Εισαγωγικά
Αφορμή για τη συγγραφή του παρόντος άρθρου αποτέλεσαν ορισμένα ερωτηματικά σχετικά με τους λόγους παρέμβασης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον Α΄ Π.Π. και η ανάγνωση το 2010, σε περιοδικό του χώρου Άμυνας και Ασφάλειας σχετικής μελέτης με τίτλο: «Η Τουρκία παρασύρεται στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο», του Ίωνος Στράτου.
Το εν λόγω κείμενο είχε ως αντικείμενο την αναλυτική περιγραφή των συνθηκών και την καταγραφή των περιστάσεων, κάτω από τις οποίες κατέστη δυνατή η διαφυγή δύο γερμανικών πολεμικών πλοίων, των Goeben [Γκαίμπεν] και Breslau, [Μπρεσλάου],1 κατόπιν καταδίωξής τους στη Μεσόγειο από το ισχυρό Βρετανικό Βασιλικό Ναυτικό, την περίοδο Ιουλίου – Αυγούστου του 1914, ταυτόχρονα με το ξέσπασμα της παγκόσμιας σύρραξης.
Ο σκοπός του παρόντος άρθρου είναι να προβάλει ορισμένα «παράδοξα ζητήματα» στο θέμα της επιτυχημένης καταφυγής στον Βόσπορο των δύο αυτών γερμανικών μονάδων επιφανείας. Ζητήματα, τα οποία θέτουν υπό αμφισβήτηση την «παραδοσιακή» ερμηνεία σχετικά με τους λόγους της «αυτόνομης» επιλογής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας περί παρέμβασης στον πόλεμο. Παράλληλα επιχειρείται να δοθεί μια άλλη, αιτιολογημένη και τεκμηριωμένη, διάσταση στην απόφαση της εμπλοκής των Οθωμανών στην παγκόσμια σύρραξη. Το κείμενο αναφοράς την υπαινίσσεται, αλλά κατά την άποψή μας απαιτείται επιπρόσθετη αιτιολόγηση και συμπληρωματική τεκμηρίωση.
Κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει εάν η Οθωμανική Αυτοκρατορία θα συμμετείχε τελικά στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο δίχως την εμπλοκή των δύο γερμανικών πολεμικών. Ωστόσο, η παρουσία τους στον Βόσπορο φαίνεται να αποτέλεσε καθοριστικό ή, τουλάχιστον, σημαίνοντα παράγοντα ως προς την τελική επιλογή της Υψηλής Πύλης. Υπό το πρίσμα των συνεπειών που διαδέχθηκαν την καταφυγή των δύο καταδρομικών, δικαιολογείται η άποψη που εξέφρασε ο τότε πρέσβης των ΗΠΑ στην Κωνσταντινούπολη Μoργκεντάου, (Henry Morgenthau: 1856-1946): «Είναι αμφίβολο εάν δύο πλοία επηρέασαν ποτέ την Ιστορία τόσο όσο αυτά τα δύο Γερμανικά καταδρομικά».2 Αναμφίβολα, το γεγονός και μόνο της παρέμβασης και συμμετοχής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον πόλεμο στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων, έθεσε σε κίνηση ορισμένα από τα πιο δραματικά γεγονότα του 20ού αιώνα στην ευρύτερη περιοχή.3

Αξίζει συναφώς να σημειωθεί ότι μετά από 93 ολόκληρα χρόνια, αναγνωρίστηκε ο τάφος ενός ηρωικού Έλληνα πιλότου στον Ελλήσποντο, [Δαρδανέλια, τουρκικά: Canakkale]. Ο αξιωματικός Σπυρίδων Χάμπας συμμετείχε στις αεροπορικές επιχειρήσεις εναντίον του Γκαίμπεν που είχε προσαράξει στην θέση Ναγαρά. Στις 21 Ιανουαρίου 1918 έγινε γνωστό ότι ο Έλληνας πιλότος καταρρίφθηκε από τουρκικά αντιαεροπορικά ενώ βομβάρδιζε το καταδρομικό. Αυτό αρχικά καταγράφηκε στην ιστορία. Όπως συμβαίνει συχνά όμως, το συμβάν ήταν διαφορετικό: από την έρευνα αποκαλύφθηκε ότι ο Χάμπας καταρρίφθηκε στις 23 Ιανουαρίου από τον Γερμανό πιλότο Εμίλ Μάϊνεκε (Emil Meinecke: 1892 – 1975).4

Το ιστορικό πλαίσιο
Τον Ιούλιο του 1914 ξέσπασε ο εθνοκτόνος Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, ανάμεσα στους δύο μεγάλους συνασπισμούς της εποχής, δηλαδή της Αντάντ (Αγγλία, Γαλλία, Τσαρική Ρωσία – Τριπλή Συνεννόηση) και των Κεντρικών Αυτοκρατοριών (Αυστροουγγαρία, Γερμανία, Ιταλία – Τριπλή Συμμαχία). Αρχικά στη σύγκρουση συμμετείχαν και η Σερβία και το Βέλγιο, ενώ η Ιταλία και η Ρουμανία, αν και σύμμαχοι των Κεντρικών Αυτοκρατοριών, υιοθέτησαν στάση ουδετερότητας (αργότερα, το 1915, η Ιταλία παρενέβη τελικά στον πόλεμο, στο πλευρό όμως της Αντάντ). Αναλυτικότερα, η Αυστροουγγαρία πρώτη κήρυξε τον πόλεμο στη Σερβία στις 28 Ιουλίου του 1914. Στην πρόκληση αυτήν την επομένη ημέρα, η Ρωσία προέβη σε μερική επιστράτευση. Την ακολούθησε η Γερμανία στις 30 Ιουλίου και η Γαλλία την 1η Αυγούστου. Την ίδια ημέρα, η Γερμανία κήρυξε τον πόλεμο στη Ρωσία και την 3η Αυγούστου στη Γαλλία, ενώ η Βρετανία κήρυξε τον πόλεμο στην Γερμανία την 5η Αυγούστου.5
Σε ένα πρώτο στάδιο, μετά την προέλαση των Γερμανικών στρατευμάτων εντός του Βελγίου και των βορείων γεωγραφικών διαμερισμάτων της Γαλλίας και την επίθεση των Ρώσων, που όμως αναχαιτίστηκε από τον Γερμανό στρατάρχη φον Χίντεμπουργκ, παγιώθηκαν δύο συμπαγή μέτωπα: το Ανατολικό και το Δυτικό, στα οποία παρά τις εκατέρωθεν επιθέσεις, δεν προέκυψαν σημαντικές διαφοροποιήσεις. Έτσι σύντομα ξεκίνησε ένας διπλωματικός «αγώνας δρόμου» των δύο συνασπισμών για τον προσεταιρισμό νέων συμμάχων, ή έστω την ουδετερότητα χωρών,6 με πολιτικά και εδαφικά ανταλλάγματα. Κύριοι αποδέκτες υπήρξαν η Ιταλία (μέλος άλλωστε της Τριπλής Συμμαχίας), η Οθωμανική Αυτοκρατορία, τα Σκανδιναβικά κράτη και οι λοιπές, πλην της Σερβίας, Βαλκανικές χώρες.
Διευκρινίζεται ότι η Γερμανία, η οποία δεν διέθετε ναυτικές βάσεις στη Μεσόγειο, στo πλαίσιο της προσπάθειας ελέγχου των δυνάμεων της Γαλλίας και της επέκτασης της επιρροής της προς το Νότο, είχε ιδρύσει τη (Ναυτική) Διοίκηση Μεσογείου από το 1912, στον Αυστρο-Ουγγρικό λιμένα Πόλα [Pola/Pula] της Αδριατικής, (σήμερα ανήκει στην Κροατία). Αυτή επιχειρησιακά περιλάμβανε ως κύριες μονάδες, το καταδρομικό μάχης Γκαίμπεν και το ελαφρύ καταδρομικό Μπρεσλάου, υπό τη διοίκηση του υποναυάρχου Wilhelm Souchon.7

