Η παρουσία της ελληνικής επιρροής –άμεσης ή έμμεσης- στον τομέα της αρχιτεκτονικής ή της οικοδόμησης των πόλεων για τη γεωγραφική περιοχή της σημερινής Ρουμανίας, διαφέρει κατά ιστορική περίοδο. Σημαντικό οικιστικό/ μνημειακό απόθεμα επισημαίνεται στην περιοχή αναφοράς, ειδικότερα σε σχέση με τις εμπορικές και επιχειρηματικές δραστηριότητες των Ελλήνων διαχρονικά. Το απόθεμα αυτό, όπως έχει εντοπισθεί και μελετηθεί κατά καιρούς αποσπασματικά,1 σχετικά πρόσφατα διερευνήθηκε και τεκμηριώθηκε στο πλαίσιο διμερούς (ελληνο-ρουμανικής) διεπιστημονικής ερευνητικής συνεργασίας.2
Στο πλαίσιο της συνεργασίας αυτής,3 σημειώνεται ότι οι αφετηρίες για την επιλογή του συγκεκριμένου ερευνητικού πεδίου, πέραν της επιδίωξης να καλυφθεί το υπάρχον γνωστικό κενό στον επιστημολογικό χώρο της ιστορίας της αρχιτεκτονικής και πολεοδομίας, παράλληλα συντίθενται με την επιθυμία βιωματικής «προσέγγισης» του χώρου αναφοράς και των δυνάμεων που τον έχουν συγκροτήσει διαχρονικά. Αυτή η διάσταση είναι δυνατόν να εκφράζεται μέσα από τα αρχιτεκτονικά δημιουργήματα, σχηματοποιημένα σε χώρους ζωής: μεμονωμένα κτίσματα και οικιστικά συγκροτήματα, με λειτουργίες αρχικά καταγραμμένες ως εμπορικές και επιχειρηματικές ή ως δημόσια κτίρια που φιλοξενούσαν δραστηριότητες κοινωνικές και οικονομικές, όπως και ιδιωτικές κατοικίες, κατασκευές οι οποίες σήμερα -με μια διαχρονική εξέλιξη- ενδεχομένως διαφοροποιούνται λειτουργικά από τις αρχικές αντίστοιχες.
Οι οκτώ πόλεις που επελέγησαν σε πρώτη φάση, οπωσδήποτε δεν καλύπτουν το σύνολο της καταγεγραμμένης ελληνικής παρουσίας στη Ρουμανία. Ωστόσο, εκτιμώνται ως αντιπροσωπευτικές, ειδικότερα μάλιστα όσον αφορά την ιστορική «αναζήτηση» των Ελλήνων εμπορευόμενων και επιχειρηματιών στις χερσαίες και πλόιμες διαδρομές τους. Αναλυτικότερα, εκτός από το Βουκουρέστι, επελέγησαν το Μπρασόβ και το Σιμπίου στην Τρανσυλβανία,4 ως οι δύο βασικοί εμπορικοί σταθμοί των Ελλήνων στις χερσαίες ηπειρωτικές διαδρομές τους, η Βραΐλα, η Κωνστάντζα, η Τούλτσεα και το Γαλάτσι, σημαντικά λιμάνια στον Δούναβη και τον Εύξεινο Πόντο, αντιπροσωπευτικοί «κόμβοι» στις πλόιμες διαδρομές εμπορίου και πολιτισμού, καθώς και η Ντρομπέτα Τούρνου Σεβερίν, ομοίως, σταθμός και πύλη στην κρίσιμη ιστορικά διαδρομή του Δούναβη στην Ευρώπη.5
Η ελληνική επιρροή στην αρχιτεκτονική και την οικοδόμηση των πόλεων στη Ρουμανία
Κατά τον Peter Derer, οι επιδράσεις του ελληνικού κόσμου στην αρχιτεκτονική και τη χωρική οργάνωση στην περιοχή της σημερινής Ρουμανίας αναγνωρίζονται είτε άμεσα, με την εξ ολοκλήρου υλοποίηση των προϊόντων (αρχιτεκτονικής ή πολεοδομίας) από το δυναμικό δημιουργίας -το εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό- στο πλαίσιο του πνεύματος που διέπει τον πολιτισμό και την κουλτούρα του ελληνικού κόσμου, είτε έμμεσα, μέσω ενδιάμεσων μεσολαβητών. Στην πρώτη περίπτωση, η παραγγελία, η χρηματοδότηση, το νομοθετικό πλαίσιο, ο σχεδιασμός (ειδικά), η εκτέλεση, κ.ά. συνδέονται με κάποια μόνο από τα μέλη μιας ελληνικής κοινότητας (ή με ορισμένους επαγγελματίες άλλης καταγωγής, εξοικειωμένους με τον ελληνικό πολιτισμό). Στη δεύτερη περίπτωση, στην υλοποίηση του τελικού προϊόντος τα μέλη της ελληνικής κοινότητας εμπλέκονται επιλεκτικά σε μερικές φάσεις της διαδικασίας κατασκευής (ελλείψει, ειδικότερα, της φάσης του σχεδιασμού), ενώ οι υπόλοιπες επαφίενται στην αρμοδιότητα κάποιων επαγγελματιών από άλλες κοινότητες, μη εξοικειωμένων με τον ελληνικό πολιτισμό/ κουλτούρα. Ο ίδιος ερευνητής παρατηρεί ότι «η παρουσία της ελληνικής επιρροής (άμεσης ή έμμεσης) στον τομέα της αρχιτεκτονικής ή της οικοδόμησης των πόλεων διαφέρει από τη μία χρονική περίοδο στην άλλη, εμφανίζοντας όμως συνολικά μια τάση συρρίκνωσης, όσον αφορά την ποσοτική παραγωγή».6
Ειδικότερα, οι Φαναριώτικες Ηγεμονίες στη Μολδαβία και τη Βλαχία επηρεάζουν έμμεσα, σε κεντρικό και κυρίως σε τοπικό επίπεδο, την αρχιτεκτονική παραγωγή και την αστική ανάπτυξη με νομικές αποφάσεις, δάνεια και δωρεές, ενίοτε δε με προγράμματα. Οι ηγεμόνες από τις οικογένειες Μαυροκορδάτου, Υψηλάντη, Καρατζά ασχολούνταν κυρίως με οικονομικές, διοικητικές και υγειονομικές μεταρρυθμίσεις, ανάμεσα στις οποίες και ορισμένες αστικού χαρακτήρα.7 Η ανάπτυξη των παραγωγικών δραστηριοτήτων, είτε με την προσέλκυση επενδυτών είτε με την έκδοση αδειών λειτουργίας, αποτελεί νέο τομέα για τη διοίκηση των Ηγεμονιών. Ενδιαφέρον, επίσης, εκδηλώνεται από τους ηγεμόνες και για επενδύσεις σε οικοδομήματα θρησκευτικού χαρακτήρα, πρόγραμμα το οποίο συνεχίστηκε από μητροπολίτες και επισκόπους.8 Εντωμεταξύ, περισσότερο από τα κτίρια λατρείας, τα οποία εν μέρει κληρονομήθηκαν από το παρελθόν, οι Φαναριώτες διακρίνονται για την κατασκευή ή και επέκταση δημοσίων κτιρίων.9
