυτόχρονα έφτασαν πληροφορίες για την εμφάνιση πανώλους15.
1739: Στο ρωσικό μέτωπο αποφασίσθηκε όλη η στρατιά του Δνείπερου, υπό τον Münnich, να σπεύσει σε βοήθεια των Αυστριακών. Η στρατιά του Ντον, υπό τον Lacy η οποία θα προσπαθούσε να κρατήσει ανατολικά τους Τάταρους αναγκάσθηκε να επιστρέψει στην Ουκρανία λόγω έλλειψης τροφίμων και πόσιμου νερού. Ο στρατός του Münnich αποτελούνταν από 68.000 στρατιώτες και σε αυτόν συμμετείχε, εκτός των άλλων και ένα βλάχικό σώμα υπό τον Καντεμίρ16. Η στρατιά ξεκίνησε στα τέλη Απριλίου από το Κίεβο. Στις 19 Ιουλίου πέρασε τον Δνείπερο και στις 21 Ιουλίου αφού αντιμετώπισε με επιτυχία μία επίθεση 12.000 Τάταρων και γενιτσάρων, βάδισε προς το φρούριο του Khotyn. Στις 17 Αυγούστου ήρθε αντιμέτωπος, έξω από το χωριό Stavuchany, με ένα μεγάλο στράτευμα, πάνω από 80.000, Οθωμανών και Τάταρων. Η μάχη ήταν νικηφόρα υπέρ των Ρώσων, οι οποίοι είχαν ελάχιστες απώλειες17. Στις 18 Αυγούστου ο Münnich κατέλαβε το οχυρό του Khotyn και την 1η Σεπτεμβρίου μπήκε χωρίς αντίσταση στο Ιάσιο. Ωστόσο, στις 23 Σεπτεμβρίου διατάχθηκε να αποσύρει τα στρατεύματά του από τη Μολδαβία, λόγω της έναρξης ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων. Με τη συνθήκη της Νις (3 Οκτωβρίου 1739) οι Ρώσοι παραχώρησαν στους Οθωμανούς τη Μολδαβία και την Κριμαία, καθώς και τα φρούρια του Ochakov και του Kinburn, διατηρώντας το Αζόφ, ως αποστρατιωτικοποιημένο λιμάνι, κατεδαφίζοντας τις οχυρώσεις του.

Στο αυστριακό μέτωπο o Wallis ηττήθηκε κατά κράτος σε μία σημαντική μάχη στη Grocka. Οι Οθωμανοί μπορούσαν τώρα ανενόχλητοι να βαδίσουν εναντίον του Βελιγραδίου. Μία μυστική συμφωνία ειρήνευσης συνάφθηκε πολύ γρήγορα και οι επίσημες διαπραγματεύσεις άρχισαν στις αρχές Αυγούστου, για να ολοκληρωθούν στις 18 Σεπτεμβρίου με τη συνθήκη του Βελιγραδίου. Ενόσω είχαν αρχίσει οι διαπραγματεύσεις, τα αυστριακά στρατεύματα νίκησαν τα Οθωμανικά στις 30 Ιουλίου στο Pancevo, αλλά η νίκη αυτή δεν έγινε γνωστή στη διαπραγματευτική ομάδα18. Με τη συνθήκη η Αυστρία έχανε το Βελιγράδι και όλο το πρώην Βασίλειο της Σερβίας, τη βόρεια Βοσνία, το νότιο τμήμα του βανάτου της Τιμισοάρας και το βανάτο της Κραϊόβας.
Η Αυστρία στην προσπάθειά της να αποκτήσει πλεονέκτημα έναντι της παλιάς της αντιπάλου Γαλλίας και της αναδυόμενης δύναμης της Πρωσίας, σύρθηκε σε έναν πόλεμο εκβιαστικά από τη Ρωσία. Η Ρωσία από την άλλη προσπάθησε να πετύχει την έξοδό της προς τη Μαύρη Θάλασσα, έναν στρατηγικό στόχο που επεδίωκε από χρόνια. Μερικώς το πέτυχε αυτό με την εξουσία της στο Αζόφ. Η Γαλλία επίσης απέκτησε πολλαπλά οφέλη, καθώς υπήρξε ο βασικός διαμεσολαβητής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές δυνάμεις. Μπορούσε πλέον να εμφανίζεται στην Πύλη όχι ως ικέτης, αλλά ως ισότιμος συνομιλητής σε ό,τι αφορά τα εμπορικά της συμφέροντα19. Ο νικηφόρος αυτός πόλεμος για τους Οθωμανούς είχε σημαντικές επιπτώσεις, εκτός των άλλων, και στη διάρθρωση της εξωτερικής πολιτικής της Αυτοκρατορίας, κυρίως στο επίπεδο της γραφειοκρατίας της Υψηλής Πύλης. Η συμμετοχή των διαφόρων αξιωματούχων στην κυβέρνηση αυξήθηκε, ενώ μειώθηκε η παλιά αίγλη του στρατιωτικού επαγγέλματος. ΟΙ αλλαγές αυτές συμβαίνουν σε μία περίοδο που άρχισε να επικρατεί ένα αίσθημα μιας κοινής ταυτότητας στα διάφορα ευρωπαϊκά κράτη, αίσθημα όμως που άφηνε εκτός την Οθωμανική Αυτοκρατορία και τη Ρωσία20.
4. Ανάλυση του τεκμηρίου
4.1 Σύντομη ιστορία της χαρτογραφίας
Ο χάρτης, κατά έναν επιστημονικό ορισμό, «είναι οι γραφικές αναπαραστάσεις που μας διευκολύνουν να κατανοήσουμε στο χώρο πράγματα, αντιλήψεις, συνθήκες, διαδικασίες και γεγονότα του ανθρώπινου κόσμου»21. Η αναπαράσταση του γεωχώρου αποτέλεσε μία διαδικασία που απασχόλησε τον άνθρωπο από την προϊστορική εποχή (βλ. βραχoγραφήματα). Μεγάλη εξέλιξη γνώρισε η χαρτογραφία κατά την Αλεξανδρινή εποχή. Ο Ερατοσθένης αρχικά και άλλοι αστρονόμοι στη συνέχεια, προσδιόρισαν την περίμετρο της Γης. Κομβικής σημασίας υπήρξε το έργο του Κλαύδιου Πτολεμαίου (85-165 μ.Χ.), «Γεωγραφική Υφήγησις», το οποίο γνώρισε τεράστια διάδοση. Υιοθετήθηκε από τους Άραβες, αποτελώντας τη βάση της σημαντικής αραβικής χαρτογραφικής παραγωγής. Μετά τον Μεσαίωνα κατά την περίοδο της λεγόμενης Πτολεμαϊκής Αναγέννησης, το έργο του Πτολεμαίου από το Βυζάντιο μεταφέρεται στη Φλωρεντία και μεταφράζεται στα λατινικά. Η πρώτη έντυπη έκδοσή της, που περιλάμβανε χάρτες, έγινε στη Μπολόνια το 1477. Το 1615 ο Ολλανδός Willebrord Snel van Royen (Snellius) βελτιώνει τη γεωδαιτική μέθοδο του τριγωνισμού22. Τα διάφορα όργανα γεωδαιτικής μέτρησης βελτιώθηκαν και οι μετρήσεις στο χάρτη έγιναν πιο ακριβείς. Οι καλλιτεχνικέ απεικονίσεις στα cartouche, ιδιαίτερα διακοσμητικές στην Ολλανδική σχολή, σιγά-σιγά εξαφανίζονται και οι χάρτες αποκτούν μία πιο «επιστημονική» απεικόνιση. Το 1800 θεωρείται το όριο μεταξύ Παλαιο- και Νέας- Χαρτογραφίας. Κατασκευάζονται έτσι, εκτός από τους γεωφυσικούς και κτηματολογικοί χάρτες στη Γαλλία και την Αυστρία23. Η συνεισφορά αυτής της νέας χαρτογραφίας υπήρξε πολύ σημαντική για την ανάπτυξη της στρατιωτικής χαρτογραφίας, η οποία αποτελεί έναν ιδιαίτερο κλάδο αυτής της επιστήμης24.
4.2 Η αυστριακή χαρτογραφία
Η αυστριακή χαρτογραφία αποτελεί ένα σημαντικό τμήμα της Γερμανικής Χαρτογραφικής Σχολής. Καλλιεργήθηκε ως κλάδος των μαθηματικών και της αστρονομίας στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης, το οποίο ιδρύθηκε το 1365 από τον Δούκα Rudolf IV. Την εποχή αυτή η χαρτογραφία ασκούνταν παράλληλα και σε διάφορα μοναστηριακά ιδρύματα. Η δεύτερη σημαντική αυστριακή χαρτογραφική περίοδος, αναπτύσσεται από τις αρχές του 16ου αιώνα. Από τους πλέον διάσημους, μιας ομάδας, μαθηματικών, αστρονόμων και χαρτογράφων αυτής της περιόδου στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης, υπήρξε ο Petrus Bienewitz (Apianus)25. Οι αναφορές του αυστριακού απεσταλμένου στη Ρωσία, μεταξύ 1516 και 1526, Sigmund Freiherr of Herberstein είχαν ως αποτέλεσμα την πρώτη έκδοση χάρτη της Ρωσίας, αρχικά στη Βασιλεία το 1549 και μετά στη Βιέννη το 1557. Η τρίτη χαρτογραφική περίοδος της Αυστρίας σχετίζεται με την πρόσκληση των μοναχών του Τάγματος των Ιησουϊτών στη Βιέννη από τον αυτοκράτορα Φερδινάνδο Α΄. Ιησουΐτες μοναχοί στάλθηκαν και χαρτογράφησαν την Κίνα τον 17ο αιώνα, αλλά και περιοχές της Νότιας Αμερικής. Η επόμενη περίοδος ταυτίζεται με την ίδρυση, τον Ιανουάριο του 1718, της Ακαδημίας των Μηχανικών στη Βιέννη, από τον Αυτοκράτορα Κάρολο ΣΤ΄. Οι επιστήμονες της ομάδας αυτής ήταν μηχανικοί-χαρτογράφοι επιφορτισμένοι να συνθέσουν στρατιωτικούς χάρτες. Ήταν η αρχή της λεγόμενης προκλασικής εποχής της Αυστριακής Χαρτογραφίας26. Σοβαρή προσπάθεια για τη σύνταξη στρατιωτικών χαρτών έγινε κατά τις επιχειρήσεις του πολέμου του 1714–171827. Η Αυστριακή χαρτογραφική παραγωγή εντάθηκε και αναθεωρήθηκε μετά το 1764 από τη Μαρία Θηρεσία και τον διάδοχό της Ιωσήφ Β΄28.