Σε καιρό ειρήνης, η αποστολή της διοικήσεως αυτής αποσκοπούσε στην προβολή ισχύος (επίδειξη σημαίας), της Γερμανίας στη Μεσόγειο με επισκέψεις σε λιμένες και επίσημες επαφές με τα ναυτικά κλιμάκια και κυβερνητικούς παράγοντες της ευρύτερης περιοχής.8 Σε περίπτωση Γαλλο-Γερμανικού πολέμου, τα γερμανικά σκάφη με τομέα ευθύνης τη Δυτική Μεσόγειο, θα έπρεπε να εμποδίσουν – δυσχεράνουν την αποστολή ενισχύσεων προς την Γαλλία από την Αλγερία και τις λοιπές αποικίες της Βόρειας Αφρικής. Σε κατάσταση γενικευμένης σύρραξης, οι στόλοι της Μεσογείου των δύο εμπολέμων συνασπισμών, με την καταλυτική παρουσία των ισχυρών Γκαίμπεν και το Μπρεσλάου, ήταν περίπου ισοδύναμοι.9
Στις 28 Ιουνίου του 1914, την ημέρα της δολοφονίας του αρχιδούκα Φερδινάνδου στο Σεράγεβο, το Γκαίμπεν βρισκόταν σε περιπολία στις ακτές της Συρίας, (τον Μάιο είχε καταπλεύσει στην Κωνσταντινούπολη) και ανακλήθηκε άμεσα στην Πόλα, ενώ το Μπρεσλάου ήταν προσορμισμένο στο Δυρράχιο της Αλβανίας.10

Η θέση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας
Ειδικά όσον αφορά στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, το 1914 την βρήκε ταπεινωμένη μετά την Ιταλο-Τουρκική σύρραξη και τον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο, με την απώλεια του μεγαλύτερου μέρους των Ευρωπαϊκών της κτήσεων. Η επανάσταση των Νεότουρκων του 1908 είχε περιορίσει την δύναμη του σουλτάνου και την ισχύ του χαλιφάτου, το οποίο επισημαίνεται ότι διατηρούσε υπό σχετικό έλεγχο τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς της αυτοκρατορίας, στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής. Οι Νεότουρκοι, μέσω της Επιτροπής για την Ένωση και την Πρόοδο, βαθμιαία εξάπλωναν την επιρροή τους, με τη συνδρομή ξένων δυνάμεων που ανταγωνίζονταν μεταξύ τους προκειμένου να διασφαλίσουν την εύνοιά τους.
Ιδιαίτερα η Γερμανία είχε επιτύχει προπολεμικά μια σημαντική στρατιωτική επιρροή και οικονομική διείσδυση, με πλήθος Γερμανών συμβούλων να υποστηρίζουν κάθε μορφής δραστηριότητα εντός της οθωμανικής επικράτειας. Η τοποθέτηση ως πρέσβη, του Μάρσαλ φον Μπίμπερσταϊν, (Marschall von Bieberstein: 1842 – 1912), ενίσχυσε τις οικονομικές σχέσεις μεταξύ των δύο αυτοκρατοριών. Ενδεικτική ήταν και η δεύτερη επίσκεψη του ίδιου του Κάιζερ11 στην Κωνσταντινούπολη το 1898, όπου προέβη δημόσια σε εντυπωσιακές δηλώσεις περί αιώνιας Γερμανο-Τουρκικής φιλίας και για την πρόθεσή του να μεταβληθεί προσωπικά σε προστάτη της «παραπαίουσας» αυτοκρατορίας.12 Γερμανοί αξιωματικοί εκπαίδευαν τους Οθωμανούς οι οποίοι είχαν εφοδιασθεί και με Γερμανικά όπλα.13

Ο μετέπειτα Γερμανός πρεσβης στην Υψηλή Πύλη βαρώνος Βανγκενχάιμ (Gustav von Wangenheim: 1859-1915)14 είχε επιτύχει να προσεταιρισθεί τους ηγέτες των Νεότουρκων και ιδιαίτερα τον Εμβέρ Πασά, (İsmail Enver Pasha: 1881 – 1922), Υπουργό Στρατιωτικών το 1914, ο οποίος είχε υπηρετήσει ως στρατιωτικός ακόλουθος στο Βερολίνο και ήταν ένθερμος γερμανόφιλος και θαυμαστής του πρωσικού μιλιταρισμού. Ο στρατηγός φον Σάντερς, (Otto Liman von Sanders: 1855 – 1929), ανέλαβε καθήκοντα στρατηγού-διοικητή του 1ου Σώματος Στρατού και εν συνεχεία Γενικού Επιθεωρητή Στρατού, ο στρατηγός Σέλλεντορφ, [Friedrich Bronsart von Schoellendorf: 1864 – 1950], υπαρχηγός του Γενικού Επιτελείου και άλλοι είκοσι ανώτεροι Γερμανοί αξιωματικοί κατείχαν σημαντικές θέσεις στην οθωμανική στρατιωτική ιεραρχία.15 Γερμανικές εταιρείες είχαν αναλάβει την κατασκευή του Σιδηροδρόμου Κωνσταντινούπολης – Βαγδάτης, αρχικά και με άδεια χρήσης και εκμετάλλευσης όλων των φυσικών πόρων σε μια ακτίνα 15 χλμ. εκατέρωθεν των σιδηροτροχιών.16 Επιπλέον είχαν αποσταλεί πολλοί Γερμανοί επιστήμονες και εμπειρογνώμονες, για την οργάνωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την διερεύνηση της εκμετάλλευσής της.