Αξιοσημείωτο όμως, είναι το ενδιαφέρον των φαναριωτών ηγεμόνων, καθώς και των μητροπολιτών, για την εκπαίδευση (ανώτερη στην ελληνική και βασική στη ρουμανική). Το ενδιαφέρον αυτό επηρεάζει άμεσα το αναλυτικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα και τον τρόπο διδασκαλίας που εκσυγχρονίζονται, προσλαμβάνοντας καθηγητές, μεταξύ των οποίων κάποιους σημαντικούς λογίους της εποχής. Παράλληλα, αυτή η έμφαση της φαναριωτικής περιόδου στην εκπαίδευση επηρεάζει το ίδιο το κατασκευαστικό πρόγραμμα των ηγεμόνων: υποστηρίζεται η συντήρηση κληροδοτημάτων σχολείων, πραγματοποιούνται επεκτάσεις και νέες έδρες, δημιουργούνται παράλληλα βιβλιοθήκες και ιδρύονται τυπογραφεία.10

Τον 18ο αιώνα η εκχώρηση από την Μαρία Θηρεσία αρχικά της αυστριακής υπηκοότητας (1742) και εν συνεχεία σειράς προνομίων προς τους Έλληνες εμπόρους της Τρανσυλβανίας (1777), στο πλαίσιο μιας πολιτικής προσέλκυσης του ενεργού και εξειδικευμένου πληθυσμού από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, αποτελούν τις προϋποθέσεις για την οργάνωση των εμπορικών κομπανιών. Ως απόρροια της δημιουργίας των τελευταίων, παρατηρείται -εκτός άλλων- η ακμάζουσα κατασκευαστική δραστηριότητα δημοσίων, ιδίως, κτισμάτων στα αστικά κέντρα της Τρανσυλβανίας.11
Εντωμεταξύ, στη διάρκεια του 19ου αιώνα, σειρά γεγονότων12 οδηγούν αρχικά σε μείωση του ελληνικού πληθυσμού (ειδικά των ανώτερων αξιωματούχων και των στελεχών της διοίκησης) στη γεωγραφική περιοχή της σημερινής Ρουμανίας. Αυτή η πληθυσμιακή συρρίκνωση αναστρέφεται με τη Συνθήκη της Αδριανούπολης (1829) και την απελευθέρωση του εμπορίου, οδηγώντας στο φαινόμενο της συσπείρωσης εμπορικού και επιχειρηματικού δυναμικού,13 προερχόμενου από τον τότε ελληνικό κόσμο, στις πόλεις-λιμάνια του Δούναβη, στη Μολδαβία και στη Δοβρουτσά.14 Η συσπείρωση αυτή του ελληνικού πληθυσμού σε ορισμένες πόλεις αυξάνεται ιδιαίτερα, ως απόρροια της ισχύος/εφαρμογής διεθνών πολιτικών–οικονομικών συνθηκών.15 Στις πόλεις αυτές ο ελληνισμός κατασκευάζει αυτό το διάστημα με δικούς του πόρους, ναούς, σχολεία, νοσοκομεία και άλλα κοινοτικά κτίρια, αποστέλλοντας, παράλληλα, μέρος των εισοδημάτων στην Ελλάδα για την οικοδόμηση παρόμοιων έργων.16 Εκτός των παραπάνω έργων, την ίδια εποχή στις παραδουνάβιες αυτές πόλεις – λιμάνια, ανεγείρονται ιδιωτικά σχολεία, τυπογραφεία, έδρες τραπεζών, ναυτιλιακές εταιρείες, βιομηχανικά κτίρια και ιδιωτικές κατοικίες. Σύμφωνα με τον P.Derer, «…ο ελληνικός πληθυσμός στα νότια των Καρπαθίων καταβάλλει προσπάθειες να ακολουθήσει το παράδειγμα των κοινοτήτων της Τρανσυλβανίας και του Banat, που είναι συσπειρωμένες γύρω από εμπορικές εταιρείες/ κομπανίες».17
Αυτή την εποχή (19ος αιώνας) εμφανίζονται τα περισσότερα παραδείγματα άμεσης επιρροής στην αρχιτεκτονική μέσω των έργων που υπογράφουν οι: Ανδρέας Καρύδης (ανακατασκευάζει τον ιερό ναό στο Bărboi, το 1841), Γιάννης Θεοδωρίδης (δραστηριοποιείται στην Κωνστάντζα, όπου οικοδομεί τον καθεδρικό ναό και το ελληνικό σχολείο, 1867), Αβραάμ Ιωαννίδης (δημιουργός του καθεδρικού ναού στη Βραΐλα,1872, με αγιογράφηση από τον Βελισάριο Παρασκευόπουλο, συμβουλευόμενος ο τελευταίος πολλούς άλλους αρχιτέκτονες, μεταξύ των οποίων και τον Αρμόδιο Γεωργαντόπουλο), Τζιοβάννι Κουλούρης (καταγόμενος από την Κέρκυρα, αρχιτέκτονας των Σιδηροδρόμων, δραστηριοποιείται στο Βουκουρέστι), Αναστάσιος Μεταξάς (δημιουργός του εικονοστασίου/ τέμπλου της ελληνικής εκκλησίας στο Βουκουρέστι, 1902).18 Ο Αργύρης Κουλίνας (κατασκευαστής πολυκατοικιών στο Βουκουρέστι) και ο Κωνσταντίνος Ιώτζου/ Constantin Iotzu (Καθηγητής στην Αρχιτεκτονική Σχολή, αρχιτέκτων δημοσίων κτιρίων), αμφότεροι με ελληνική καταγωγή και ρουμανική ιθαγένεια, δραστηριοποιούνται στη Ρουμανία μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.19
Τον Δεκέμβριο του 1900 με την υπογραφή της εμπορικής συμφωνίας μεταξύ Ελλάδος – Ρουμανίας, οι ελληνικές κοινότητες της Κωνστάντζας, της Βραΐλας, του Γαλατσίου και άλλων πόλεων αναγνωριστήκαν ως νομικά πρόσωπα, επισημοποιώντας την ύπαρξη και λειτουργία τους.20 Η έξοδος των Ελλήνων από τη Ρουμανία άρχισε την εποχή του Μεσοπολέμου, με αργούς ρυθμούς μέχρι το 1940. Μετά την εγκαθίδρυση του φιλοσοβιετικού κομμουνιστικού καθεστώτος και το άνοιγμα του λιμανιού της Κωνστάντζας το 1947-1948, προσέλαβε τη μορφή μαζικής φυγής.