4.3 Περιγραφή και σύνθεση του χάρτη
4.3.1. Γενικές πληροφορίες: Χαρτογράφος, χαράκτης, εκδότης
Πρόκειται για έντυπο χάρτη που έχει εκδοθεί τον Ιούλιο του 1737 στη Βιέννη διαστάσεων 144 επί 42 εκατοστά, τυπωμένο με τη μέθοδο της χαλκογραφίας, σε 3 φύλλα ενωμένα μεταξύ τους. Τα φύλλα είναι στο μήκος ανισομεγέθη, έχοντας διαστάσεις από αριστερά προς τα δεξιά 34, 54 και 56 εκατοστά, με σταθερό πλάτος 42 εκατοστά. Το χαρτί του θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί σχετικά αδύναμο. Η γεωγραφική περιοχή που καλύπτει ο χάρτης εκτείνεται περίπου δυτικά από τον μεσημβρινό λίγο δυτικότερα της Τεργέστης και ανατολικά λίγο ανατολικότερα από το ανατολικό άκρο της Μαύρης Θάλασσας (περιοχή του Μπακού). Βόρεια από τον ισημερινό περίπου του χωριού Schottwien (μεταξύ Γκρατς και Βιέννης) και νότια από τον ισημερινό που περνά από το ύψος της Θεσσαλονίκης. Στο κάτω αριστερό τμήμα του χάρτη υπάρχει ενδεικτικός πίνακας αποστάσεων σε αυστριακά και ουγγρικά μίλια. Ένα αυστριακό μίλι αντιστοιχούσε σε 7,586 χιλιόμετρα, ενώ ένα ουγγρικό σε 8,353 χιλιόμετρα. Από τα περιγράμματα του χάρτη απουσιάζουν οι ενδείξεις σε μοίρες των ισημερινών και των μεσημβρινών, οπότε δεν είναι δυνατός ο ακριβής γεωγραφικός των ορίων του χάρτη. Η κλίμακα του χάρτη είναι 1:1.200.00029. Ο επιχρωματισμός του έγινε, κατά πάσα πιθανότητα, την εποχή της έκδοσής του.

Χαρτογράφος είναι ο Ioannes Baptist Pujadies, ισπανικής καταγωγής, για τον οποίο τα βιογραφικά στοιχεία απουσιάζουν. Ανήκε προφανώς στη γενιά εκείνη των χαρτογράφων και άλλων επιστημόνων, που μετέβησαν και εργάσθηκαν στη Βιέννη από το Βασίλειο της Νεαπόλεως, το οποίο είχε περιέλθει υπό αυστριακή κατοχή. Αυτό τεκμαίρεται από το βιβλίο που εξέδωσε στη Νάπολη το 1708 και αναφέρεται στην είσοδο των αυστριακών στρατευμάτων στη Νάπολη το 1707. Κατά πάσα πιθανότητα, ο ισπανός χαρτογράφος εργαζόταν ήδη στην, υπό ισπανική κυριαρχία Νάπολη, παρέμεινε μετά την εγκατάσταση των αυστριακών δυνάμεων σε αυτήν και μετακόμισε στη συνέχεια στη Βιέννη. Χαράκτης είναι ο Jakob Wilhelm Heckenauer (1669-1738), μαθητής του γνωστού την εποχή εκείνη χαράκτη, Bartholomäus Kilian. Από το 1703 μαθήτευσε και εργάσθηκε αρχικά στο Augsburg, μετέβη αργότερα για ένα διάστημα στο Βερολίνο και από το 1705 εγκαταστάθηκε στο Wolfenbüttel. Δεν είναι γνωστό εάν για κάποιο διάστημα εργάσθηκε στη Βιέννη. Έγινε γνωστός ως χαράκτης πορτρέτων διασημοτήτων της εποχής του30.

Εκδότης του χάρτη φέρεται ο Etienne Briffeau, γεννημένος μεταξύ του 1700 και του 1710, στη Λωρραίνη, τότε επαρχία της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Γύρω στο 1730 μετακόμισε στη Βιέννη, όπου δραστηριοποιήθηκε ως εκδότης. Το βιβλιοπωλείο του δημοσίευσε αρχικά έργα Γαλλικής λογοτεχνίας. Μετά το 1730 ασχολήθηκε με την έκδοση χαρτών, κυρίως του Αυστρο- Οθωμανικού πολέμου31.
4.3.2. Το cartouche του χάρτη
To cartouche του χάρτη έχει διαστάσεις 18 επί 10 εκατοστά, τυπωμένο έκκεντρα στο δεύτερο φύλλο, 37 εκατοστά από το αριστερό άκρο του χάρτη. Εξωτερικά η διακόσμηση αποτελείται από περιελισσόμενα φύλλα γύρω από έναν διακοσμητικό άξονα. Επάνω κεντρικά, δεσπόζει ο αυστριακός θυρεός, με τον δικέφαλο αετό στεφανωμένο με κορώνα. Το στήθος του αετού κοσμείται με τρεις μικρούς μαύρους σταυρούς, ενώ στο κέντρο του θυρεού σχηματίζεται ένας άλλος μεγαλύτερος σταυρός, που συντίθεται από τέσσερα μαύρα τετράγωνα περιφερειακά και ένα άσπρο κεντρικά. Αριστερά του αετού απεικονίζονται τρεις σημαίες, στη μία από αυτές διακρίνεται αχνά ένα στέμμα, και δύο λόγχες, τρία κανόνια, πίσω από τα οποία διακρίνεται ένα τόξο και ένα βέλος. Κάτω από τα κανόνια φαίνεται ένα εξαγωνικό κουτί, με δυσδιάκριτα γράμματα στο κάλυμμά του. Δίπλα σε αυτό και τα κανόνια σχηματίζεται μια περικεφαλαία, πιθανόν ένας θώρακας και μία ωοειδής ασπίδα. Όλα αυτά παραπέμπουν σε παλιά και νέα σύμβολα χερσαίου πολέμου. Αντίθετα, από την άλλη πλευρά η διακόσμηση είναι ναυτική και παραπέμπει στην ιστορία και τη δύναμη του ναυτικού της Αυστρίας. Διακρίνονται άγκυρες και ξάρτια πλοίων.