Ταυτόχρονα, η συμμετοχή των Ρώσων (προαιώνιων εχθρών των Οθωμανών) στον συνασπισμό της Αντάντ, η συμμαχία του Λονδίνου μαζί τους και η βρετανική δυσπιστία ως προς τις προθέσεις της Υψηλής Πύλης, έστρεφε την αυτοκρατορία προς την πλευρά της Γερμανίας. Στην αρχή του πολέμου, οι Νεότουρκοι αμφιταλαντεύονταν μεταξύ της ουδετερότητας και της εξόδου στον πόλεμο, ζυγίζοντας πιθανά οφέλη και ανταλλάγματα. Η Βρετανία όμως αυτή την φορά δεν θα προστάτευε τους Οθωμανούς, έτσι όπως συστηματικά έπραττε κατά το δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα, δίχως να θέσει σε κίνδυνο την ενότητα της Τριπλής Συνεννόησης. Άλλωστε, στην περίπτωση που θα συμμαχούσε με την Οθωμανική Αυτοκρατορία θα ήταν δύσκολο στο τέλος του πολέμου να την διαμελίσει! Σε αυτό το κλίμα υπογράφηκε, στις 2 Αυγούστου 1914, μυστική συνθήκη συμμαχίας και συμμετοχής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον Μεγάλο Πόλεμο, στο πλευρό των Κεντρικών Αυτοκρατοριών.17 Ο μυστικός της χαρακτήρας, επέτρεπε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία να προετοιμαστεί και συγχρόνως συντηρούσε στις Δυνάμεις της Αντάντ την ελπίδα ότι θα παρέμεινε ουδέτερη.18 Βασικός όμως όρος για να ενεργοποιηθεί αυτή η συνθήκη ήταν να αποσταλούν από την Γερμανία δύο «βαρέως τύπου» θωρηκτά, (Dreadnought) στην Κωνσταντινούπολη, ώστε οι Οθωμανοί να αποκτήσουν ναυτική υπεροπλία στη Μαύρη Θάλασσα έναντι των Ρώσων, αλλά και στο Αιγαίο έναντι των Ελλήνων.19
Ήδη από το 1913, σε αντίδραση της αγοράς από το Ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό δύο θωρηκτών από τις ΗΠΑ, η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε παραγγείλει δύο θωρηκτά (τύπου Dreadnought) στη Βρετανία,20 των οποίων την παράδοση ανέμενε τον Ιούλιο του 1914. Η σχετική χρηματοδότηση καλύφθηκε με δημόσιο έρανο και είχε προπληρωθεί. Οι Βρετανοί όμως, με την έναρξη του πολέμου, τα «παρακράτησαν», (έναντι ημερήσιας αποζημίωσης και με την προϋπόθεση ότι οι Οθωμανοί θα παρέμεναν ουδέτεροι), για να ενισχύσουν το στόλο τους, προκαλώντας φυσικά έντονες διαμαρτυρίες στην Κωνσταντινούπολη. Συνεπώς, οι Νεότουρκοι ουσιαστικά ζήτησαν από τον Κάιζερ να αντικαταστήσει τα δύο αυτά πολεμικά πλοία, με αντάλλαγμα τη συμμετοχή τους στον πόλεμο. Ο διορατικός και υπερδραστήριος Γερμανός πρέσβης στην Υψηλή Πύλη Βανγκενχάιμ έχοντας εξασφαλίσει την απαραίτητη άδεια από το Βερολίνο, τούς προσέφερε τα Γκαίμπεν και Μπρεσλάου έναντι συμβολικού τιμήματος. Η «μεταβίβαση» πραγματοποιήθηκε στις 16 Αυγούστου. Μετά την πανωλεθρία των Ρώσων στο Τάννεμπεργκ από τους Γερμανούς (26-30 Αυγούστου), οι Οθωμανοί φέρονταν σταδιακά να στρέφονται ξεκάθαρα υπέρ των Κεντρικών Δυνάμεων.
Έτσι, στις 23 Σεπτεμβρίου, ο Γερμανός υποναύαρχος Σουχόν τοποθετήθηκε στη θέση του αρχηγού του Οθωμανικού Ναυτικού. Στις 26 του ιδίου μήνα οι Οθωμανοί έκλεισαν τα Στενά στην εμπορική ναυτιλία, διακόπτοντας τη ροή πολεμικού και υποστηρικτικού υλικού από τη Δυτική Ευρώπη προς τη Ρωσία. Την 29η Οκτωβρίου του 1914, ο Σουχόν εισήλθε στη Μαύρη Θάλασσα ως επικεφαλής των δύο (πρώην) γερμανικών σκαφών και άλλων μονάδων του Οθωμανικού Ναυτικού, βομβάρδισε τη Σεβαστούπολη, τη Θεοδοσία και το Νοβοροσίσκ, βυθίζοντας πλοία και προκαλώντας καταστροφές σε εγκαταστάσεις. Στη συνέχεια, την 1η Νοεμβρίου, η Οθωμανική Αυτοκρατορία κήρυξε τον πόλεμο κατά των Δυνάμεων της Αντάντ.

Όσον αφορά στην «ισορροπία των συμμαχιών», οι Γερμανοί αρχικά συμβιβάζονταν έστω και με τη διατήρηση της ουδετερότητας της Υψηλής Πύλης, πεπεισμένοι περί ταχείας επικράτησης σε βάρος των Γάλλων στο Δυτικό Μέτωπο. Ωστόσο, μετέβαλαν τη στάση τους μετά την πρώτη μάχη του Μάρνη (5-12 Σεπτεμβρίου 1914), όπου και φάνηκε ότι ο πόλεμος θα διαρκούσε περισσότερο. Οι Βρετανοί αλλά και οι Γάλλοι από την άλλη πλευρά, στο «πνεύμα» και στην πολιτική της αποικιοκρατίας, είχαν εντοπίσει αρκετές «περιοχές ενδιαφέροντος» που ανήκαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και πίστευαν ότι θα συμφωνούσαν στον καταμερισμό τους. Με αυτή την προσέγγιση, μια ενδεχόμενη εμπλοκή της Υψηλής Πύλης στην παγκόσμια σύρραξη αναδεικνυόταν γι΄ αυτούς περισσότερο ως ευκαιρία, παρά ως κίνδυνος.
Η παράταση του πολέμου μετέβαλε γρήγορα και τη δική τους στάση μπροστά στο ενδεχόμενο οθωμανικού πλήγματος σε βάρος της Διώρυγας του Σουέζ. Όμως η πρόταση των Αγγλο-Γάλλων για συνέχιση της ουδετερότητας της Υψηλής Πύλης έναντι της εγγύησης της εδαφικής της ακεραιότητας, προσέκρουσε στην άρνηση της Ρωσίας, η οποία προσέβλεπε στην απόκτηση οθωμανικών εδαφών και στην έξοδο στο Αιγαίο. Μετά την ήττα της στο Τάννεμπεργκ, η Ρωσία συμφώνησε και αυτή, αλλά πλέον οι Νεότουρκοι είχαν πειστεί για την επικείμενη επικράτηση των Κεντρικών Δυνάμεων αποφασίζοντας να συμμετάσχουν στον πόλεμο προκειμένου να εξασφαλίσουν οφέλη ως μελλοντικοί νικητές.
Ο ρόλος των δύο Γερμανικών πλοίων
Η καταδίωξη των Γκαίμπεν και Μπρεσλάου ήταν μια ναυτική επιχείρηση που σημειώθηκε ταυτόχρονα με το ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν τα σκάφη του ισχυρού βρετανικού στόλου της Μεσογείου επιχείρησαν να αναχαιτίσουν τα γερμανικά καταδρομικά, τα οποία βρίσκονταν αρχικά στην Αδριατική θάλασσα. Τα δύο πλοία κατόρθωσαν τελικά, παρά την καταδίωξή τους, να διέλθουν τα Στενά του Ελλησπόντου και να αγκυροβολήσουν στα ασφαλή νερά της θάλασσας του Μαρμαρά στις 10 Αυγούστου του 1914, υπό την προστασία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Η παρουσία τους στον Βόσπορο ήταν αρκετή για να υπερνικήσει τις όποιες αμφιβολίες των Οθωμανών για τη συμμετοχή τους στον πόλεμο και «παρέσυραν» τελικά την ηγεσία τους, ώστε να παρέμβει στο πλευρό των Κεντρικών Αυτοκρατοριών. Σημειώνεται ότι τα δύο πολεμικά «αγοράστηκαν», από τους Οθωμανούς με ένα ιδιότυπο καθεστώς: ύψωσαν την οθωμανική σημαία, διατήρησαν τα γερμανικά πληρώματα, τα οποία ενδύθηκαν με στολές του οθωμανικού ναυτικού και φέσια, καθώς και τη γερμανική τους διοίκηση, υπό τον υποναύαρχο Σουχόν. Μετονομάστηκαν το μεν Γκαίμπεν σε Yavuz Sultan Selim, το δε Μπρεσλάου σε Midilli (Μυτιλήνη).21