Εμπορικοί Σταθμοί των Ελλήνων στη Ρουμανία
Οι διαδρομές του εμπορίου και του πολιτισμού, με αφετηρία τη μακρινή Ασία, μέσω των λιμανιών του νότιου Εύξεινου Πόντου –Τραπεζούντα, Αμισός, Σινώπη,21 οδηγούνταν διαπλέοντας την «άξενη» θάλασσα στην απόληξη του πλέον σημαντικού και περίφημου ποταμού της γηραιάς ηπείρου: στο Δέλτα του Δούναβη. Μέσω αυτού, επιτυγχάνονταν η διείσδυση στην ενδοχώρα22 και η επικοινωνία με τη λοιπή Ευρώπη. Η απελευθέρωση της ναυσιπλοΐας στον Δούναβη, το 1856, σήμανε ιδιαίτερα για την περιοχή της Δοβρουτσάς και κυρίως για τις πόλεις – λιμάνια Βραΐλα, Κωνστάντζα, Τούλτσεα, όπως και για τον παραδουνάβιο σταθμό του Γαλατσίου στη Μολδαβία της σημερινής Ρουμανίας, την αρχή της επαναδραστηριοποίησης του εμπορίου μέσω της Μαύρης Θάλασσας και την ακμή των αστικών αυτών συγκεντρώσεων, στις οποίες σημαίνουσα θέση επείχε ο Ελληνισμός.23
Στις ακμαίες αυτές αστικές συγκεντρώσεις, οι Έλληνες διαδραμάτιζαν προεξάρχοντα ρόλο στις οικονομικές -επιχειρηματικές/ εμπορικές- και στις κοινωνικές δραστηριότητες. Στις ανωτέρω πόλεις της Δοβρουτσάς και της Μολδαβίας οι ίδιοι χρηματοδότησαν και κατασκεύασαν ναούς, σχολεία, ιδρύματα κοινής ωφέλειας, δημιούργησαν επιχειρήσεις –τυπογραφεία, βιομηχανίες, εργαστήρια, τράπεζες, ναυτιλιακές εταιρείες- έκτισαν κατοικίες με αξιόλογη ποιότητα, ενδιαφέρουσα αρχιτεκτονική και σημαίνουσα θέση στον αστικό ιστό.
Η επιχειρηματική και πολιτισμική παρουσία των Ελλήνων που εντοπίζεται στα δυτικά παράλια του Ευξείνου Πόντου με επεκτάσεις προς την ενδοχώρα, θα μπορούσε να θεωρηθεί ως συνέχεια εκείνης που προϋπήρξε στον ευρύτερο γεωγραφικό χώρο περί την Μαύρη Θάλασσα νωρίτερα, πριν δηλαδή τους Ρωσοτουρκικούς Πολέμους, με ιδιαίτερα σημαντική την ακμή του θαλάσσιου εμπορίου στα νοτιότερα αστικά κέντρα: της Τραπεζούντας, της Σινώπης ή της Αμισού. Είναι, εξάλλου, γνωστό ότι κατά την τελευταία αυτή περίοδο (19ος-αρχές 20ού αιώνα) στον ιστορικό Πόντο το διαμετακομιστικό εμπόριο μπορεί να εκτιμηθεί ως ιδιαιτέρως ισχυρός εξωγενής παράγοντας στη διαμόρφωση της νέας αρχιτεκτονικής μορφολογίας, ειδικά για τον αστικό χώρο. Ο πλουραλισμός, μάλιστα, της αρχιτεκτονικής έκφρασης, ιδίως μετά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, όχι όμως ως ο μακρινός απόηχος της βιομηχανικής επανάστασης από την Ευρώπη, σε συνδυασμό με τα οικονομικά και κοινωνικά δεδομένα της εποχής και τις τελευταίες τεχνολογικές εξελίξεις, δημιούργησε, ειδικότερα για τον αστικό χώρο του Πόντου, νέα μορφολογικά πρότυπα και κατευθύνσεις. Σύνθετες αρχιτεκτονικές επιδράσεις με στοιχεία από τον γαλλικό κλασικισμό, νεομπαρόκ εκφράσεις και νεοαναγεννησιακά μορφολογικά πρότυπα συνέτειναν στη δημιουργία ενός ισχυρού ρεύματος τοπικού εκλεκτικισμού, με έντονες τις νεοκλασικές και νεορομαντικές αποδόσεις. Ωστόσο, η εθνοφυλετική ποικιλία της ιστορικής εκείνης περιόδου, μέχρι και το πρώτο τέταρτο δηλαδή του 20ού αιώνα, δεν επιτρέπει τόσο εύκολα τη διάκριση μιας συγκεκριμένης αρχιτεκτονικής ταυτότητας για την περιοχή του ιστορικού Πόντου.24
Σ’ αυτούς τους παράλιους εμπορικούς σταθμούς, όπου διέπρεψαν οι Έλληνες, στις παραδουνάβιες περιοχές της Δοβρουτσάς ή και της Μολδαβίας, εκεί όπου οι μεταφορές προτύπων από τη γειτονική Μικρά Ασία ή από τα νησιά του Αιγαίου και του Ιονίου Πελάγους δημιουργούν τάσεις και επιρροές στην αρχιτεκτονική έκφραση, πρωτίστως φαίνεται να επιχωριάζει ο νεοκλασικισμός. Ωστόσο, νέα αρχιτεκτονικά μοτίβα και συνδυασμοί στην αρχιτεκτονική των αστικών κατοικιών διακρίνονται προς τα τέλη του 19ου αιώνα, με εμφανή τάση για ανανέωση του δογματικού μορφολογικού περιεχομένου του νεοκλασικισμού. Η συγκεκριμένη τάση εκδηλώνεται παράλληλα με την εμφάνιση στοιχείων που δείχνουν να προστρέχουν σε αυθεντικά πρότυπα του εκλεκτικισμού, των αναγεννησιακών και των μανιεριστικών μοτίβων. Η πλειονότητα, εξάλλου, των όψεων αυτών των κτισμάτων είναι εμφανώς επηρεασμένη από την αυστηρή γεωμετρία του παραδοσιακού κλασικισμού, με τη σταθερή διαίρεση της όψης σε τρία μέρη και την οργάνωση των ανοιγμάτων σε κατακόρυφους άξονες. Δείχνει δε να αποκλίνει -μάλλον ελάχιστα- προς εκλεκτικές αποδόσεις/ απεικονίσεις ορισμένων ρυθμολογικών στοιχείων.25 Η απλούστερη τριμερής διάρθρωση, με την κεντρική είσοδο και τον εξώστη αντίστοιχα στον όροφο, αποτελεί, ιδίως για τα κτίσματα κατοικιών, ένα βασικό και επαναλαμβανόμενο πρότυπο που διατηρήθηκε στον ιστορικό αυτό χώρο της ευρύτερης ευξεινοποντικής λεκάνης έως την όψιμη φάση του κλασικισμού, στις αρχές του 20ού αιώνα.