Αισθητικά το cartouche παρουσιάζει ανάμικτα στοιχεία μπαρόκ και ροκοκό, γεγονός που υπογραμμίζει τη μεταβατική περίοδο που συντάχθηκε. Τα σύμβολα του πολέμου παραπέμπουν περισσότερο στο στυλ του μπαρόκ. Βέβαια, απουσιάζουν τα πρόσωπα, οι στρατιώτες ή οι σκηνές μαχών, που ήταν συνηθισμένα σε άλλους κυρίως παλιότερους χάρτες, που αναφέρονται σε πολέμους, την εποχή ακμής αυτής της τεχνοτροπίας. Αντίθετα, τα περιελισσόμενα φύλλα παραπέμπουν σαφώς στην τέχνη του ροκοκό. Η αισθητική αυτή μίξη εκτιμάται ότι οφείλεται ακριβώς στο γεγονός ότι η αυστριακή χαρτογραφία είχε εισέλθει στην προκλασική εποχή, που αναφέρθηκε προηγουμένως, κατά την οποία τα έντονα διακοσμητικά στοιχεία αρχίζουν σιγά-σιγά να απαλείφονται. Τα στοιχεία αυτά θα τείνουν να εξαφανιστούν βαθμιαία στο μέλλον, ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα.
Το κέντρο του cartouche καταλαμβάνει ένα εκτεταμένο κείμενο, γραμμένο από τον χαρτογράφο I.B. Pujadies. Πρόκειται για ένα κείμενο ύμνητικό προς τον κόμη Ioanni Luca Pallavicini ή (Pallavicino), αρχηγό του ναυτικού επιτελείου της Αυστρίας. Στην αρχή απευθύνεται προς αυτόν προσφωνώντας τον ως Judissimo (πολύ συνετό) και Excellissimo (εξοχότατο). Τον αναφέρει ως Γενικό Επόπτη του Ναυτικού Επιτελείου, δηλ. ουσιαστικά Ναύαρχο του Αυτοκρατορικού Στόλου. Το κείμενο που ακολουθεί σε ελεύθερη μετάφραση έχει ως εξής: «Σε εσένα εξαιρετικέ Άρχοντα, Κόμη της εποχής μας, θαύμα στρατιωτικής ικανότητας σε θάλασσα και στεριά, που δικαίως εγγράφεστε σε αυτόν τον Χάρτη με θαυμασμό. [Ο χάρτης] Εμφανίζει ιδιαίτερα εκείνες τις περιοχές στις οποίες είναι στραμμένα αυτή τη στιγμή όλα τα βλέμματα, [δηλ.] στις τρεις μεγάλες Αυτοκρατορίες της Ευρώπης, ακολουθώντας τους πρωτότυπους χάρτες που συνέταξαν επιμελώς με εντολή τους πρόσφατα οι Μονάρχες. Επιπλέον, η μοναδική Σας Ευγένεια, με την οποία η Εξοχότητά σας με κόσμησε προ πολλού με τον τίτλο του ταπεινού Σας υπηρέτη, με υποχρεώνει να Σας προσφέρω τον εαυτό μου με τον μέγιστο σεβασμό και υπακοή. Johannes Baptist Pujadies». Ως έτος έκδοσης του χάρτη αναγράφεται: Jul. MDCCXXXVII (δηλ. Ιούλιος του 1737). Είναι ο μήνας που η Αυστρία κήρυξε τον πόλεμο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Το κείμενο έχει συνταχθεί στα λατινικά, καθώς αυτή ήταν τότε η επίσημη γλώσσα του κράτους, μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 184032.
4.3.3. Ο Giovani Luca Pallavicini (ή Pallavicino)
Γεννήθηκε στη Γενεύη το 1697. Καταγόταν από οικογένεια ευγενών. Σπούδασε αρχικά στη Σιένα και το 1717 εισήλθε στη Στρατιωτική Ακαδημία του Τορίνο. Το 1728 πήγε στη Βιέννη, όπου γρήγορα εντάχθηκε στην υψηλή κοινωνία και τη γραφειοκρατία της αυστριακής πρωτεύουσας. Το 1733 διορίσθηκε στρατηγός και διοικητής του αυστριακού Ναυτικού από τον Κάρολο ΣΤ΄. Διέθεσε πολλά χρήματα για την προσωπική του προβολή, αλλά και παραχώρησε μεγάλο δάνειο στον Αυτοκράτορα. Στον πόλεμο των Αυστριακών εναντίον των Οθωμανών, κατά τα έτη 1737-1739, πολέμησε ως υπεύθυνος του στόλου του Δούναβη. Στη διάρκεια του πολέμου της Αυστριακής Διαδοχής (1740-1748) βρέθηκε στο Μιλάνο και τον Απρίλιο του 1745 διορίσθηκε από τη Μαρία Θηρεσία πληρεξούσιος υπουργός για τη Λομβαρδία. Όταν τα ισπανικά στρατεύματα κατέλαβαν για τρεις περίπου μήνες το Μιλάνο, ο Pallavicini κατέφυγε στη Mantova, αλλά στη συνέχεια, όταν έληξε η κατοχή, επέστρεψε στη θέση του. Έχοντας κερδίσει την εμπιστοσύνη της αυστριακής αυλής, προχώρησε σε σημαντικές προτάσεις για τον μετασχηματισμό της αυστριακής Λομβαρδίας. Στη θητεία του, ωστόσο, δημιούργησε και πολλές αντιπάθειες. Το 1753 αποχώρησε από το Μιλάνο και για ένα διάστημα υπηρέτησε τον Δούκα της Modena. Τα επόμενα χρόνια ασχολήθηκε με την διαχείριση της περιουσίας του μένοντας στη Μπολόνια. Η τελευταία του επίσημη αποστολή ήταν το 1768, όταν συνόδευσε τη Μαρία Καρολίνα, κόρη της Μαρίας Θηρεσίας, στη Νάπολη για να παντρευτεί τον Φερδινάνδο Δ΄ των Βουρβόνων. Πέθανε στη Μπολόνια τον Σεπτέμβριο του 177333.
4.3.4. Διευκρινήσεις και επεξηγήσεις του cartouche
Ο θυρεός: Ο δικέφαλος αετός βρίσκεται στο άνω κέντρο του cartouche του χάρτη. Επίσημα, ως σύμβολο της Αυστρουγγαρίας καθιερώθηκε το 1867 με τη συνένωση των δύο χωρών και έμεινε σε χρήση έως τη διάλυση της Αυτοκρατορίας το 1915. Οι δύο κεφαλές συμβόλιζαν ακριβώς την Αυστρία και την Ουγγαρία. Ωστόσο, η χρήση του δικέφαλου αετού, σε διάφορες διακοσμητικές εκδοχές, προϋπήρχε ως σύμβολο, στην Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Χαρακτηριστική είναι η ύπαρξη δικέφαλου αετού στην απεικόνιση σε πίνακα του αυτοκράτορα Σιγισμούνδου (1368-1437) που φιλοτεχνήθηκε από τον Albrecht Dürer, μεταξύ 1511 και 1513 και βρίσκεται στο Εθνικό Μουσείο της Νυρεμβέργης34.

Το ναυτικό: Το αυστριακό ναυτικό δεν ήταν ιδιαίτερα αναπτυγμένο, παρά το ότι, ήδη από τον 14ο αιώνα, η Τεργέστη είχε ενσωματωθεί στο Δουκάτο της Αυστρίας. Ωστόσο, τόσο το λιμάνι της Τεργέστης, όσο και τα υπόλοιπα λιμάνια της Αδριατικής που βρέθηκαν στην κατοχή της Αυστρίας, δεν μπόρεσαν να συντηρήσουν πολεμικό στόλο για διάφορους λόγους, κυρίως γεωγραφικούς και οικονομικούς. Παρά τις κτήσεις της Αυστριακής Ολλανδίας και την ίδρυση το 1722 της εμπορικής Εταιρείας της Οστάνδης, η Αυστρία δεν κατάφερε να αναδειχθεί σε αξιόλογη ναυτική δύναμη. Στη διάρκεια του Αυστρο-Οθωμανικού πολέμου 1735-1739, η Αυστρία διέθετε μόνο κάποια πολεμικά πλοία στον Δούναβη, που η διοίκησή τους είχε ανατεθεί στον κόμη Pallavicini. Αξιόμαχο ναυτικό απέκτησε μετά το 1786, με τη συνένωσή της με το βασίλειο της Ουγγαρία και την ίδρυση του Καισαροβασιλικού Πολεμικού Ναυτικού (K.u.K. Kaiserlich und Königlich Kriegsmarine).
Το κείμενο: Το ύφος του κειμένου του cartouche, γραμμένο από τον Pujadies, είναι υμνητικό για τον Pallavicini, σε επίπεδο κολακείας. Το ότι απευθύνεται σε αυτόν και όχι στον Αυτοκράτορα, μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο Pallavicini ήταν ο χρηματοδότης του όλου εκδοτικού εγχειρήματος. Βρισκόμαστε ακόμη στην εποχή που η χαρτογραφική εκδοτική δραστηριότητα αποτελούσε ιδιωτική/εμπορική ενασχόληση και μπορούσε να χρηματοδοτείται από ανεξάρτητα πρόσωπα, κυρίως αριστοκράτες και εύπορους εμπόρους. Τα επόμενα χρόνια ωστόσο, την έκδοση χαρτών, κυρίως των στρατιωτικών, την ανέλαβαν κρατικοί φορείς, ιδρύματα και στρατιωτικές ακαδημίες.
4.3.5. Ερευνώντας την τοπογραφία
Μεθοδολογικά, για να προσεγγίσουμε το ερώτημα κατά πόσο ο συγκεκριμένος χάρτης θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως στρατιωτικό υλικό ή εάν απευθυνόταν περισσότερο στο γενικό κοινό, ως εποπτικό μέσο παρακολούθησης των πολεμικών επιχειρήσεων, θα προσπαθήσουμε να διερευνήσουμε επί του χάρτη, τα πολεμικά γεγονότα που εξελίχθηκαν στα δύο μέτωπα του πολέμου, το ρωσικό και το αυστριακό. Αυτό θα γίνει προσπαθώντας να προσδιορίσουμε, το κατά πόσο οι σημαντικότερες θέσεις των επιχειρήσεων, κυρίως των διαφόρων οχυρών, κατά χρονική αυτή περίοδο, αποτυπώνονται στον συγκεκριμένο χάρτη.
Γενικά, βλέποντας την περιοχή της Μαύρης Θάλασσας (Εικ.1) θα παρατηρήσουμε ότι αυτή απεικονίζεται με σχετική ακρίβεια από πλευράς μεγέθους στον χάρτη. Διαφορές που μπορούμε να επισημάνουμε σε σχέση με το σημερινό γεωγραφικό ανάγλυφο (Εικ.2) είναι οι ακόλουθες:


Μια πρώτη σημαντική διαφορά αφορά στη Θρακική Χερσόνησο της ίδιας της Οθωμανικής πρωτεύουσας, η οποία εμφανίζεται μικρότερη σε μήκος και μεγαλύτερη σε πλάτος από την σημερινή δορυφορική της αποτύπωση. Είναι γνωστό, ότι μία ακριβής χαρτογράφηση της περιοχής της Κωνσταντινούπολης, για τους Δυτικούς, καθυστέρησε να γίνει. Η πιο σοβαρή χαρτογραφική αποτύπωση του Βοσπόρου και της γύρω περιοχής έγινε από τον Francois Kauffer το 178635. Προκαλεί εντύπωση ότι ο χάρτης της Μαύρης Θάλασσας του Οθωμανού Muteferrika, του 1724 – 1725 (Εικ.3), παρουσιάζει μεγαλύτερη αξιοπιστία στην περιοχή αυτή και μία αξιόλογη γενικότερη αξιοπιστία.

Πρόκειται χρονολογικά για τον πρώτο ναυτικό χάρτη που τυπώθηκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Το γεγονός αυτό οδηγεί στο πιθανό συμπέρασμα ότι οι Οθωμανοί είχαν ήδη προχωρήσει σε επιτόπιες χαρτογραφικές μελέτες, οι οποίες ήταν χειρόγραφες. Μικρότερες διαφορές παρατηρούνται και στις βόρειες ακτές της Μ. Ασίας, ανατολικά της Σινώπης. Αρκετή διαφοροποίηση παρατηρείται στη χερσόνησο της Κριμαίας, ιδιαίτερα στην ανατολική πλευρά της, όπου το χερσαίο τμήμα του πορθμού του Κερτς, παρουσιάζεται ως μια συστάδα νησιών. Η Αζοφική θάλασσα επίσης εμφανίζει παραμόρφωση, με ελαφρώς διαφορετικό προσανατολισμό και μικρότερο πλάτος (Εικ.4). Η πρώτη χαρτογράφηση της Αζοφικής έγινε από τους Ρώσους το 1698 από τον Νορβηγο-Ολλανδό ναύαρχο του Μ. Πέτρου Cornelius Cruys36. Ο ίδιος ο Μ. Πέτρος συμμετείχε προσωπικά στη χαρτογράφηση της περιοχής. Την εποχή του συγκεκριμένου πολέμου, στο πλαίσιο της ρωσικής εκστρατείας, πραγματοποιήθηκε σημαντική χαρτογραφική παραγωγή στη Ρωσία (Εικ.5), με την ανατύπωση τόσο του χάρτη του Cruys, όσο και γαλλικών χαρτών37. Για τα θέατρα του πολέμου η Ρωσική Ακαδημία χάραξε έξι συνολικά χάρτες μικρής κλίμακας38.


Παρατηρώντας συνολικά τον χάρτη είναι εμφανής η διαφορά στην πυκνότητα της πληροφορίας μεταξύ των περιοχών γύρω από τη Μαύρη Θάλασσα, ιδιαίτερα των βόρειων και των ανατολικών τμημάτων αυτής, και των περιοχών των κεντρικών και δυτικών Βαλκανίων. Είναι προφανές ότι οι δεύτερες περιοχές είναι περισσότερο χαρτογραφημένες σε σύγκριση με τις πρώτες. Το ορεινό ανάγλυφο όλων των περιοχών αποτυπώνεται με ασαφή τρόπο, περισσότερο με διακοσμητική διάθεση, με πολύ μικρά βουνά, γνωστά σαν «σωροί τυφλοπόντικων – mole mounds», γεγονός που ανταποκρίνεται μόνο αδρά στην πραγματικότητα, χωρίς επομένως να βοηθάει στην αντίληψη και κατανόηση των οδικών διαβάσεων του πραγματικού ορεινού ανάγλυφου των περιοχών.
4.3.6. Αντιστοιχίσεις των στρατιωτικών επιχειρήσεων στον χάρτη
1736: Τα σημαντικότερα γεγονότα αυτής της χρονιάς ήταν η κατάληψη τον μήνα Ιούλιο του κομβικού, από πλευράς στρατηγικής σημασίας, οχυρού του Αζόφ (Εικ.6). Το Αζόφ απεικονίζεται στον χάρτη στη σημερινή του θέση στις εκβολές του Ντον, ως το μεγαλύτερο φρούριο απ’ όλα τα άλλα, με δύο επίπεδα οχύρωσης. Επίσης, οχυρώσεις εμφανίζονται και σε δύο νησίδες του ποταμού Ντον. Το επόμενο σημαντικό πολεμικό γεγονός ήταν η κατάληψη του Perekop τον μήνα Μάιο. Το φρούριο εντοπίζεται στην αρχή της χερσονήσου της Κριμαίας, σε θέση πολύ κοντά με τη σημερινή τοποθεσία. Το OR που αναγράφεται κάτω από το όνομα του Perekop,ως εναλλακτική του ονομασία siv[e] OR δηλ. ή OR, προφανώς αντιστοιχεί με το φρούριο του Perekop που ονομαζόταν Or Κapi (Εικ.7). Πόλεις της Κριμαίας που ιδρύθηκαν μετά την έκδοση του χάρτη φυσικά απουσιάζουν, όπως π.χ. η Σεβαστούπολη που ιδρύθηκε το 1783, ενώ απουσιάζει επίσης και η Συμφερόπολη, η οποία ως Αk Mescit (Λευκό Μεστζίτ) υπήρξε σημαντικό πόλισμα του Ταταρικού Χανάτου. Η πρωτεύουσα των Τατάρων Bahçesarai (αναφέρεται ως Baksizarai) και εμφανίζεται στον χάρτη ελαφρώς βορειότερα από τη σημερινή του τοποθεσία (Εικ.7). Και οι δύο αυτές πόλεις καταλήφθηκαν από τους Ρώσους κατά την περίοδο των επιχειρήσεων. Η Kaffa (η αρχαία Θεοδοσία) υπήρξε σημαντικό γενουατικό οχυρό στα νοτιοανατολικά παράλια της Κριμαίας. Στον χάρτη απεικονίζεται πιο νοτιοδυτικά από την πραγματική της θέση (Εικ.7).


Από το Perekop εμφανίζεται να ξεκινάει μία σημαντική στρατιωτική οδός, με κατεύθυνση προς τα ανατολικά, η οποία αναφέρεται στα λατινικά ως communicatoria qua munition es aque reliqua. Σε ελεύθερη μετάφραση οδός επικοινωνίας για τη μεταφορά πυρομαχικών και λοιπών [εφοδίων]. Η αναφορά αυτή υπογραμμίζει σαφώς τη στρατιωτική σημασία του χάρτη (Εικ.8) .

Το οχυρό του Kinburn στις εκβολές του Δνείπερου απεικονίζεται σε αρκετά ακριβή θέση με την σημερινή και αναφέρεται ως Kilburun siv[e] Polberno.Το Kilburun είναι η οθωμανική του ονομασία (στην κυριολεξία σημαίνει μύτη λεπτή σαν τρίχα) (Εικ.9).

Το Polberno είναι ονομασία άγνωστη, ιστορικά και γεωγραφικά. Στη θέση αυτή συνέβησαν αργότερα σημαντικές μάχες τόσο κατά τον Ρωσο-Οθωμανικό πόλεμο του 1787-1792, όσο και κατά τον Κριμαϊκό Πόλεμο, τον Οκτώβριο του 1855. Η απεικόνισή του πάντως δεν παραπέμπει σε σημαντική οχυρή θέση. Το στρατόπεδο του Babadog, όπου είχε μεταβεί ο Μεγάλος Βεζίρης κατά τη διάρκεια αυτών των επιχειρήσεων, αναφέρεται στο χάρτη ως Babadughi, νότια των εκβολών του Δούναβη στη σημερινή Ρουμανία (Εικ.10).