Είναι γεγονός ότι τα δύο καταδρομικά παρέσυραν την Υψηλή Πύλη σε μία καταστροφική επιλογή γεωπολιτικά και γεωστρατηγικά, δεδομένης, μεταξύ άλλων, της γεωγραφικής θέσης όλων των εμπλεκομένων, της συμμετοχή ως αντιπάλου της γειτονικής στην Οθωμανική Αυτοκρατορία Ρωσίας, τέλος, των εγγενών αδυναμιών και των εμφανών μειονεκτημάτων του «Μεγάλου Ασθενούς».
Επισημαίνεται, ωστόσο, η βούληση της οθωμανικής ηγεσίας για την ανακατάληψη ορισμένων εδαφών στα Βαλκάνια και στο Αιγαίο, που είχε απωλέσει τα αμέσως προηγούμενα έτη. Η συγκεκριμένη απόφαση έμελλε να έχει καταλυτική σημασία για ολόκληρη την περιοχή της Μέσης Ανατολής: σήμανε το τέλος της αυτοκρατορίας, τη συρρίκνωση της κυριαρχίας της και την ώθησε στα τελευταία στάδια της επίλυσης του Ανατολικού Ζητήματος, θέτοντας παράλληλα τις βάσεις της απαρχής ενός άλλου, ισχύοντας μέχρι των ημερών μας, προβλήματος, του Μεσανατολικού.
Παραδοσιακή ερμηνεία της επιτυχημένης διαφυγής
Η συμβατική εξήγηση του κατορθώματος των δύο πολεμικών σκαφών να καταφύγουν στην Κωνσταντινούπολη και μάλιστα χωρίς απώλειες ή βλάβες, αποδίδεται από ορισμένους αναλυτές στη χρονική συγκυρία (μόλις είχε ξεσπάσει ο Μεγάλος Πόλεμος) και στην έλλειψη κατάλληλης προετοιμασίας των Συμμάχων. Άλλοι πάλι το καταλογίζουν σε ενδεχόμενα σφάλματα των Βρετανών, σε λανθασμένη ή και ελλιπή τους πληροφόρηση, σε αδυναμία ορθής αξιολόγησης, σε συνδυασμό άλλων παραμέτρων. Οι αντίπαλοί τους ισχυρίζονται ότι οφείλεται στην επιτυχημένη πρωτοβουλία και αποφασιστικότητα του Γερμανού υποναυάρχου, ίσως και σε ζητήματα ευνοϊκών συγκυριών και τύχης. Ωστόσο, όλες οι παραπάνω ερμηνείες εμφανίζονται να υστερούν από μια σφαιρική προσέγγιση των πραγμάτων, καθώς παρουσιάζουν μια σειρά αντιθέσεων και αντιφάσεων, οι οποίες παρατίθενται στη συνέχεια του κειμένου.
Στο αναλυτικό και εμπεριστατωμένο κείμενο του Ίωνος Στράτου με τίτλο: «Η Τουρκία παρασύρεται στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο», καταγράφηκαν τα ιστορικά γεγονότα και η διαχρονική εξέλιξη της όλης υπόθεσης. Όμως, ενώ αναγράφεται ότι: «εάν θα μπορούσαμε ποτέ να δεχτούμε πως η βρετανική κυβέρνηση επιθυμούσε τα γερμανικά σκάφη να φθάσουν στην Κωνσταντινούπολη, τότε θα μπορούσαν να εξηγηθούν πολλά», εν τούτοις ο συγγραφέας αποφεύγει να υιοθετήσει αυτήν την υπόθεση εργασίας, ώστε να προχωρήσει σε μια άλλη γεωστρατηγική θεώρηση των πραγμάτων. Βέβαια σε δύο συνεχόμενα υποκεφάλαια του άρθρου με τίτλους: «Μυστική Διπλωματία» και «Ελληνική Εμπλοκή» αναφέρονται αντίστοιχα οι εξής σημαντικές πληροφορίες:
1) «Το γεγονός της διαφυγής των ‘’Goeben’’ και ‘’Breslau’’ λόγω των επιπτώσεων που είχε στην περιοχή αλλά και στην έκβαση του πολέμου διερευνήθηκε εκ των υστέρων σε βάθος, αλλά χωρίς εμφανές αποτέλεσμα. Ο Βρετανός ναύαρχος Μίλνε έπεσε σε δυσμένεια και αποστρατεύθηκε το 1919 μετά από δική του αίτηση,22 ενώ ο Τρούμπριτζ δικάστηκε για την αποτυχία του να σταματήσει τα γερμανικά σκάφη προτού εισέλθουν στο Αιγαίο.23
Επρόκειτο λοιπόν για μια σειρά λαθών των Βρετανών ναυάρχων ή υπήρχαν και άλλες παράμετροι που θα έπρεπε να αξιολογηθούν; Μια προσεκτική ματιά στα γεγονότα γεννάει μια σειρά από ενδιαφέροντα ερωτήματα για τις πραγματικές προθέσεις της βρετανικής κυβέρνησης και θέτει αμφιβολίες για το εάν η όλη επιχείρηση ήταν αποτυχημένη.
Βασικό ρόλο στο όλο επεισόδιο έπαιξε η δυνατότητα (ή μη) αποκόμισης πληροφοριών από υπάρχοντα δίκτυα πρακτόρων στους λιμένες και στις πρωτεύουσες των κρατών της περιοχής. Το Βασιλικό Βρετανικό Ναυαρχείο (ΒΒΝ), διατηρούσε το δικό του αυτόνομο δίκτυο πληροφοριών και στη Μεσόγειο, εστιάζοντας επί το πλείστον στις κινήσεις πλοίων, (εμπορικών και πολεμικών), καθώς και σε υποκλοπές σημάτων επικοινωνιών. Ο Μίλνε πάντως φάνηκε να μην έχει στην διάθεσή του χρήσιμες πληροφορίες στο διάστημα των δέκα κρίσιμων ημερών, όταν διαδραματίστηκε το όλο επεισόδιο. Παρέμεινε προσκολλημένος σ΄ αυτά που ήδη γνώριζε, δηλαδή τα σχέδια του Γερμανικού Αυτοκρατορικού Ναυτικού για την αποστολή που θα είχαν τα «Γκαίμπεν» και «Μπρεσλάου», σε περίπτωση πολέμου.