Από την άλλη πλευρά, η χρονικά πρωθύστερη ελληνική παρουσία στην ηπειρωτική Τρανσυλβανία και η δραστηριοποίηση των Ελλήνων εμπόρων μέσω των κομπανιών στο χερσαίο εμπόριο της Κεντρικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης,26 ως απόρροια της εκχώρησης σειράς προνομίων σ’ αυτούς από την Αυτοκράτειρα Μαρία Θηρεσία το 1777, μετά και την παραχώρηση της αυστριακής υπηκοότητας στους ίδιους (1742), καταδεικνύει την αδιάλειπτη συνέχεια και το γεωγραφικό εύρος της παρουσίας των Ελλήνων, εκτός άλλων και στον χώρο της σημερινής Ρουμανίας.27 Στο Μπρασόβ και το Σιμπίου28 οι μαρτυρίες της ελληνικής παρουσίας, όπως αυτές φθάνουν έως τις μέρες μας μέσα και από τα τεκμήρια του αρχιτεκτονικού αποθέματος, κυρίως εντοπίζονται σε κτίσματα ναών, σχολείων και ιδιωτικών κτισμάτων – κατοικιών ή εμπορικών εγκαταστάσεων- σε περίοπτες θέσεις κεντρικών τόπων των πόλεων, ως συνέχεια άλλων προγενέστερων, ευρισκόμενων αρχικά στην περιφέρεια των αστικών αυτών συγκεντρώσεων.29 Είναι αξιοσημείωτο ότι στις πόλεις της Τρανσυλβανίας ή του Μπανάτ – Όρσοβα, Τιμισοάρα, Ντρομπέτα Τούρνου Σεβερίν, ο ελληνικός πληθυσμός αφομοιώνεται κοινωνικά προς τον τοπικό αντίστοιχο, σε μια προσπάθεια συσπείρωσης γύρω από τις εμπορικές εταιρείες – κομπανίες, γεγονός που «καταδεικνύεται» χαρακτηριστικά και μέσω της αρχιτεκτονικής έκφρασης.30 Ίσως το γεγονός αυτής της αφομοίωσης, η οποία παρατηρείται και στην αρχιτεκτονική, οφείλει την ερμηνεία του στην εξασφάλιση βέλτιστων συνθηκών εμπορικής και επιχειρηματικής δραστηριότητας από πλευράς των Ελλήνων. Εξάλλου, σ’ αυτή την κατηγορία πόλεων της Ρουμανίας, είναι γνωστό ότι διατηρήθηκε κτιριακό απόθεμα παλαιότερων περιόδων (του 14ου– 16ου αιώνα στην Τρανσυλβανία, του 18ου αιώνα στο Μπανάτ).31 Οι δύο συγκεκριμένες προδρομικές φάσεις αποτυπώθηκαν στον αστικό ιστό υπό τη μορφή οχυρωμένων οικιστικών συγκεντρώσεων/ συνοικιών, οι οποίες αναπτύχθηκαν με ιδιαίτερη πυκνότητα και ομοιογένεια στο πλαίσιο συγκεκριμένων ορίων (αυτών που καθορίστηκαν από τις παλιές αμυντικές ζώνες ή τους οχυρωματικούς περιβόλους και τα τείχη).32


Στη Βλαχία εντωμεταξύ και ειδικότερα στο Βουκουρέστι, η αρχιτεκτονική κληρονομιά που συνδέεται με την ελληνική παρουσία εκφράζεται με έναν πλουραλισμό μορφών και τύπων. Αυτή η πληθωρικότητα μπορεί να ερμηνευθεί με ποικίλους τρόπους: ως συνέχεια της βυζαντινής παράδοσης, εκπεφρασμένη μέσα από τα κτίρια λατρείας και τα κοινωφελή ιδρύματα / συγκροτήματα της φαναριωτικής ή και προφαναριωτικής περιόδου33 (σχολεία, χάνια, βιβλιοθήκες, νοσοκομεία), ως άλλα κτίσματα χρονικά νεώτερα από τα προηγούμενα, συναφή με τις επιχειρηματικές δραστηριότητες των Ελλήνων (τράπεζες, εμπορικά καταστήματα), τα οποία αφομοιώνονται στην πολυσυλλεκτική αρχιτεκτονική έκφραση της πρωτεύουσας,34 τέλος, ως κατοικίες ιδιωτών είτε σε νεορουμανικό ρυθμό είτε ακολουθώντας τη νεοκλασική έως και τη νεωτεριστική εκλεκτικιστική μορφολογία. Σε κάθε περίπτωση, οι ελληνικής καταγωγής εντολοδόχοι δεν φαίνεται ότι αναζήτησαν Έλληνες αρχιτέκτονες ή κατασκευαστές, εκτός από την περίπτωση των ναών, όπου συχνά μετακαλούνται ειδικοί, σπανιότερα από την Ελλάδα, συχνότερα από την Κωνσταντινούπολη ή και από την Ευρώπη, οι τελευταίοι μάλιστα ιδίως όταν πρόκειται για έργα κοινής ωφέλειας.

Σήμερα, σε μια προσπάθεια να «αναγνώσουμε» τον αστικό αυτό χώρο αναφοράς μας, διακρίνουμε ποικιλία μορφών και εκφάνσεων, μέσω των οποίων οι Έλληνες εμπορευόμενοι και μαικήνες εκφράστηκαν. Προσαρμοσμένοι στην τοπική κοινωνία, πρωτοπόροι στην αποδοχή και την έκφραση των νέων τάσεων στην αρχιτεκτονική και την τέχνη, δεν φαίνεται να διαφοροποίησαν το δικό τους status, υποδηλώνοντας καταγωγή (καταβολές). Εξάλλου, ο νεοκλασικισμός και ο ακαδημαϊσμός συνιστούν ρεύματα που εκείνη την εποχή μεσουρανούσαν στην Ευρώπη, αντλώντας αρχή και συνέχειες από τα ελληνικά πρότυπα.35

Η ελληνική παρουσία, όπως καταγράφεται μέσα από την αρχιτεκτονική και την οικιστική οργάνωση οκτώ αστικών κέντρων στη Ρουμανία
Στο πλαίσιο της προαναφερθείσας διακρατικής ερευνητικής συνεργασίας,36 στο σύνολο των οκτώ πόλεων που αποτέλεσαν το πρωταρχικό πεδίο έρευνας, διερευνήθηκαν, εντοπίστηκαν, τεκμηριώθηκαν και έχουν καταγραφεί αναλυτικά 141 κτίρια και κτιριακά σύνολα που συνδέονται με την ελληνική εμπορική παρουσία και δραστηριότητα κατά το ιστορικό παρελθόν. Από αυτά, 82 είναι κατοικίες, 23 είναι κτίρια κοινωφελή ή δημόσια, 27 είναι κτίρια εμπορικής χρήσης ή/ και επιχειρηματικής δραστηριότητας και 8 είναι μεμονωμένα μνημεία. Από το σύνολο των κτισμάτων αυτών, τα 56 είναι σήμερα χαρακτηρισμένα ως μνημεία από το ρουμανικό κράτος και φέρονται καταχωρισμένα στους σχετικούς καταλόγους εθνικών μνημείων. Ένας μικρός σχετικά αριθμός 20 κτισμάτων έχουν καταστραφεί ή βρίσκονται σε κατάσταση ερείπωσης, ενώ σε 31 κτίσματα έχουν πραγματοποιηθεί έως σήμερα εργασίες συντήρησης. Αρκετά από τα κτίσματα, τα οποία σήμερα αποτελούν ιδιωτικές ιδιοκτησίες, έχουν επιστραφεί στους αρχικούς ιδιοκτήτες, ενώ σχετικά μεγάλος εμφανίζεται ο αριθμός των κτισμάτων (31) που αποδίδεται σε διαφορετική χρήση από την πρωταρχική. Χαρακτηριστική είναι η ύπαρξη 17 ελληνικών ναών στις οκτώ αυτές πόλεις, οι οποίοι διατηρούνται έως σήμερα και παραμένουν στη διάθεση και χρήση των κατά τόπους ελληνικών κοινοτήτων, στις περισσότερες από τις πόλεις αναφοράς.37

Σε συνέχεια όσων παρατίθενται στον παραπάνω πίνακα και αναφορικά με τις πόλεις που παρουσιάζονται σ’ αυτόν, σημειώνουμε ειδικότερα ότι στο Βουκουρέστι οι νέες χρήσεις που εγκαθίστανται στα κελύφη των κτισμάτων που έχουν εντοπισθεί κατά την έρευνα, συνήθως δεν είναι ασυμβίβαστες προς τις αρχικές.38 Επιπλέον, καταγράφονται -βάσει γραπτών πηγών και μαρτυριών- άλλες 5 ιδιοκτησίες που συνδέονται με την ελληνική παρουσία στη ρουμανική πρωτεύουσα, χωρίς ωστόσο να εντοπίζονται επαρκώς στο πεδίο.