1737: Το σημαντικότερο γεγονός της ρωσικής εκστρατείας του 1737 ήταν η κατάληψη του στρατηγικού φρουρίου του Ochakov από τον στρατάρχη Münnich στις αρχές Ιουλίου. Το φρούριο αυτό αποτέλεσε βασικό θέατρο επιχειρήσεων του ρωσικού μετώπου καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου. Στον χάρτη αναφέρεται ως OZU και από κάτω με μικρότερα γράμματα siv[e] Okzakov (ως εναλλακτική ονομασία) (Εικ.9). Το φρούριο ήταν κτισμένο στις εκβολές του ποταμού Bug (σημ. Yuzhny Bag δηλ. Νότιος Bag) από τους σημαντικότερους ποταμούς της Ανατολικής Ευρώπης, πολύ κοντά στις εκβολές του Δνείπερου. Στον χάρτη ο ποταμός φέρεται ως Bog. Κατά τους Finkel, C και Ostapchuk, V το φρούριο Özi (στα τουρκικά) ταυτίζεται με το φρούριο του Ochakov39. Την ίδια περίοδο ο στρατηγός Lacy, έχοντας εισβάλει στην Κριμαία κατέστρεψε το Karasubazaar, το οποίο ταυτίζεται με τη σημερινή πόλη του Μπιλοχίρσκ της Κριμαίας. Στον χάρτη δεν αναφέρεται ως τοποθεσία, ενώ περίπου στη θέση του εμφανίζεται η ονομασία Sultan Seralÿe (παλάτι του σουλτάνου) (Εικ.7).
Τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς η Αυστρία κήρυξε τον πόλεμο εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Στον χάρτη το Βελιγράδι φέρεται ως BELGRAD και ως εξαιρετικά οχυρή τοποθεσία στη συμβολή του Δούναβη με τον ποταμό Σάβο (Εικ.11). Η πόλη της Nις (NISSA στον χάρτη), που καταλήφθηκε από την αυστριακή στρατιά του Seckendorf τον Ιούλιο του 1737, εμφανίζεται ως μεγάλη και οχυρωμένη πόλη, εκατέρωθεν του ποταμού Νίσαβα, παραπόταμου του Μοράβα. Το Βιδίνι (WIDIN στον χάρτη) εμφανίζεται επίσης ως οχυρή πόλη στη δεξιά όχθη του Δούναβη (Εικ.11). Η απεικόνιση του Δούναβη στον χάρτη υπολείπεται σημαντικά από την πραγματική του πορεία, ιδίως μετά τη στροφή του προς τα νότια από το οχυρό της Orsova και έως το Βιδίνι. Η επίθεση της αυστριακής στρατιάς της Βοσνίας τον Ιούλιο του 1737 κατέληξε σε αποτυχία. Η επίθεση εστιαζόταν στη Banjaluka και στο Zvornik. Η Banjaluka ωστόσο μόλις υποσημαίνεται στον χάρτη, στις όχθες του ποταμού Verbas. Αντίθετα, το Zvornik εμφανίζεται ως σημαντικό οχυρό στον Δρίνο ποταμό, νοτιοδυτικά του Βελιγραδίου (Εικ.11).

1738: Στο ρωσικό μέτωπο τον Απρίλιο ο Peter Lacy ξεκίνησε μία προσπάθεια για την κατάληψη της Κριμαϊκής χερσονήσου σε συνδυασμό με τον ναυτικό στόλο του Ντον, υπό τον ναύαρχο Peter Bredal. Συναντήθηκαν στο Berdniask, το οποίο στον χάρτη αναγράφεται ως Berdinka, πάνω στον στρατιωτικό δρόμο που προαναφέρθηκε. Το όνομά του προέρχεται από τον παρακείμενο ποταμό Berda (Εικ.12). Ο Lacy ανακατέλαβε το φρούριο του Perekop και βάδισε προς την Κριμαϊκή χερσόνησο από τα στενά του Henichesk. Η περιοχή αυτή δεν αναφέρεται στον χάρτη. Η διαδρομή που ακολούθησε ο Lacy είναι προφανώς αυτή μέσω του στρατιωτικού δρόμου και που άρχιζε από το Perekop. Στον χάρτη ο δρόμος φαίνεται να σταματάει σε φρούριο το όνομα του οποίου απουσιάζει. Bρίσκεται στην αρχή της χερσονήσου του Taganrog, η οποία στον χάρτη αναφέρεται ως Taganok.(Εικ.6). Ο προσανατολισμός της χερσονήσου και ο βαθύς κόλπος που σχηματίζεται μεταξύ αυτής και της απέναντι ακτής, διαφέρουν αισθητά από αυτά που απεικονίζονται στον χάρτη. Δυτικότερα, η στρατιά του Münnich έσπευσε προς βοήθεια του αυστριακού μετώπου με στόχο, κατ’ αρχάς το φρούριο του Bender και ακολούθως το φρούριο του Khotyn, στον ποταμό Δνείστερο. Το φρούριο του Bender απεικονίζεται στον χάρτη στο βόρειο τμήμα μιας περιοχής που ονομάζεται TARTARIA ZIAKIENSIS. Στον χάρτη το φρούριο του Khotyn αντιστοιχεί με το όνομα Chotc-in, το οποίο όμως αντιστοιχεί με μικρό χωριό και όχι με κάστρο. Μάλιστα δεν απεικονίζεται πάνω στον Δνείστερο. Το Khotyn όμως υπήρξε σημαντικό στρατιωτικό φρούριο (Εικ.12). Τον Αύγουστο του 1738 η ρωσική στρατιά γύρισε πίσω, λόγω διαφόρων δυσκολιών που αντιμετώπισε.

Στο αυστριακό μέτωπο οι πρώτες μάχες διεξήχθησαν στην περιοχή της παλιάς και της νέας Orsova . Η παλιά Orsova στον χάρτη φέρεται με το όνομα ORSAVA. Η νέα Orsova, το σημερινό Ada Kaleh, στρατηγικής σημασίας νησί στον Δούναβη, το οποίο τον Αύγουστο κατελήφθη από τους Οθωμανούς, μόλις υποσημαίνεται στον χάρτη, χωρίς όνομα. Προφανώς, ο Pujadies δεν γνώριζε παλιότερους μικρής κλίμακας χάρτες, όπως αυτόν του πρώτου χάρτη του Βανάτου της Τιμισοάρας, που απεικονίζουν με σχετική ακρίβεια την περιοχή αυτή του Δούναβη40. Το οχυρό της Mehadia εμφανίζεται με το όνομα Meadia (Εικ.11).
1739: Στο ρωσικό μέτωπο η στρατιά του Ντον υπό τον Lacy δεν παρουσίασε κάποια αξιόλογη στρατιωτική δραστηριότητα. Αντίθετα η στρατιά του Münnich τον Αύγουστο του 1739 διεξήγαγε πολύ σημαντική νικηφόρα μάχη στο χωριό Stavuchany, μεταξύ Προύθου και Δνείστερου. Στη συνέχεια κατέλαβε το οχυρό του Khotyn (Εικ. 12). Η τοποθεσία Stavuchany δεν αναφέρεται στον χάρτη, προφανώς διότι δεν υπήρχε κάποιο σημαντικό οχυρό και το χωριό ήταν άνευ στρατηγικής σημασίας. Το Ιάσιο, που καταλήφθηκε στη συνέχεια από τα ρωσικά στρατεύματα, απεικονίζεται στον χάρτη με το όνομα IASSI, ως μεγάλη οχυρωμένη πόλη (Εικ.13 ). Στο αυστριακό μέτωπο η πιο σημαντική και καθοριστικής σημασίας μάχη δόθηκε στη Grocka, στον Δούναβη, η οποία απέβη μοιραία για τους Αυστριακούς. Η περιοχή σημαίνεται στον χάρτη ως Krozka. Η τελευταία νικηφόρα μάχη των Αυστριακών, που όμως δεν είχε κανέναν αντίκτυπο, διότι οι ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις είχαν ήδη αρχίσει, έγινε στο Pancevo. Η θέση αυτή απεικονίζεται, πολύ κοντά στο Βελιγράδι με το όνομα PANCSOVA (Εικ.14).