Αντίθετα, το Λονδίνο φαινόταν να διατηρεί πάντοτε την αίσθηση της κατάστασης. Αυτό γίνεται αντιληπτό από τα τηλεγραφήματα που έστελνε στον Μίλνε [μέσω του Ναυαρχείου], το περιεχόμενο τους, αλλά και την χρονική συγκυρία. … Το τηλεγράφημα προς τον Μίλνε της 2ας Αυγούστου, που τον διέτασσε να αποστείλει δύο καταδρομικά μάχης στο Γιβραλτάρ ώστε να επιτηρούν το πέρασμα προς τον Ατλαντικό θα μπορούσε να ερμηνευθεί και ως εξής: χάριν της φύλαξης των Στενών του Γιβραλτάρ, (που ούτως ή άλλως καλύπτονταν από πυροβόλα μεγάλου βεληνεκούς), στερούσε ουσιαστικά στον Μίλνε την δυνατότητα εμπλοκής «επί ίσοις όροις» με τους Γερμανούς, ενώ έδινε στους τελευταίους το μήνυμα να κινηθούν ανατολικά. Αλλά και το (λανθασμένο) τηλεγράφημα της 8ης Αυγούστου, που ουσιαστικά απέτρεψε τον Μίλνε να εισέλθει (έστω και καθυστερημένα) στο Αιγαίο με ικανή δύναμη να αντιμετωπίσει τους Γερμανούς, είχε ανάλογα αποτελέσματα. Η πιο τρανή απόδειξη για την τυχόν ολιγωρία της βρετανικής κυβέρνησης ίσως όμως να βρίσκεται στον ρόλο που διαδραμάτισε ένας Έλληνας ηγέτης στην όλη υπόθεση. Αυτός δεν ήταν άλλος από τον Ελευθέριο Βενιζέλο, τον τότε Πρωθυπουργό της Ελλάδας».
2) «Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ο Βενιζέλος “πείστηκε’’ να δώσει την άδεια για την εξαγωγή του κάρβουνου στους Γερμανούς δεν αφήνουν πολλά περιθώρια αμφιβολίας ότι ήταν γνώστης των πραγματικών γεγονότων την δεδομένη χρονική στιγμή. Ταυτόχρονα, γνωρίζουμε ότι ως πολιτικός ήταν σαφώς φιλικά προσκείμενος προς την Αντάντ και πάντοτε σ΄ επαφή με τα κέντρα εξουσίας στην Γαλλία και την Βρετανία. Εξάλλου, η πράξη του αυτή, με τις τόσο σοβαρές συνέπειες, ουδέποτε αντιμετωπίστηκε αρνητικά από τους Συμμάχους της Αντάντ, αλλά ούτε και στάθηκε ικανή για να διακινδυνεύσει τη μετέπειτα σχέση του μαζί τους. Αντίθετα, ακόμη και στα χρόνια μετά τον πόλεμο, όταν τέθηκε το θέμα στο Βρετανικό Κοινοβούλιο, η Βρετανική κυβέρνηση παρείχε πλήρη κάλυψη στην πράξη αυτή του τότε Πρωθυπουργού της Ελλάδος. Δεν έχουμε λοιπόν παρά να συμπεράνουμε ότι ο Βενιζέλος όχι μόνο δεν έδρασε εκείνο το βράδυ εναντίον της Αντάντ, αλλά μάλιστα της παρείχε βοήθεια καθοριστικής σημασίας».
Μια «αιρετική» εκδοχή
Το περιεχόμενο του εν λόγω άρθρου και η εξιστόρηση της όλης υπόθεσης, προξενούν απορίες σε τρία σημαντικά ζητήματα, τα εξής:
1) Τα καταστροφικά αποτελέσματα και τις δυσμενείς επιδράσεις της επιτυχημένης διαφυγής, των δύο «ισχυρών» γερμανικών πλοίων και της εμπλοκής των στον πόλεμο, ουσιαστικά τα υπέστη η Τσαρική Ρωσία.24 Αντίθετα το Βρετανικό Ναυτικό δεν είχε απώλειες, (“αναίμακτος μάχη” η διαφυγή, σύμφωνα με τον Πρώτο Λόρδο του Βρετανικού Ναυαρχείου Ουίνστων Τσώρτσιλ, (Winston Churchill).
Παρατηρούμε λοιπόν ότι η ισχύς πυρός των δύο γερμανικών καταδρομικών στράφηκε αποκλειστικά ενάντια στη Ρωσία, «μόνιμο γεωπολιτικό αντίπαλο» της (πρόσκαιρα) συμμάχου της στον Α΄ Π.Π., Βρετανίας. Κι’ αυτό διενεργήθηκε έντεχνα, με επιδεξιότητα, δίχως να εκτεθεί και να αμφισβητηθεί η φίλια πολιτική της Βρετανίας έναντι της Ρωσίας. Κατά την γνώμη μας, το βρετανικό σχέδιο προσέβλεπε στο να «εξαναγκάσει» την Οθωμανική Αυτοκρατορία να εξέλθει στον πόλεμο, έτσι ώστε μεταπολεμικά να είναι δυνατός ο διαμελισμός της (ως ηττημένης χώρας), προς όφελος της Γαλλίας και της Βρετανίας, όχι όμως και της Ρωσίας. Η τελευταία δεν θα έπρεπε να μπορέσει να συντρίψει τους Οθωμανούς, (φθάνοντας πιθανόν έως την Κωνσταντινούπολη ή/και αποκομίζοντας εδάφη στον Καύκασο), απειλώντας ταυτόχρονα τα βρετανικά συμφέροντα. Μια ικανοποιητική λύση σε αυτό το πρόβλημα για την κυβέρνηση του Λονδίνου θα ήταν η προσωρινή ενίσχυση του οθωμανικού στόλου με τα γερμανικά πολεμικά.
Εκ των υστέρων βέβαια κρίνουμε ότι το εν λόγω σχέδιο (με αρκετό ομολογουμένως ρίσκο) λειτούργησε άψογα! Το κλείσιμο των Στενών από τις 26 Σεπτεμβρίου, είχε μεγάλες επιπτώσεις στο εξωτερικό εμπόριο της Ρωσίας, η οποία διακινούσε το 50% των συνολικών εξαγωγών της και μεγάλο μέρος των εισαγωγών της μέσω της συγκεκριμένης περιοχής, ειδικά κατά τους χειμερινούς μήνες.25 Απομονωμένη από τους συμμάχους της και αδυνατώντας να εισαγάγει και να εξαγάγει προϊόντα, η Ρωσία σταδιακά κατέρρευσε και εκτέθηκε σε κοινωνικές αναταραχές, που μάλλον αναπόφευκτα οδήγησαν αργότερα, το 1917, στην Οκτωβριανή Επανάσταση.

2) Το απόρρητο τηλεγράφημα του Τσώρτσιλ προς τον Μίλνε, στις 30 Ιουλίου 1914 ανέγραφε: «Σε περίπτωση που ξεσπάσει πόλεμος και η Αγγλία και η Γαλλία αναμειχθούν, διαφαίνεται ότι η Ιταλία θα παραμείνει ουδέτερη, ενώ η Ελλάς δύναται να γίνει σύμμαχος. Η Ισπανία θα είναι επίσης φιλική και πιθανώς σύμμαχός μας. Η συμπεριφορά της Ιταλίας παραμένει παρά ταύτα αβέβαιη και είναι εξαιρετικά σημαντικό η Μοίρα σας να απόσχει από σοβαρές εμπλοκές με αυστριακά σκάφη έως ότου γνωρίζουμε τί θα πράξει η Ιταλία. Πρώτη σας προτεραιότητα θα πρέπει να είναι η παροχή αρωγής στους Γάλλους στη μεταφορά της αφρικανικής στρατιάς τους, παρέχοντας κάλυψη και εάν είναι δυνατό εμπλέκοντας τα ταχέα γερμανικά ή αυστριακά σκάφη, ειδικά το «Γκαίμπεν», που δύνανται να δημιουργήσουν προβλήματα σε αυτήν τη μεταφορά. Θα ειδοποιηθείτε με τηλεγράφημα για το πότε μπορείτε να έρθετε σε επαφή με τον Γάλλο ναύαρχο. Σε αυτήν τη φάση, μην εμπλακείτε σε αγώνα εναντίον ισχυρότερων δυνάμεων, εκτός από την περίπτωση γενικευμένης μάχης και σε συνεργασία με τους Γάλλους. Η ταχύτητα των Μοιρών σας είναι ικανή ώστε να σάς παράσχει την δυνατότητα να επιλέξετε την κατάλληλη στιγμή δράσης. Ελπίζουμε να μπορέσουμε να ενισχύσουμε τη Μεσόγειο – έως τότε, καλείστε να διαχειριστείτε τις δυνάμεις σας».
Διαπιστώνουμε λοιπόν, πέραν της ακρίβειας της προβλεπτικότητας του Τσώρτσιλ σχετικά με τα ενδεχόμενα του πολέμου, ότι έγκαιρα (30 Ιουλίου 1914) έδωσε εντολές που αφορούσαν ουσιαστικά στην υλοποίηση του προαναφερομένου σχεδίου των Βρετανών, μεριμνώντας έντεχνα για την αποφυγή καταναυμάχησης των γερμανικών σκαφών. Άλλωστε στο κείμενο του Τσώρτσιλ, μάλλον παράδοξα, δεν γίνεται μνεία για την Οθωμανική Αυτοκρατορία και την εκτιμώμενη στάση της, γεγονός που ενισχύει και επιβεβαιώνει την ύπαρξη ως προς αυτήν, στρατηγικού σχεδίου. Το περιεχόμενο του τηλεγραφήματος της 30ής Ιουλίου σε συνδυασμό με το τηλεγράφημα της 2ας Αυγούστου, απλώς επιβεβαιώνει τη βαθμιαία και μεθοδική υλοποίησή του. Εξάλλου, το Λονδίνο φαινόταν να διατηρεί κεντρικά τον απόλυτο έλεγχο της κατάστασης, να διαθέτει καλύτερη πληροφόρηση και να αξιοποιεί ευκαιρίες και καταστάσεις.