Στη Βραΐλα, επίσης, αναφέρονται -χωρίς να αναλυθούν, λόγω έλλειψης πληρέστερων στοιχείων ταυτότητας- άλλες 9 επιπλέον ιδιοκτησίες, από τις οποίες οι 4 αποτελούν κτίρια κατοικίας, οι άλλες 4 κτίσματα κοινής ωφέλειας και 1 οικόπεδο, το οποίο δωρήθηκε στην πόλη της Βραΐλας.
Στο Γαλάτσι αντίστοιχα παρουσιάζεται σημαντικός αριθμός άλλων ιδιοκτησιών που σχετίζονται με την παρουσία των Ελλήνων στην πόλη. Από αυτές, με εξαίρεση το ελληνικό λύκειο, τα εργοστάσια, τα εργαστήρια και τα εμπορικά κτίσματα, οι απεικονίσεις εποχής καταδεικνύουν κατοικίες ενδιαφέρουσας αρχιτεκτονικής σε κεντρικές περιοχές της πόλης.
Στην Κωνστάντζα, πλέον των κτιρίων που περιγράφονται αναλυτικά στα αντίστοιχα δελτία, μαρτυρούνται επίσης άλλες 6 οικίες, 4 κτίρια εμπορικού χαρακτήρα39 και 2 άδεια περιφραγμένα οικόπεδα.
Στο Μπρασόβ, τα κτίσματα που καταγράφονται σήμερα ότι σχετίζονται με την ιστορική ελληνική παρουσία στην πόλη, κοσμικά ως επί το πλείστον, βρίσκονται σε καλή κατάσταση διατήρησης. Επίσης, στην ίδια πόλη δεν μαρτυρούνται εργασίες αποκατάστασης/ συντήρησης, εκτός από 2 περιπτώσεις, στις οποίες υπάρχουν καταχωρισμένες πληροφορίες για εργασίες επανάχρησης.
Στο Σιμπίου, τα κτίσματα που συνδέονται με την ελληνική παρουσία εντοπίζονται σε κεντρικά σημεία της πόλης. Στην ίδια πόλη, επίσης, 4 κτίσματα δεν εντοπίζονται στο πεδίο, παρά τα επαρκή στοιχεία μαρτυριών περιγραφής τους.40

Στην Τούλτσεα παρατηρούμε καταγραμμένα αρκετά κτίσματα εμπορικής χρήσης και επιχειρηματικής δραστηριότητας κατά το ιστορικό παρελθόν, τα οποία συνδέονται με την ακμάζουσα –κατά την περίοδο εκείνη- ελληνική κοινότητα της πόλης. Οι κατοικίες, συγκεντρωμένες στην περιοχή γύρω από την ελληνική εκκλησία, αποτελούν χαρακτηριστικά αρχιτεκτονικά κατάλοιπα ενός τοπικού εκλεκτικισμού. Από άλλες 8 ιδιοκτησίες που επίσης καταγράφονται, οι 5 ήταν εμπορικά καταστήματα, οι 2 εταιρείες εμπορίας προϊόντων και 1 καφενείο. Όλες αυτές εντοπίζονται γεωγραφικά στην ίδια συνοικία.41
Στη Ντρομπέτα Τούρνου Σεβερίν, πέρα από τα 15 ακίνητα που συνδέονται με την ελληνική παρουσία, καταγράφονται επίσης, άλλες 7 ιδιοκτησίες. Από αυτές, 2 είναι πανδοχεία, 1 εμπορικό κατάστημα, 1 αίθουσα κοινής ωφέλειας και 3 κατοικίες. Αξίζει να σημειωθεί για την ίδια πόλη ότι από τις 15 συνολικά ιδιοκτησίες που περιγράφονται αναλυτικά βάσει δελτίων, τα 5 κτίσματα που καταχωρίζονται ως εμπορικής χρήσης ή και επιχειρηματικής δραστηριότητας είναι πανδοχεία ή ξενοδοχεία.42 Γεγονός, το οποίο ερμηνεύεται από τη γεωγραφική θέση του Τούρνου Σεβερίν διαχρονικά σε σχέση με το Δούναβη, αλλά και τις χερσαίες εμπορικές διαδρομές.43
Συνοψίζοντας, θα λέγαμε ότι η Ρουμανία σήμερα, όντας μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχοντας στοιχεία πολιτισμικής ή και οικιστικής ταυτότητας βαλκανικής όσο και δυτικοευρωπαϊκής, διανύει μια περίοδο οικονομικής και χωρικής αναδιάρθρωσης. Σ’ αυτή τη διαδρομή του «εφικτού» από τον σχεδιασμό στην υλοποίηση, εν δυνάμει διαφαίνεται η βούληση (η πολιτική), ενυπάρχει η βάση, δηλαδή το απόθεμα και η γνώση συνεπικουρούμενη από την παιδεία. Παραμένει όμως, ως ερώτημα ένα κρίσιμο: πόση μπορεί να είναι η απόσταση που πρέπει να διανύσει και με τί ρυθμούς, ώστε να «συγκλίνουν» οι ταχύτητες ανάμεσα στον σχεδιασμό (χωρικό) και την εφαρμογή, σε ένα πεδίο δράσης όπως η Ρουμανία, όπου το απόθεμα (οικιστικό, πολιτισμικό) είναι ιδιαιτέρως πλούσιο και ενδιαφέρον αλλά και οι εξωγενείς πιέσεις ιδιαιτέρως έντονες; Θα υπάρξουν σθεναρές αντιστάσεις; Θα επιτευχθούν τα πειράματα ευαισθητοποίησης του τοπικού πληθυσμού; Η εντύπωση που αντλεί κανείς από πρόσφατες επισκέψεις στη χώρα οδηγούν σε διφορούμενες ή μάλλον πολυδιάστατες σκέψεις ή και ανησυχίες. Οι τελευταίες δείχνουν να παραμένουν και να εντείνονται, όσο ταυτόχρονα ενυπάρχει και ο ενθουσιασμός από τις δυνατότητες «απορρόφησης» των κραδασμών και η «έφεση» προς την υιοθέτηση νέων «σχημάτων».