5. Συμπεράσματα
Aπό την ανάλυση του συγκεκριμένου χάρτη, που εκδόθηκε κατά τη διάρκεια του πολέμου του 1735-1739 και απαντώντας στο αρχικό ερευνητικό ερώτημα για το ποια ήταν η χρησιμότητα των χαρτών στις αρχές και τα μέσα του 18ου αιώνα στην αυστριακή κοινωνία και ειδικότερα για το εάν οι χάρτες αποτελούσαν ένα γενικό εποπτικό υλικό για τον μορφωμένο πολίτη ή θα μπορούσαν να έχουν χρήση στρατιωτικού υλικού, μπορούμε να συμπεράνουμε τα ακόλουθα:
- Στην Αυστρία και ιδίως στην αυστριακή πρωτεύουσα υπήρχε ένας κύκλος πολιτών που ενδιαφερόταν για τη χαρτογραφία. Λειτουργούσαν ειδικοί εκδοτικοί οίκοι, όπως αυτός του Etienne Briffeau, που δραστηριοποιούνταν επαγγελματικά με παρόμοιες εκδοτικές εργασίες. Άρα θα πρέπει να θεωρήσουμε δεδομένο την ύπαρξη συγκεκριμένου αγοραστικού κοινού. Είναι γνωστό ότι μετά τον Μεγάλο Πόλεμο (1683 – 1699), αλλά και προς το τέλος αυτού, οι στρατιωτικοί απέκτησαν πιο ακριβείς αναπαραστάσεις του γεωγραφικού χώρου των επιχειρήσεων. Επίσης, τα μέσα ενημέρωσης της εποχής, όπως οι εφημερίδες, έπαιξαν σημαντικό ρόλο. Οι πόλεμοι με τους Οθωμανούς έγιναν γνωστοί, μέσω αυτών, στην Ευρώπη. Έτσι, οι χάρτες και όσοι συμμετείχαν στην κατασκευή τους, απέκτησαν σημαντική αξία και προβολή. Εκτός από τους χάρτες ρόλο έπαιξαν και τα χαρακτικά και τα σχέδια μαχών. Επομένως, οι χάρτες και τα λοιπά εποπτικά μέσα άρχισαν να λειτουργούν πλέον σαν «πολιτικά όργανα».
- Η έκδοση του χάρτη έγινε τον Ιούλιο του 1737 ακριβώς τον ίδιο μήνα που η Αυστρία κήρυξε τον πόλεμο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Άρα δεδομένου του χρόνου που απαιτεί η προετοιμασία χάραξης και εκτύπωσης, ο χάρτης σχεδιάστηκε πριν από την κήρυξη του πολέμου. Γι’ αυτό, προφανώς, δεν αναφέρεται και στον πόλεμο, όπως άλλοι χάρτες της ίδιας περιόδου, που εκδόθηκαν όμως αργότερα και κάνουν σαφή αναφορά στον πόλεμο με τις φράσεις: Théâtre de la Guerre ή Kriegs Theater. Οι συντελεστές του χάρτη έσπευσαν πρώτοι να προλάβουν μία παρόμοια έκδοση, γεγονός που οδηγεί στην υπόθεση ότι η έκδοση αυτή είχε κίνητρα εμφανώς οικονομικά. Δηλαδή έσπευσαν να εμφανίσουν, πρώτοι στην αγορά, ένα τεκμήριο του επικείμενου πολέμου. Μάλιστα ένα τεκμήριο ακριβό, εάν κρίνουμε από μέγεθος του χάρτη, τις γεωγραφικές λεπτομέρειες και την ποιότητα της εκτύπωσης. Παρόλα αυτά, ο χάρτης δεν αποτελεί προϊόν πρωτότυπης επιτόπιας έρευνας, που θα ήταν αδύνατον άλλωστε, αφού όπως ομολογεί και ο ίδιος ο δημιουργός του στο cartouche, συντάχθηκε στηριζόμενος σε άλλους χάρτες, που είχαν δημιουργήσει πρόσφατα οι Μονάρχες. Ο Pujadies εδώ υπαινίσσεται το γεγονός ότι στηρίχθηκε όχι μόνο σε αυστριακούς, αλλά και σε χάρτες άλλων χωρών.
- Στους στρατιωτικούς χάρτες, αλλά και στους γενικότερους γεωφυσικούς χάρτες που εκδίδονταν, ιδίως μετά το 1800, χάνεται ο διακοσμητικός τους χαρακτήρας, λείπουν πλέον τα πολύπλοκα διακοσμητικά cartouche και προστίθενται λεπτομερείς πίνακες με στοιχεία αποστάσεων, αλλά και λοιπά γεωγραφικά στοιχεία, καθώς και στοιχεία για τους κατοίκους και τους πληθυσμούς των περιοχών του χάρτη. Το cartouche στο συγκεκριμένο χάρτη, διατηρεί μεν κάποια διακοσμητικά στοιχεία, όχι όμως υπερβολικά, χωρίς αναπαραστάσεις προσώπων ή μαχών, τα οποία ήταν συνηθισμένα σε προηγούμενες εποχές, ιδίως στην Ολλανδική χαρτογραφία. Ο συγκεκριμένος χάρτης μπορεί να χαρακτηρισθεί χάρτης μιας μεταβατικής περιόδου. Η χρηματοδότησή του είναι βέβαιο ότι είναι ιδιωτική και έγινε από τον κόμη Pallavicini.
- Πιθανότερο ο κόμης, μέσω της έκδοσης του χάρτη προσπάθησε να προωθήσει την προσωπική του προβολή και να ισχυροποιήσει τη θέση του στην βιεννέζικη κοινωνία. Από το βιογραφικό του γνωρίζουμε ότι ο ίδιος είχε δαπανήσει σημαντικά ποσά γι’ αυτόν τον σκοπό. Ο βαθμός του εξάλλου στη στρατιωτική ιεραρχία, ως υπεύθυνος ενός ποτάμιου στόλου, δεν ήταν πάρα πολύ υψηλός, ανάλογος τουλάχιστον των άλλων τριών στρατηγών του μετώπου. Η έκδοση ενός χάρτη, αφιερωμένου αποκλειστικά σε αυτόν, που εξυμνεί τις αρετές και τη θέση του, θα του προσέδιδε σίγουρα ένα μεγαλύτερο κύρος.
- Η χρηματοδότηση της έκδοσης παρόμοιων χαρτών ήταν ακόμη ιδιωτική υπόθεση. Στον συγκεκριμένο χάρτη ο χαρτογράφος Pujadies και ο χαράκτης Heckenauer, χρηματοδοτήθηκαν προφανώς από το κόμη Pallavicini. Στα επόμενα χρόνια η έκδοση των χαρτών πέρασε σε κρατικές δομές, όπως π.χ. το Καισαροβασιλικό Στρατιωτικό Ινστιτούτο Γεωγραφίας της Βιέννης. Η χρήση αυτών των χαρτών ήταν σχεδόν αποκλειστικά για στρατιωτικούς σκοπούς. Επρόκειτο για χάρτες κατασκευασμένους με επιστημονικές μεθόδους, όπως ο τριγωνισμός, μετά από επιτόπιες έρευνες, που επιδίωκαν μία πολύ ακριβή απεικόνιση του γεωγραφικού χώρου. Χάρτες στρατιωτικοί προϋπήρχαν και πριν από την περίοδο που εξετάζουμε, αλλά αυτοί ήταν χειρόγραφοι και απόρρητοι. Απόρρητοι ήταν και χάρτες μικρής κλίμακας, που τυπώθηκαν αργότερα, όπου αποδίδονταν λεπτομέρειες που βοηθούσαν την κίνηση στρατευμάτων και τη μεταφορά στρατιωτικού υλικού. Παρόμοιους χάρτες διέθεταν οι Αυστριακοί μόνο για περιορισμένες περιοχές του μετώπου, κυρίως γύρω από τον Δούναβη. Οπωσδήποτε, η κλίμακα του συγκεκριμένου χάρτη αποκλείει τη χρήση του για αυστηρά στρατιωτικούς σκοπούς.
- Από πλευράς στρατιωτικών κινήσεων ειδικό ενδιαφέρον υπήρχε τόσο για τη μεταφορά του πυροβολικού (που ήταν δυσκίνητο), όσο και των υλικών ανεφοδιασμού. Οι όποιες αποτυχίες των ρωσικών στρατευμάτων στον πόλεμο αυτόν θα πρέπει να αποδοθούν, εκτός των ασθενειών, και στην έλλειψη ικανής ανεφοδιαστικής αλυσίδας για ανθρώπους και ζώα, και στη έλλειψη βαριών συστημάτων πυροβολικού, δεδομένου μάλιστα του γεγονότος ότι τα στρατεύματα όφειλαν να διανύσουν πολύ μεγάλες αποστάσεις. Ασφαλώς, η σπανιότητα αμιγώς στρατιωτικών χαρτών για πολλές περιοχές, δεν διευκόλυνε τις επιχειρήσεις στα δύο μέτωπα του πολέμου. Ο χάρτης που εξετάζεται, σίγουρα δεν διευκολύνει την διενέργεια συγκεκριμένων στρατιωτικών κινήσεων επί του πεδίου των επιχειρήσεων.
- Πιθανότατα ωστόσο, ο χάρτης έχει και κάποιες βλέψεις για καθαρά στρατιωτική χρήση, αν όχι επί του πεδίου, τουλάχιστον για παρακολούθηση των στρατιωτικών επιχειρήσεων είτε από το γενικό κοινό είτε και από ειδικούς στρατιωτικούς της εποχής. Κατ’ αρχάς χρηματοδοτήθηκε από έναν ανώτατο στρατιωτικό, ενώ τα πολεμικά σύμβολα του cartouche υπογραμμίζουν, με κάποιον τρόπο, αυτή την πρόθεση στρατιωτικής του χρήσης. Αυτό εξάλλου διατυπώνεται και στο κείμενο του Pujadies προς τον Pallavicini. Όταν αναφέρει επί λέξει: «Θα εκθέσω εκείνες, ιδιαίτερα τις περιοχές στις οποίες είναι στραμμένα πλέον τα βλέμματα όλων, δηλαδή τις τρεις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές αυτοκρατορίες…» υπονοεί ακριβώς τις αυτοκρατορίες που ενεπλάκησαν στον πόλεμο, γεγονός που υπογραμμίζει, έστω και έμμεσα, τον στρατιωτικό χαρακτήρα που θέλει να προσδώσει ο συντάκτης του χάρτη στο έντυπο δημιούργημά του. Τα στρατιωτικά κάστρα, τα οχυρά και οι πόλεις απεικονίζονται με αρκετή ακρίβεια. Ακόμη και στις περιοχές του ρωσικού μετώπου, όπως η Κριμαία και η Αζοφική, η οποίες είναι πολύ πιο αραιοκατοικημένες αλλά και γενικά πιο αχαρτογράφητες, οι απεικονίσεις των οχυρών είναι αρκετά ακριβείς ή τουλάχιστον εξίσου ακριβείς με την περιοχή της βόρειας Βαλκανικής, μιας δηλαδή περιοχής πολύ κοντά στην αυστριακή πρωτεύουσα, στη οποία είχαν ήδη λάβει χώρα αρκετές επιτόπιες χαρτογραφικές μελέτες. Δεν γνωρίζουμε φυσικά τι πληροφορίες είχε ο χαρτογράφος Pujadies για τις πολεμικές επιχειρήσεις του ρωσικού μετώπου, που διεξάγονταν ήδη και που προηγήθηκαν της κήρυξης του πολέμου από την Αυστρία. Πάντως, σε συγκεκριμένο σημείο της Αζοφικής απεικονίζεται δρόμος που χρησιμεύει, όπως αναγράφεται, για στρατιωτικούς σκοπούς. Βέβαια, οι γεωγραφικές πληροφορίες που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν και να αξιοποιηθούν στρατιωτικά είναι εξαιρετικά αδρές. Ωστόσο, με τη βοήθεια και της γραμμικής κλίμακας, σε αυστριακά και ουγγρικά μίλια, είναι δυνατός ένας, σχετικός έστω, υπολογισμός των αποστάσεων των διαφόρων περιοχών μεταξύ τους.