Εάν σε όλα αυτά προσθέταμε τα ακόλουθα:
- τη βέβαιη συνεννόηση του Βενιζέλου με τον Τσώρτσιλ, μέσω του αρχηγού της Βρετανικής Ναυτικής Αποστολής στην Ελλάδα, Mark Kerr,26
- την ενημέρωση περί υπογραφής (2 Αυγούστου 1914) της μυστικής συνθήκης συμμαχίας μεταξύ Νεότουρκων και Γερμανίας, (έστω με υστέρηση),
- το (λανθασμένο) τηλεγράφημα της 8ης Αυγούστου [που ουσιαστικά απέτρεψε τον Μίλνε να εισέλθει (έστω και καθυστερημένα) στο Αιγαίο με ικανή δύναμη προκειμένου να αντιμετωπίσει τους Γερμανούς],
θεωρούμε ότι αποδεικνύεται η (εσκεμμένη) ολιγωρία της βρετανικής κυβέρνησης στο όλο ζήτημα.
3) Η πληροφόρηση ότι το Γκαίμπεν, ανεφοδιάστηκε ανεμπόδιστα, την 9η Αυγούστου ανοικτά της νήσου Δονούσας στις Κυκλάδες και εισήλθε στον Ελλήσποντο μία ημέρα αργότερα, αναμένοντας άδεια για να καταπλεύσει στην Κωνσταντινούπολη.
Η υπόθεση όμως του εν λόγω ανεφοδιασμού διαθέτει έναν μυθιστορηματικό χαρακτήρα: αναλυτικότερα, στις 02.00 τα ξημερώματα της 6ης Αυγούστου, ο Έλληνας πρωθυπουργός Ελ. Βενιζέλος δέχθηκε στην οικία του έξαφνη και απρογραμμάτιστη επίσκεψη από τον κόμη φον Κουάντ, πρέσβη της Γερμανίας στην Αθήνα,27 (Quadt, Wykradt von: 1912 -1915). Ο διπλωμάτης αιτήθηκε άδεια για να εξαγάγει από την Ελλάδα 800 τόνους γαιάνθρακα, το οποίο θα φορτωνόταν στο γερμανικό σκάφος ανθράκευσης Bogados με προορισμό τη Νότια Αφρική. Σημειώνεται ότι η άδεια του πρωθυπουργού ήταν αναγκαία, διότι ίσχυε απαγόρευση εξαγωγής άνθρακα από την Ελλάδα.28 Η ποσότητα αυτή βρισκόταν στην κατοχή ενός γερμανικού εμπορικού οίκου με το όνομα Πλοκ και η άδεια θα χορηγείτο σε αυτόν. Ο Βενιζέλος απάντησε θετικά και άμεσα στο γερμανικό αίτημα! Ο Γερμανός διπλωμάτης αναχώρησε από την οικία του πρωθυπουργού έχοντας λάβει ιδιόχειρο σημείωμα, στο οποίο αναγράφονταν τα ακόλουθα: «Ο Ελευθέριος Βενιζέλος παρακαλεί τον λιμενάρχη του Πειραιά όπως επιτρέψει στον έμπορο Πλοκ να διαθέσει από τα αποθέματά του ποσότητα 800 τόνων κάρβουνου προς όφελος γερμανικών πλοίων που βρίσκονται στον Πειραιά». Ο έμπορος μετέβη πάραυτα στον Πειραιά, προκειμένου να προβεί στις σχετικές διεκπεραιώσεις. Έχοντας ολοκληρώσει τη φόρτωση, το Bogados απέπλευσε από τον Πειραιά προτού προλάβει να ανατείλει ο ήλιος. Σύμφωνα με αναφορές της εποχής, το σκάφος παραλλάχτηκε κατάλληλα εν πλω, ώστε να μοιάζει με ελληνικό εμπορικό, φέροντα το όνομα Πολυμίτης. Σήμερα γνωρίζουμε ότι ο αληθινός προορισμός του ήταν ένα προσυμφωνημένο σημείο συνάντησης με τα Γκαίμπεν και Μπρεσλάου στις Κυκλάδες και η αποστολή του να τα εφοδιάσει με τον απαραίτητο άνθρακα, ούτως ώστε εκείνα να μπορέσουν να καταπλεύσουν στον Βόσπορο.29 Το σχέδιο εκτελέστηκε επιτυχώς.

Δεν είναι, ωστόσο παράδοξη, η άμεση (και σε μεταμεσονύκτια ώρα) χορήγηση της εν λόγω άδειας από τον Βενιζέλο; Ή ότι η άδεια γράφηκε σε ένα απλό επισκεπτήριο του γραφείου του, δίχως να ενημερώσει άλλους ιθύνοντες και να διασταυρώσει την εγκυρότητα των ισχυρισμών του συνομιλητή του; Πώς πείστηκε τόσο εύκολα από τον Γερμανό πρέσβη για το «επείγον» του εν λόγω εφοδιασμού; Επιπρόσθετα αξίζει να σημειωθεί ότι την προηγούμενη ημέρα, ο Βενιζέλος είχε ενημερωθεί για το περιεχόμενο της μυστικής συνθήκης Γερμανίας-Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από τον Έλληνα πρέσβη στο Βερολίνο και με τη σειρά του πληροφόρησε τους Βρετανούς.30 Γνώριζε συνεπώς ότι ο ανεφοδιασμός που επέτρεψε προοριζόταν για τα γερμανικά πολεμικά πλοία!
Τα παραπάνω οδηγούν στην εκτίμηση πως υπήρξε, από βρετανικής πλευράς, σχέδιο παρέμβασης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον πόλεμο στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων, το οποίο εκτελέστηκε με μεγάλη επιδεξιότητα και επιτυχία. Τα ανωτέρω υποστηρίζουν στα έργα τους οι ιστορικοί Μιχαλόπουλος, Βεντήρης και Γρηγοριάδης καθώς και ο Geoffrey Miller31 στη μελέτη του, που εκδόθηκε το 1996 με τίτλο: Superior Force: The conspiracy behind the escape of Goeben and Breslau. Ο Φωτάκης υποστηρίζει ότι υπήρξε συνέργεια μεταξύ Κωνσταντίνου και Βενιζέλου για την ικανοποίηση του γερμανικού αιτήματος σχετικά με τον ανεφοδιασμό των δύο καταδρομικών.32