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

Σημειώσεις
- Κυρίως αυτό που σχετίζεται με την εμπορική και επιχειρηματική δραστηριότητα των Ελλήνων στη Ρουμανία. ↩︎
- Το ερευνητικό πρόγραμμα με τον πλήρη τίτλο: «Διαδρομές και Κόμβοι Εμπορίου και Πολιτισμού στα Βαλκάνια. Διαδρομή πρώτη: Εμπορικοί Σταθμοί των Ελλήνων στη Ρουμανία. Ανάδειξη και προβολή του πολιτισμικού μνημειακού αποθέματος του Μείζονος Ελληνισμού» εστιάζει ευρύτερα στον εντοπισμό, την καταγραφή, τη συστηματική μελέτη, την αξιολόγηση, την ταξινόμηση και την προβολή τόσο του αρχειακού υλικού όσο και του οικιστικού και μνημειακού αποθέματος στο χώρο των Βαλκανίων, σε συγκεκριμένες περιοχές, οι οποίες κατά το ιστορικό παρελθόν αποτέλεσαν «κόμβους» ακμής εμπορίου και πολιτισμού των Ελλήνων της Διασποράς. Η ιστορική περίοδος προσδιορίζεται κατά περίπτωση και σύμφωνα με τις κατευθύνσεις της έρευνας και τις προδιαγραφές του προγράμματος. Επιδιωκόμενος σκοπός, πέραν της επιστημονικής τεκμηρίωσης των αποτελεσμάτων της έρευνας και της προβολής τους ευρύτερα, είναι -σε δεύτερη φάση- η προσέγγιση, η διερεύνηση και εν συνεχεία η προώθηση ενός πλαισίου πολιτικής (σε διμερές / διεθνικό επίπεδο) για την προστασία, τη διαχείριση και τη βιώσιμη ανάπτυξη της εν λόγω οικιστικής – μνημειακής και αρχειακής κληρονομιάς. Ο τόμος: Ελένη Γαβρά (επιμ.) Εμπορικοί Σταθμοί των Ελλήνων στη Ρουμανία. Ανάδειξη και προβολή του πολιτισμικού μνημειακού αποθέματος του Μείζονος Ελληνισμού, Θεσσαλονίκη, 2007, αποτελεί ένα από τα παραδοτέα του ερευνητικού αυτού προγράμματος διακρατικής επιστημονικής συνεργασίας (Ελλάδας – Ρουμανίας), με πρωτοβουλία της ελληνικής πλευράς, η οποία είχε και τον συντονισμό. ↩︎
- Βλπ. σχετικά σημείωση (2) πιο πάνω, αναφορικά με το ερευνητικό πρόγραμμα με τίτλο:
«Διαδρομές και Κόμβοι Εμπορίου και Πολιτισμού στα Βαλκάνια. Διαδρομή πρώτη: Εμπορικοί Σταθμοί των Ελλήνων στη Ρουμανία. Ανάδειξη και προβολή του πολιτισμικού μνημειακού αποθέματος του Μείζονος Ελληνισμού». ↩︎ - Η πόλη του Σιμπίου, αφετηρία των ελληνικών εμπορικών «κομπανιών», αποτελεί ιστορικά σημαίνοντα «κόμβο» στην εν δυνάμει «διαδρομή εμπορίου και πολιτισμού» των Ελλήνων στη Μεσευρώπη. Σχετικά, βλ. Δέσποινα Τσούρκα – Παπαστάθη, Η ελληνική εμπορική κομπανία του Σιμπίου Τρανσυλβανίας 1636-1848, Θεσσαλονίκη, 1994 και Olga Cicanci, Companiile greceşti din Transilvania şi comerţul european în anii 1636-1746 [Οι ελληνικές κομπανίες της Τρανσυλβανίας και το ευρωπαϊκό εμπόριο στα χρόνια 1636-1746], Βουκουρέστι, 1981. ↩︎
- «Καθώς οι Έλληνες έμποροι, που διέπλεαν τον Δούναβη, έφθαναν έως τις Σιδηρές Πύλες, η Ντρομπέτα πρέπει να στάθηκε σημαντική πόλη για τις συναλλαγές τους» ήδη από την αρχαιότητα. Βλ. σχετικά P. Scalcau στο αντίστοιχο κεφάλαιο για την πόλη Τούρνου Σεβερίν στο: Ελένη Γαβρά (επιμ.) Εμπορικοί Σταθμοί των Ελλήνων στη Ρουμανία. Ανάδειξη και προβολή του πολιτισμικού μνημειακού αποθέματος του Μείζονος Ελληνισμού, Θεσσαλονίκη, 2007, σ. 685. ↩︎
- P. Derer «Οι Έλληνες στη Ρουμανία. Η παρουσία τους στην αρχιτεκτονική και τη δημιουργία των πόλεων» στο Ελένη Γαβρά (επιμ.) Εμπορικοί Σταθμοί των Ελλήνων στη Ρουμανία, ό.π, σ.37, 38. ↩︎
- Σημαντικά είναι τα σχέδια του αστικού κώδικα του Μιχαήλ Φωτεινού (1765), απευθυνόμενα στον Ştefan Racoviţă καθώς και οι προσπάθειες οριοθέτησης του Βουκουρεστίου (1788) από τον Νικόλαο Μαυρογένη (προσπάθεια που συνοδεύθηκε από σχέδια χωροταξικής αναδιοργάνωσης) και τον Constantin Hangerli [Κωνσταντίνο Χανγκερλή] (1798). Πάλι μετά από αίτημα των ηγεμόνων, πραγματοποιούνται οι πρώτες καταγραφές (Ιάσιο 1774, Βουκουρέστι 1794) και απογραφές πληθυσμού (Βλαχία 1774), με προσπάθεια εισαγωγής κάποιων αστικών κανόνων, όσον αφορά τα υλικά δομής και το πλάτος των δρόμων (1819). P.Derer, ό.π, σ.44 και ειδικότερα, Valentin Georgescu, Popescu Emanuela, Legislatia urbana a Tarii Românesti 1765-1782 [Η αστική νομοθεσία της Βλαχίας 1765 – 1782], Εισαγωγή, εκδόσεις Ακαδημίας της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Ρουμανίας, Βουκουρέστι, 1975. ↩︎
- Ως προς τις παραγωγικές δραστηριότητες, άξια αναφοράς είναι η ίδρυση του τελωνείου της Βλαχίας (1773) και εν συνεχεία η κατασκευή μόνιμης κτιριακής εγκατάστασης (1778), η οργάνωση των ταχυδρομικών σταθμών το 1781, καθώς και σειρά βιοτεχνιών, εργοστασίων και εγκαταστάσεων μεταποίησης, στη Μολδαβία και κυρίως τη Βλαχία. Όσον αφορά τα κτίρια θρησκευτικού χαρακτήρα, περιορισμένες αναφέρονται οι επεκτάσεις και επιδιορθώσεις, ενώ παράλληλα εκείνη την περίοδο, της ακμής των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών, κατασκευάστηκαν ναοί συντεχνιών (πχ Isnafuri, από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, το 1782) ή και ιδιωτικά κτίρια λατρείας (πχ η Μονή Καλογραιών, το 1726, στο Βουκουρέστι). P.Derer, ό.π.. ↩︎