- Ο συγκεκριμένος χάρτης σχεδιάστηκε πριν από την έναρξη του πολέμου της Αυστρίας με τους Οθωμανούς. Άρα λογικά, δεν μπορεί να αναφέρεται με λεπτομέρεια σε μάχες και στρατιωτικές κινήσεις που ακολούθησαν. Οι γεωγραφικές αναφορές είναι σε κάποιες περιπτώσεις μη ακριβείς, κυρίως σε ό,τι αφορά την θέση των βουνών, των πεδιάδων, αλλά και του ρου των μεγάλων ποταμών. Προκαλεί εντύπωση π.χ. ότι ο ρους του Δούναβη δεν απεικονίζεται με μεγάλη ακρίβεια, ενώ στις περιοχές που διέρχεται ο ποταμός είχαν προηγηθεί στρατιωτικές αυστριακές επιχειρήσεις και είχε πραγματοποιηθεί έκδοση χαρτών μικρής κλίμακας. Προφανώς, σημαντικές πληροφορίες έπαιρναν τα στρατεύματα από κατασκόπους και τοπικούς παράγοντες κατά την εξέλιξη των επιχειρήσεων. Από τη μελέτη, εκτός από τις αναμενόμενες για την εποχή γεωγραφικές ανακρίβειες του χάρτη, διαπιστώνονται και λίγες υποεκτιμήσεις για στρατιωτικής σημασίας περιοχές και οχυρά. Έτσι, στο ρωσικό μέτωπο δεν αποτυπώνονται στα στρατηγικής σημασίας στενά του Henichesk και κυρίως το σημαντικό οχυρό του Khotyn. Το φρούριο επίσης του Kinburn, στις εκβολές του Δενείπερου δεν απεικονίζεται αναλόγως της σημασίας του. Επίσης δεν αναφέρονται το Karasubazaar και το Ak Μescit. Σε ό,τι αφορά στο Savuchany, αφού δεν αποτελούσε οχυρή θέση με φρούριο, είναι λογικό να μην αναγράφεται στον χάρτη. Στο αυστριακό μέτωπο εκτός από τις γεωγραφικές ανακρίβειες όπως, για παράδειγμα, στην πορεία του Δούναβη που προαναφέρθηκε, εντύπωση προκαλεί η απουσία αναφοράς του πολύ σημαντικού οχυρού της νέας Orsova και η μόλις υποσημαινόμενη θέση της Banjaluka. Η νέα Orsova είχε αποτελέσει σημαντικής στρατηγικής σημασίας οχυρό και κατά τον προηγούμενο πόλεμο του 1717. Οι ανακρίβειες αυτές μπορούν να αποδοθούν σε άγνοια του χαρτογράφου, που δεν ανήκει στην ομάδα των γνωστών χαρτογράφων της εποχής, αλλά και στην ταχύτητα που επέβαλε η έκδοσή του για τους εμπορικούς λόγους που προαναφέρθηκαν.
- Ο χάρτης αυτός σχεδιάστηκε και χρησιμοποιήθηκε, εκτός των άλλων, για να εξυμνήσει τη δόξα του Pallavicini και του αυστριακού στρατού. Η ντροπιαστική ήττα ωστόσο των Αυστριακών από τις οθωμανικές δυνάμεις δεν ευνοούσε την παραμονή του χάρτη στην κυκλοφορία μετά τη Συνθήκη του Βελιγραδίου. Προφανώς, στη συντριπτική τους πλειονότητα οι χάρτες αυτοί αποσύρθηκαν από τη κυκλοφορία και την αγορά. Αυτό ίσως εξηγεί και την συλλεκτική τους σπανιότητα.
Συμπερασματικά, ο συγκεκριμένος χάρτης μπορεί να χαρακτηρισθεί ως χάρτης μεταβατικής περιόδου, καθώς κινείται μεταξύ γενικής και επιστημονικής χαρτογραφίας. Η πρώιμη έκδοσή του έχει σαφώς οικονομικούς σκοπούς, αλλά απευθύνεται ταυτόχρονα τόσο σε ένα ευρύτερο φιλομαθές και μορφωμένο κοινό. Ταυτόχρονα όμως θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί, έστω υποβοηθητικά, για παρακολούθηση των στρατιωτικών επιχειρήσεων στα δύο μέτωπα του πολέμου. Φυσικά το εάν χρησιμοποιήθηκε, με κάποιον τρόπο, από στρατιωτικούς κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων παραμένει άγνωστο.
Ενδεικτική Βιβλιογραφία
Aksan, V. H., Ottoman Wars 1700-1870, Routledge, Λονδίνο – Ν.Υόρκη 2013.
Anderson, B., Φαντασιακές Κοινότητες. Στοχασμοί για τις απαρχές και τη διάδοση του εθνικισμού,
μτφρ. Π. Χαντζαρούλα, Νεφέλη, Αθήνα 1997.
Bernleithner, E., “Austria’s Share in World Cartography”, Imago Mundi 25 (1971), 65-73.
Bagrow, L., A history of Russian Cartography up to 1800, επιμ. Η. W. Castner, Walker Press, Wolfe Island, Οντάριο 1975.
Bieler, S., Albrecht Dürer, Artist in the midst of two storms, Cascade Books-Eugene, Όρεγκον 2017.
Βritish Μuseum, “Jakob Wilhelm Heckenauer”. [https://www.britishmuseum.org/collection/term/BIOG31044] (πρόσβαση 20-12-2023)
Cassels, L., The struggle for the Ottoman Empire 1717-1740, John Murray, Λονδίνο και Σαουθάμπτον 1966.
Cremonini, C., ”Pallavicino Gian Luca”, Dizionario Biografico degli Italiani, τ. 80, Istituto della Enciclopedia Italiana, Ρώμη 2014.
Davis, B., Empire and Military Revolution in Eastern Europe: Russia’s Turkish Wars in the Eighteenth Century, Continuum, Λονδίνο – Ν. Υόρκη 2011.
Dörflinger, J., Überblicküber die Östereichische Kartographieim 18. Jahrhundert bis zum Maria Theresias (1780), Verlag der Östereichische Akademie der Wissenschaften, Βιέννη 1984.
Finkel, C. και Ostapchuk, V., “Outpost of Empire: An Appraisal of Ottoman Building Registers as Sources for the Archeology and Construction History of the Black Sea Fortress of Özii ”, Muqarnas 22 (2005), 150-188.
Finkel, C., Οθωμανική Αυτοκρατορία 1300-1923, μτφρ. Μ. Δελέγκος, Διόπτρα, Αθήνα 2007.
Frumin, Μ., “François Kauffer: at home among strangers, a stranger at home. The fate of a cartographer in foreign service in the age of empires”, Восточный Архив 2/24 (2011), 15-23.
Gordyeyev, A. και Bulatov, V., Cartography of Black Sea: of Azov: Retrospective. 1700 -1800, χ.ε, Μόσχα 2007.
Güngörürler, S., The Repercussions of the Austro-Russian-Turkish War (1736-1739) on the Diplomacy and the International Status of the Ottoman Empire, Libra Kitapçılık ve Yayıncılık Ticaret, Κωνσταντινούπολη 2014.
Harley, J. B. και Woodward, D., History of cartography, τ. 1, University of Chicago Press, Σικάγο – Λονδίνο 1987.
Λιβιεράτος, Ε., Χαρτογραφίας και χαρτών περιήγησις, Εθνική Χαρτοθήκη, Θεσσαλονίκη 1998.
Mastronunzio, M. και Dai Pra, Ε., “Editing historical maps: comparative cartography using maps as tools”στο: E. Livieratos (επιμ.), Digital approaches to cartographic heritage: Conference Proceedings, (Riga 2016) , CartoGeoLab – Laboratory of Cartography & Geographic Analysis, Aristotle University of Thessaloniki, Θεσσαλονίκη 2016, 156-168.
Merriman, J., Ιστορία της Νεότερης Ευρώπης από την Αναγέννηση μέχρι σήμερα, μτφρ. Α. Κίκηρας, επιμ. Ι. Μιχαηλίδης, Πεδίο, Αθήνα 2022.
Snowden, J., “Ottoman-Russia-Austria war of 1736-1739 – Turkish perspective”, 2022.
[https://www.academia.edu/87728751/Ottoman_Russia_Austria_War_of_1736_1739_Turkish_Pers pective] (πρόσβαση 22-12-2023)
Wolf, J., “Mapping the Southeastern periphery. The first general topographic map of the Habsburg Βanat, 1717”, Godisnjak (2020),118-144.