Οι υποστηρικτές της παραδοσιακής θεώρησης αντιτίθενται στην ομάδα των ιστορικών, που ισχυρίζονται ότι ο Βενιζέλος έκανε την ανθράκευση εσκεμμένα για να σύρει την Υψηλή Πύλη στο στρατόπεδο των ηττημένων, ώστε να διαμελιστεί εδαφικά μετά το πέρας του πολέμου από την Αντάντ. Δεν μπορούν να αιτιολογήσουν ότι ο Έλληνας πρωθυπουργός φαίνεται να επέλεξε να χαρίσει τη ναυτική υπεροπλία σ΄ ένα κράτος που προετοιμαζόταν να επιτεθεί στην Ελλάδα.33 Προφανώς η πιο λογική εξήγηση για την παραδοσιακή ερμηνεία των γεγονότων είναι αυτή που έπεται: ο Ελευθέριος Βενιζέλος δεν γνώριζε για την εμπλοκή των δύο καταδρομικών, δεν υποψιάστηκε ότι η ανθράκευση αφορούσε πολεμικά πλοία, αλλά με έναν και μόνο προσωπικό του χειρισμό άλλαξε την Ιστορία του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου… Ωστόσο στο συγκεκριμένο αυτό το σημείο θα διαφωνήσουμε. Θεωρούμε ότι ο Βενιζέλος δεν ήταν αφελής. Ναι μεν οι περιστάσεις ήταν κρίσιμες, αλλά διέθετε την απαιτούμενη πληροφόρηση. Γνώριζε ότι ο ανεφοδιασμός αφορούσε σε γερμανικά πολεμικά. Κατά συνέπεια δεν θα μπορούσε να αναλάβει ανάλογου βάρους ρίσκο σε βάρος των βρετανικών συμφερόντων (την περίοδο μάλιστα που υπήρχαν Βρετανοί επόπτες στο Ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό) εάν δεν υπήρχε συμφωνία – ανοχή του Λονδίνου για τον χειρισμό της ανθράκευσης και τη συνακόλουθη πορεία των εν λόγω σκαφών.
Φυσικά, εάν πράγματι υπήρξε τέτοιος σχεδιασμός, δεν θα μπορούσε κανένας δημόσια να τον παραδεχθεί. Έτσι ο Βενιζέλος, το 1934, στη δημόσια ανταλλαγή άρθρων με τον Ιωάννη Μεταξά, δήλωσε ότι δεν γνώριζε ότι η ανθράκευση αφορούσε πολεμικά πλοία αλλά εμπορικά και ότι λόγω της ελληνικής ουδετερότητας αδυνατούσε να αρνηθεί τον ανεφοδιασμό τους. Επικουρικά στην αρθρογραφία του αναφέρει και τη σχετική απάντηση του Άγγλου υπουργού Εξωτερικών Μακ Ναίηλ το 1923 στην Βουλή των Κοινοτήτων σε ερώτηση βουλευτή για το εν λόγω επεισόδιο:34 «Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το Goeben και το Breslau ανεφοδιάστηκαν με γαιάνθρακα κατά διαταγή του κ. Βενιζέλου. Αλλά οφείλω να δηλώσω ότι κατά την έναρξη των εχθροπραξιών με τη Γερμανία και κατά συνέπεια προτού δώσει την διαταγή αυτή, ο κ. Βενιζέλος συμβουλεύτηκε την αγγλική κυβέρνηση για το πώς έπρεπε να ενεργεί σε παρόμοιες περιπτώσεις. Η βρετανική κυβέρνηση, αφού μελέτησε το θέμα, υπέδειξε στον κ. Βενιζέλο να ακολουθήσει τις αρχές του Διεθνούς Δικαίου και να παρέχει στα πλοία των εμπολέμων αρκετή ποσότητα άνθρακα ώστε να δύνανται να προσεγγίσουν στο πλησιέστερο λιμάνι της χώρας τους».
Θα προσθέταμε ότι ο Βρετανός υπουργός με την ανωτέρω απάντησή του, μάλλον εξέθεσε αυτόν που επιδίωκε να προφυλάξει: ομολογεί ότι ένας πρωθυπουργός ανεξάρτητου κράτους ζήτησε άδεια από τη Βρετανία για την εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου στην χώρα του! Άλλωστε είναι δυνατό οι Βρετανοί να μην γνώριζαν ποιά πλοία αφορούσε η ανθράκευση; Επίσης φαίνεται να δικαιολογεί ακόμα και την ανθράκευση και ανεφοδιασμό πολεμικών πλοίων, συμμαχικών και μη, αν και τα τελευταία με την παρουσία τους μπορούσαν να παρασύρουν στον πόλεμο μια ολόκληρη αυτοκρατορία εναντίον της Αντάντ.
Από την άλλη πλευρά, ο Ι. Μεταξάς (επιβεβαιώνοντας την ερμηνεία μας), στο όγδοο άρθρο του αναρωτιέται μάλλον εύλογα, πώς ήταν δυνατόν ο τότε πρωθυπουργός να μην έχει καν υποψιάστεί τον αληθινό σκοπό της ανθράκευσης. Πολύ γλαφυρά αναφέρει: «και φαντάζεται κανείς ότι ο πρέσβης της Γερμανίας αυτοπροσώπως ξύπνησε τον πρωθυπουργό νύχτα, τον ήγειρε εκ της κλίνης του, και του εζήτησεν επειγόντως διαταγή προς τον λιμενάρχη Πειραιώς εφοδιασμού γαιανθράκων, εντός της νυκτός ενός απλού εμπορικού; Και τόσο επειγόντως ώστε ο κ. Βενιζέλος μη έχων προχειρότερο μέσον έγραψε την διαταγή ταύτην σε ένα απλό επισκεπτήριο; Ούτε από τον νουν του κ. Βενιζέλου δεν πέρασε ουδεμία υποψία, ενώ ήταν γνωστή εις το υπουργείο των Ναυτικών η δίωξις των δύο γερμανικών πλοίων από Βρετανικά σκάφη, αφού αντάλλαξαν και κανονιοβολισμούς στο Ταίναρο;35 Και ότι επίστευσεν ο κ. Βενιζέλος ότι το Γερμανικό εμπορικό «Μπόγαμπος» το οποίο βρισκόταν εν πλήρει ασφαλεία εν Πειραιεί εζήτει γαιάνθρακας δια να εξέλθει εις το Αιγαίον που ήτο γεμάτο Βρετανικά πολεμικά και να πάει πού; Στην Τεργέστη ή στη Ν. Αφρική μέσω Σουέζ;»
Πρόσθετα οι υποστηρικτές της παραδοσιακής ερμηνείας ισχυρίζονται ότι η υπόθεση περί βρετανικής εντολής και ειδικής εξουσιοδότησης στον Βενιζέλο για να ανθρακεύσει τα δύο πολεμικά, ώστε δήθεν να ενισχυθεί ο οθωμανικός στόλος έναντι του ρωσικού, (κάτι που υποτίθεται σχεδίαζε ο Τσώρτσιλ, τότε πρώτος λόρδος του Βρετανικού Ναυαρχείου), αποτελεί μάλλον παράδοξη ή/και παράλογη επεξήγηση. Επικαλούνται δε και τους εξής λόγους: γιατί το Βρετανικό Ναυαρχείο είχε διατάξει την καταδίωξη των δύο σκαφών; Γιατί πέρασε από ναυτοδικείο τον Άγγλο ναύαρχο, επικεφαλής της ναυτικής μοίρας καταδίωξης; Γιατί ο Βενιζέλος δεν έκανε την παραμικρή νύξη στην αρθρογραφία του το 1934; Άλλωστε, καθίσταται φανερό από την απάντηση του Άγγλου ΥΠΕΞ ότι η βρετανική εξουσιοδότηση δεν χορηγήθηκε ειδικά για τη συγκεκριμένη περίπτωση αλλά δόθηκε γενικά και, προφανώς, αφορούσε μόνο εμπορικά πλοία. Ισχυρίζονται δηλαδή ότι τελικά δεν υπήρξε ειδική συνεννόηση μεταξύ Βρετανών και Βενιζέλου για την ανθράκευση των δύο πολεμικών πλοίων.