- «Κατασκευάζονται χάνια (Σταυρουπόλεως, το 1724, Παπάζογλου, το 1785, Νταμάρης, το 1793, στο Βουκουρέστι), το Μπεζεστένι του Κωνσταντίνου Μαυροκορδάτου (Βουκουρέστι, 1740), νοσοκομεία (Άγιος Σπυρίδων, Ιάσιο, 1763, Άγιος Παντελεήμων πλησίον του Βουκουρεστίου), πηγάδια και κρήνες (στο Spiridonie και στο μοναστήρι Golia στο Ιάσιο, το 1776, στο μοναστήρι Μαυρογένη, στο Βουκουρέστι). Στο Ιάσιο, ο Mihai Racovită [Μιχαήλ Ρακοβίτσα] (1723) και ο Αλέξανδρος Μουρούζης(1806) ανακαίνισαν το ηγεμονικό ανάκτορα μετά από τις δύο εκδηλούμενες πυρκαγιές. Μεταξύ των κοσμικών εργασιών μεγάλων διαστάσεων στο Βουκουρέστι απαριθμείται η νέα ηγεμονική αυλή, χωροθετημένη στα δυτικά της πόλης, κτισμένη από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη (1771-76). Κοντά στο παλάτι χτίστηκε με προτροπή της συζύγου του ηγεμόνα, η νέα ηγεμονική εκκλησία (Αγίας Μάρτυρος Αικατερίνης) σύμφωνα με τα σχέδια ενός Έλληνα μάστορα, του Σπυρίδωνα Μακρή». P.Derer, ό.π.. ↩︎
- Αθανάσιος Καραθανάσης, Οι Έλληνες λόγιοι στη Βλαχία (1670-1714). Συμβολή στη μελέτη της ελληνικής πνευματικής κίνησης στις παραδουνάβιες ηγεμονίες κατά την προφαναριωτική περίοδο, εκδόσεις ΙΜΧΑ, Θεσσαλονίκη, 2000. Paula Scalcau, Grecii din Romania [Οι Έλληνες στη Ρουμανία], εκδόσεις Omonia, Βουκουρέστι, 2005. ↩︎
- Ιδίως ίδρυση σχολείων (Σιμπίου 1766, Μπρασόβ 1799, Τιμισοάρα, Όρσοβα) και κατασκευή εκκλησιών (Μπρασόβ 1787). Αθανάσιος Καραθανάσης, Ο Ελληνισμός της Τρανσυλβανίας. Η πνευματική, εθνική και εκκλησιαστική ζωή των δύο ελληνικών εμπορικών κομπανιών του Σιμπίου και του Μπρασόβου 18ος-19ος αιώνας, εκδ. ILP Productions, Θεσσαλονίκη, 2003. Δέσποινα-Ειρήνη Τσούρκα-Παπαστάθη, Η ελληνική εμπορική κομπανία του Σιμπίου της Τρανσυλβανίας 1636-1848, Οργάνωση και δίκαιο, ΙΜΧΑ, Θεσσαλονίκη, 1994. Leonidas Rados, Scolile Grecesti din Romania 1857-1905. Restitutii documnentare, (Τα Ελληνικά σχολεία της Ρουμανίας), Βουκουρέστι, 2006. ↩︎
- Η Επανάσταση του Tudor Vladimirescu [Τούντορ Βλαντιμιρέσκου], σε συνάρτηση με το κίνημα της Φιλικής Εταιρείας (1821), οδηγούν σε καταστολή του φαναριωτικού καθεστώτος στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες. ↩︎
- Ιδίως των εφοπλιστών. ↩︎
- Κατά τον κορυφαίο ρουμάνο ιστορικό Nicolae Iorga, εκείνη την εποχή στις πόλεις-λιμάνια Βραΐλα, Γαλάτσι, Τούλτσεα, Κωνστάντζα, οι Έλληνες μονοπωλούσαν εν μέρει τον στόλο και το χονδρικό εμπόριο. Nicolae Iorga, Istoria Comertului Romanesc, Epoca mai noua [Ιστορία του ρουμάνικου εμπορίου, Νεώτερη ιστορία], εκδόσεις Tiparul Românesc, 1925. ↩︎
- Όπως πχ, η Συνθήκη των Παρισίων για την απελευθέρωση της ναυσιπλοΐας στον Δούναβη (1856), η μετατροπή του λιμανιού της Βραΐλας σε ελεύθερη ζώνη εμπορίου (1836). ↩︎
- Η Ελλάδα, το 1841, ανοίγει στα Ρουμανικά Πριγκιπάτα προξενεία και αποστολές. ↩︎
- P. Derer «Οι Έλληνες στη Ρουμανία. Η παρουσία τους στην αρχιτεκτονική και τη δημιουργία των πόλεων» στο Ελένη Γαβρά (επιμ.) Εμπορικοί Σταθμοί των Ελλήνων στη Ρουμανία, ό.π, σ.45,46. Κατά τον ίδιο ακαδημαϊκό ερευνητή, «το 1864 οι Έλληνες κατείχαν περίπου το 2,0% του συνόλου της ελαφράς βιομηχανίας και αυτής των τροφίμων, ενώ από το σύνολο των πλοίων που αγκυροβολούσαν στα λιμάνια της Βραΐλας και του Γαλατσίου περίπου το 48,0% ήταν ελληνικά (1841) και ένας σημαντικός αριθμός από εργοστάσια και τράπεζες βρίσκονταν υπό ελληνική ιδιοκτησία. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι στους κόλπους των ελληνικών κοινοτήτων αναδείχθηκαν πολύ πλούσιοι άνθρωποι, όπως ο Απόστολος Αρσάκης, ο Παναγής Χαροκόπος, ο Ευάγγελος Ζάππας, οι οποίοι χρησιμοποίησαν τις περιουσίες τους και για φιλανθρωπικούς σκοπούς (ίδρυση και στήριξη σχολείων στη Ρουμανία και την Ελλάδα, χορηγίες προς τη Ρουμανική Ακαδημία, συνδρομή για την επαναδιοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων, ανέγερση νοσοκομείων κ.ο.κ.). P. Derer, ό.π, σ.46 και Ευαγγελία Γεωργιτσογιάννη, Παναγής Α. Χαροκόπος 1835-1911. Η ζωή και το έργο του, Εκδόσεις Λιβάνη- Νέα Σύνορα, Αθήνα 2000. ↩︎
- P. Derer, ό.π, σ.47. ↩︎
- Ν.Χολέβας, Αρχιτεκτονική του Μεσοπολέμου στα Βαλκάνια, Φιλιππότης, Αθήνα, 1994. ↩︎
- Ελένη Γ. Γαβρά (επιμ.), Εμπορικοί Σταθμοί των Ελλήνων στη Ρουμανία, ό.π., Θεσσαλονίκη 2007, σ. 266, Leonidas Rados, Scolile Grecesti din Romania (1857 – 1905), ό.π., σ. 48, Χαραλαμπίδου Βάνα, Στων Ελλήνων τις Κοινότητες, Θεσαλονίκη, 1996, σ. 87. ↩︎
- Ε. Γαβρά, Αγροτικός χώρος και κατοικία στον Πόντο από τον 19ο αιώνα έως τις αρχές του 20ού, εκδόσεις Αδελφών Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη, 2003, σσ. 31-35. Της ιδίας, «Τhe Greek presence in the Black Sea: ‘traces’ of architectural identity in ‘related locales’, diachronical approaches», Crkvene Studije 6 (2009) Centar za Crkvene Studije, Nis, Serbia, σσ. 421-444. ↩︎