Σημειώσεις
- Merriman, J., Ιστορία της Νεότερης Ευρώπης από την Αναγέννηση μέχρι σήμερα, μτφρ. Α. Κίκηρας, επιμ. Ι. Μιχαηλίδης, Πεδίο, Αθήνα 2022, 296. ↩︎
- Cassels, L., The struggle for the Ottoman Empire 1717-1740, John Murray, Λονδίνο και Σαουθάμπτον 1966, 97. 3Idem, 101. ↩︎
- Idem, 101. ↩︎
- Snowden, J., “Ottoman-Russia-Austria war of 1736-1739 – Turkish perspective”, 2022. [https://www.academia.edu/87728751/Ottoman_Russia_Austria_War_of_1736_1739_Turkish_Perspective] (πρόσβαση 22-12-2023), 20 – 21. ↩︎
- Aksan, V. H., Ottoman Wars 1700-1870, Routledge, Λονδίνο – Ν.Υόρκη 2013, 103. ↩︎
- Cassels, L., The struggle for the Ottoman Empire 1717-1740, John Murray, Λονδίνο και Σαουθάμπτον 1966, 105. ↩︎
- Idem. 110. ↩︎
- Aksan, V. H., Ottoman Wars 1700-1870, Routledge, Λονδίνο – Ν.Υόρκη 2013, 103. ↩︎
- Eadem, 106-107. ↩︎
- Davis, B., Empire and Military Revolution in Eastern Europe: Russia’s Turkish Wars in the Eighteenth Century, Continuum, Λονδίνο – Ν. Υόρκη 2011, 215. ↩︎
- Aksan, V. H., Ottoman Wars 1700-1870, Routledge, Λονδίνο – Ν.Υόρκη 2013, 110-111. ↩︎
- Davis, B., Empire and Military Revolution in Eastern Europe: Russia’s Turkish Wars in the Eighteenth Century, Continuum, Λονδίνο – Ν. Υόρκη 2011, 214. ↩︎
- Aksan, V. H., Ottoman Wars 1700-1870, Routledge, Λονδίνο – Ν.Υόρκη 2013, 113. ↩︎
- Davis, B., Empire and Military Revolution in Eastern Europe: Russia’s Turkish Wars in the Eighteenth Century, Continuum, Λονδίνο – Ν. Υόρκη 2011, 216-217. ↩︎
- Aksan, V. H., Ottoman Wars 1700-1870, Routledge, Λονδίνο – Ν.Υόρκη 2013, 114. ↩︎
- Davis, B., Empire and Military Revolution in Eastern Europe: Russia’s Turkish Wars in the Eighteenth Century, Continuum, Λονδίνο – Ν. Υόρκη 2011, 234. ↩︎
- Idem, 239. ↩︎
- Aksan, V. H., Ottoman Wars 1700-1870, Routledge, Λονδίνο – Ν.Υόρκη 2013, 116. ↩︎
- Finkel, C., Οθωμανική Αυτοκρατορία 1300-1923, μτφρ. Μ. Δελέγκος, Διόπτρα, Αθήνα 2007, 459. ↩︎
- Güngörürler, S., The Repercussions of the Austro-Russian-Turkish War (1736-1739) on the Diplomacy and the International Status of the Ottoman Empire, Libra Kitapçılık ve Yayıncılık Ticaret, Κωνσταντινούπολη 2014, 20. ↩︎
- Harley, J. B. και Woodward, D., History of cartography, τ. 1, University of Chicago Press, Σικάγο και Λονδίνο 1987, 16. ↩︎
- Λιβιεράτος, Ε., Χαρτογραφίας και χαρτών περιήγησις, Εθνική Χαρτοθήκη, Θεσσαλονίκη 1998, 208. ↩︎
- Mastronunzio, M. και Dai Pra, Ε., “Editing historical maps: comparative cartography using maps as tools”στο: E. Livieratos (επιμ.), Digital approaches to cartographic heritage: Conference Proceedings, (Riga 2016) , CartoGeoLab – Laboratory of Cartography & Geographic Analysis, Aristotle University of Thessaloniki, Θεσσαλονίκη 2016,156. ↩︎
- Λιβιεράτος, Ε., Χαρτογραφίας και χαρτών περιήγησις, Εθνική Χαρτοθήκη, Θεσσαλονίκη 1998, 221. ↩︎
- Bernleithner, E., “Austria’s Share in World Cartography”, Imago Mundi 25 (1971), 65. ↩︎
- Idem. 70. ↩︎
- Wolf, J., “Mapping the Southeastern periphery. The first general topographic map of the Habsburg Βanat, 1717”, Godisnjak (2020), 124. ↩︎
- Λιβιεράτος, Ε., Χαρτογραφίας και χαρτών περιήγησις, Εθνική Χαρτοθήκη, Θεσσαλονίκη 1998, 221. ↩︎
- Dörflinger, J., Überblicküber die Östereichische Kartographieim 18. Jahrhundert bis zum Maria Theresias (1780), Verlag der Östereichische Akademie der Wissenschaften, Βιέννη 1984, 45. ↩︎
- Βritish Μuseum, “Jakob Wilhelm Heckenauer”. [https://www.britishmuseum.org/collection/term/BIOG31044] (πρόσβαση 20-12-2023) ↩︎
- Dörflinger, J., Überblicküber die Östereichische Kartographieim 18. Jahrhundert bis zum Maria Theresias (1780), Verlag der Östereichische Akademie der Wissenschaften, Βιέννη 1984, 46. ↩︎
- Anderson, B., Φαντασιακές Κοινότητες. Στοχασμοί για τις απαρχές και τη διάδοση του εθνικισμού, μτφρ. Π. Χαντζαρούλα, Νεφέλη, Αθήνα 1997, 123. ↩︎
- Anderson, B., Φαντασιακές Κοινότητες. Στοχασμοί για τις απαρχές και τη διάδοση του εθνικισμού, μτφρ. Π. Χαντζαρούλα, Νεφέλη, Αθήνα 1997, 123.
Cremonini, C.,”Pallavicino Gian Luca”, Dizionario Biografico degli Italiani, τ. 80, Istituto della Enciclopedia Italiana, Ρώμη 2014. ↩︎ - Bieler, S., Albrecht Dürer, Artist in the midst of two storms, Cascade Books-Eugene, Όρεγκον 2017, 6. ↩︎
- Frumin, Μ., “François Kauffer: at home among strangers, a stranger at home. The fate of a cartographer in foreign service in the age of empires”, Восточный Архив 2/24 (2015), 15. ↩︎
- Bagrow, L., A history of Russian Cartography up to 1800, επιμ. Η. W. Castner, Walker Press, Wolfe Island, Οντάριο 1975, 182. ↩︎
- Idem, 184-185. ↩︎
- Gordyeyev, A. και Bulatov, V., Cartography of Black Sea: of Azov: Retrospective. 1700 -1800, χ.ε, Μόσχα 2007, 12. ↩︎
- Finkel, C. και Ostapchuk, V., “Outpost of Empire: An Appraisal of Ottoman Building Registers as Sources for the Archeology and Construction History of the Black Sea Fortress of Özii”, Muqarnas 22 (2005), 150. ↩︎
- Wolf, J., “Mapping the Southeastern periphery. The first general topographic map of the Habsburg Βanat, 1717”, Godisnjak (2020), 126. ↩︎