- Μ. Νυσταζοπούλου – Πελεκίδου, «Το οδικό δίκτυο της χερσονήσου του Αίμου και η σημασία του κατά τους Μέσους Χρόνους» στο Πρακτικά του Διεθνούς Συνεδρίου Ιστορικής Γεωγραφίας, Θεσσαλονίκη, 1998, σσ. 155-159. ↩︎
- Σ. Φωκάς, Οι Έλληνες στη ναυσιπλοΐα του Κάτω Δουνάβεως, ΙΜΧΑ, Θεσσαλονίκη, 1975. ↩︎
- Ε. Γαβρά, «Χωρική οργάνωση και αρχιτεκτονική στον ιστορικό Πόντο» στο: Ο Πόντος των Ελλήνων, εκδόσεις Έφεσος, Αθήνα, 2003 (συλλογική έκδοση), σσ. 184 -191. ↩︎
- Προς τα τέλη του 19ου αιώνα και μέχρι τη μεγάλη έξοδο του Ελληνισμού από την Μικρά Ασία – στο πρώτο τέταρτο του 20ού αιώνα, στον αστικό χώρο του ιστορικού Πόντου το επικρατέστερο αρχιτεκτονικό ρεύμα, με άμεσες τις επιρροές από ευρωπαϊκά –ως επί το πλείστον- πρότυπα, είναι αυτό του εκλεκτικισμού. E. Gavra, «Τhe Greek presence in the Black Sea», ό.π.. ↩︎
- Δ. Τσούρκα – Παπαστάθη, Η ελληνική εμπορική κομπανία του Σιμπίου Τρανσυλβανίας 1636- 1848 , Θεσσαλονίκη, 1994. ↩︎
- A. Karathanasis, Elenismul in Transilvania [Ο Ελληνισμός στην Τρανσυλβανία], εκδόσεις Omonia, Βουκουρέστι, 2003 (στη ρουμανική). ↩︎
- Το Βάρσοβο και το Σιμπίνο, αντίστοιχα, κατά τους λόγιους Έλληνες εκείνης της εποχής. Χ. Ζαφείρης, Βαλκάνιος Πραματευτής. Οδοιπορία μνήμης σε ελληνικές κοινότητες και παροικίες, εκδόσεις Εξάντας, Αθήνα, 1998, σ. 276. ↩︎
- Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση παρόμοιων περιφερειακών εγκαταστάσεων στο Σιμπίου και το Μπρασόβ, ομοίως. Για περισσότερα στοιχεία βλ. σχετικά παρακάτω, στα αντίστοιχα κεφάλαια. ↩︎
- Τσούρκα – Παπαστάθη, ό.π.. ↩︎
- Εκτός από τις περιόδους ραγδαίας οικοδομικής ανάπτυξης για τη χώρα, όπως το χρονικό διάστημα μεταξύ των ετών 1880–1910, τις δυο μεσοπολεμικές δεκαετίες 1920–1940 και την μετά το 1950 περίοδο. Ν. Χολέβας, Αρχιτεκτονική του Μεσοπολέμου στα Βαλκάνια, εκδόσεις Φιλιππότης, Αθήνα, 1994. ↩︎
- Το έδαφος της μεσαιωνικής πόλης (ή της μπαρόκ) περιέλαβε μεταγενέστερα κεντρικά συγκροτήματα με έδρες θεσμικών οργανισμών, σημαντικούς εμπορικούς δρόμους και συγκροτήματα κατοικιών κτισμένα βαθμιαία. Ε. Γαβρά, «Η Διαχείριση του Πολιτιστικού και Οικιστικού Αποθέματος στη Ν.Α. Ευρώπη, στο πλαίσιο των Πολιτικών Χωρικής Ανάπτυξης: Η Περίπτωση της Ρουμανίας», Α΄ Επιστημονικό Συνέδριο του Τμήματος Βαλκανικών Σπουδών Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας Διαστάσεις της Μετάβασης και η ευρωπαϊκή προοπτική των χωρών της Βαλκανικής, Φλώρινα 10-12/11/2006. Πρακτικά, Θεσσαλονίκη 2007, σσ.571-593. Αναλυτικότερα στο: P. Derer, Μνημεία, Σύνολα, Τοποθεσίες. Βουκουρέστι: Ion Mincu Πανεπιστήμιο Αρχιτεκτονικής και Πολεοδομίας (στη ρουμανική). ↩︎
- Α. Καραθανάσης, Οι Έλληνες λόγιοι στη Βλαχία (1670-1714). Συμβολή στη μελέτη της ελληνικής πνευματικής κίνησης στις παραδουνάβιες ηγεμονίες κατά την προφαναριωτική περίοδο, Θεσσαλονίκη, 2000. ↩︎
- Νεοκλασική ή ακαδημαϊκή είναι η επικρατέστερη τεχνοτροπία των κτισμάτων αυτών. ↩︎
- ↩︎
- Ερευνητικό πρόγραμμα του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας με τον πλήρη τίτλο:
«Διαδρομές και Κόμβοι Εμπορίου και Πολιτισμού στα Βαλκάνια. Διαδρομή πρώτη: Εμπορικοί Σταθμοί των Ελλήνων στη Ρουμανία. Ανάδειξη και προβολή του πολιτισμικού μνημειακού αποθέματος του Μείζονος Ελληνισμού». Βλπ σχετικά υποσημείωση (2) του παρόντος άρθρου. ↩︎ - Καταγράφονται αντίστοιχα, βάσει των στοιχείων της έρευνας, ελληνικοί ναοί στο Βουκουρέστι, τη Βραΐλα, το Γαλάτσι, την Κωστάντζα, το Μπρασόβ, την Τούλτσεα. Περισσότερο αναλυτικά, βλ. σχετικά στα αντίστοιχα κεφάλαια στο: Ελένη Γαβρά (επιμ.) Εμπορικοί Σταθμοί των Ελλήνων στη Ρουμανία. Ανάδειξη και προβολή του πολιτισμικού μνημειακού αποθέματος του Μείζονος Ελληνισμού, Θεσσαλονίκη, 2007, όπου παρουσιάζονται τα αποτελέσματα της έρευνας για τις πόλεις αυτές. ↩︎
- Παραδείγματος χάρη, χρήση κατοικίας αρχικά, γραφεία αργότερα ή μουσείο ή και δημαρχείο. ↩︎
- Εμπορικά καταστήματα, μάλλον. ↩︎
- Πρόκειται για τα κτίρια που αντιστοιχούν στους εμπορικούς οίκους Χατζή Κωνσταντίνου Ποπ, Δ. Πατσιούρα και Ι. Μάρκου. ↩︎
- Αναλυτικότερα, στο Ελένη Γαβρά (επιμ.) Εμπορικοί Σταθμοί των Ελλήνων στη Ρουμανία ό.π. (σχετικό κεφάλαιο για την Τούλτσεα) και στο: V. H. Baumann, Prezenţa elenilor la Tulcea [Η παρουσία των Ελλήνων στην Τούλτσεα], Ένωση Ελλήνων Ρουμανίας, Βουκουρέστι, 2005. ↩︎
- Βλέπε σχετικά στον παραπάνω πίνακα. ↩︎
- Αναλυτικότερα, στο Ελένη Γαβρά (επιμ.) Εμπορικοί Σταθμοί των Ελλήνων στη Ρουμανία ό.π. (στο σχετικό κεφάλαιο για το Τούρνου Σεβερίν) και M. Butnariu, Monografia municipiului Drobeta – Turnu Severin [Η μονογραφία του δήμου Ντρομπέτα – Τούρνου Σεβερίν], εκδόσεις Prier, Τούρνου Σεβερίν, 1998. ↩︎