Θεωρούμε ότι όλα αυτά απαντώνται από τα προηγούμενα, προσθέτοντας πως και για τη συμβατική απάντηση του Βενιζέλου, θα έπρεπε να τηρηθούν τα προσχήματα. Άλλωστε, η απόφαση του βρετανικού ναυτοδικείου ήταν αθωωτική. Εκτός όμως όλων των προαναφερθέντων, η θέση μας τεκμηριώνεται και από την ύστερη απόφαση των Βρετανών για επίθεση στα Δαρδανέλια. Επεξηγούμε εν συντομία: το Λονδίνο επιζητούσε τον διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αλλά παράλληλα να μην επωφεληθούν από αυτόν οι Ρώσοι – είτε στον Καύκασο, είτε στη Μεσόγειο. Μετά τη νίκη των Ρώσων στο μέτωπο του Καυκάσου εναντίον των Οθωμανών την περίοδο Δεκεμβρίου 1914 – Ιανουαρίου 1915, ο Ουίνστων Τσώρτσιλ επέλεξε να εφορμήσουν οι Σύμμαχοι στην Καλλίπολη. Τί είχαν να κερδίσουν οι Βρετανοί; Ελάχιστα, αλλά ο σκοπός τους ήταν να μη μπορέσουν να επωφεληθούν οι Ρώσοι. Ήθελαν να τους προλάβουν. Ο λόγος είναι απλός: ο Τσώρτσιλ, σκεπτόμενος πάντοτε γεωπολιτικά, ουδόλως επιθυμούσε οι Ρώσοι να καταλάβουν τα Στενά και την οθωμανική πρωτεύουσα. Η συμμαχική εκστρατεία σε βάρος των Δαρδανελίων, ως γνωστόν, εξελίχθηκε σε παταγώδη αποτυχία. Ωστόσο οι Αγγλο-Γάλλοι φρόντισαν αργότερα να καταλάβουν την Κωνσταντινούπολη (Νοέμβριος 1918 – Σεπτέμβριος 1923), την οποία και παρέδωσαν τελικά στον Κεμάλ. Οι Βρετανοί δεν δέχθηκαν να τους διαδεχθούν στην Κωνσταντινούπολη ούτε οι Έλληνες, σύμμαχοί τους σε πολλά μέτωπα την περίοδο 1917-1922. Εάν οι Βρετανοί επιθυμούσαν πράγματι να πλήξουν τους Οθωμανούς, θα μπορούσαν να επιχειρήσουν σε άλλα μέτωπα, όπως στην περιοχή της Αττάλειας, της Σμύρνης, της Αλεξανδρέττας.
Συμπερασματικά, φαίνεται ότι το καλοκαίρι του 1914, το Βρετανικό Ναυαρχείο και ο Τσώρτσιλ προσωπικά, υποστηρίζοντας τα ευρύτερα και μακροπρόθεσμα γεωπολιτικά συμφέροντα της χώρας τους σε βάρος όλων, ίσως και χωρίς αρχικό σχεδιασμό, άφησαν επιτήδεια τα πράγματα να εξελιχθούν, επεμβαίνοντας μόνο όταν απαιτήθηκε, με συνακόλουθη τη διαφυγή των δύο γερμανικών πολεμικών στην Κωνσταντινούπολη.

Ενδεικτική Βιβλιογραφία
⦁ Admiral Sir A. Berkeley Milne, Bt., (1921). The Flight of Goeben and Breslau: An Episode in
Naval History, London, Eveleigh Nash Company
⦁ Fotakis, Zisis, (2005), Greek Naval Strategy and Policy. 1910-1919, Routledge, Oxon
⦁ Fromkin, David, (1989), A Peace to End All Peace: Creating the Modern Middle East 1914-1922, Owl Books
Keegan, John, (2003), Intelligence in War, London, Hutchinson
⦁ Lumby Esmond, Walter Rawson, ed., (1970), Policy and operations in the Mediterranean, 1912-14, London: Navy Records Society
⦁ McLaughlin, Redmond, (1974), The escape of the Goeben, Scribners
⦁ Miller, Geoffrey, (1996), Superior Force: The conspirancy behind the escape of Goeben and Breslau, University of Hull Press, (με πλούσια βιβλιογραφία)
Tuchman, Barbara, (1962), The Guns of August, Constable
⦁ Van Der Vat, Dan, (2001). The Ship that Changed the World (Revised Edition). Birlinn
⦁ Alobeid Aref, (2018). Οι ιστορικές και κοινωνικοπολιτικές καταβολές των σχέσεων Τουρκίας και Συρίας, εκδ. Ηρόδοτος
⦁ Γρηγοριάδης, Φοίβος, (1971), Διχασμός- Μικρά Ασία, εκδ. Κεδρηνός
⦁ Μιχαλόπουλος, Δημήτρης, (1997), Ο εθνικός Διχασμός, η άλλη διάσταση, εκδ. Τροχαλία
⦁ Μπάλτος Γεώργιος & Βιδάκης Ιωάννης, (2020), Ο εχθρός στην πόρτα μας. Νεοοθωμανισμός διαχρονικά σημαίνει εκτουρκισμός, εκδ. Ινφογνώμων
⦁ Στράτος Ίων, (2010), «Η Τουρκία παρασύρεται στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο», στο Στρατοί & Τακτικές, τεύχος υπ. αρ. 5, Αύγουστος 2010, Αιγίς Εκδοτική
⦁ Χριστοδουλίδης, Θεόδωρος, (1997), Διπλωματική Ιστορία Τριών Αιώνων, εκδ. Ι. Σιδέρης

Σημειώσεις
- Το SMS Goeben ήταν καταδρομικό μάχης της κλάσης Μόλτκε. Ναυπηγήθηκε στο Αμβούργο (ναυπηγεία Blohm & Voss) από το 1909 μέχρι το 1912 οπότε και καθελκύστηκε. Κύρια χαρακτηριστικά: Μήκος: 186 m, Πλάτος: 29,5 m, Μέσο Βύθισμα: 8,2 m, Εκτόπισμα 22.640 τόν., συνολ. ιποδ. 52.000 ίπποι, Μεγ. Ταχ. 29 κόμβοι. Οπλισμός: 10 πυροβόλα των 28 cm/50 διαμετρ., 12 πυροβ. των 15 cm/45 μεγ. βεληνεκούς 16.000 m, 8 των 8,7 cm/45 και 4 τορπιλοβλητικούς
σωλήνες των 19,7 δακτ., μεγ. βελην. τορπίλης 5.500 m με 32 κόμβους ή 11.000 m με 28 κόμβους.
Συνήθης φόρτος γαιανθράκων 1.000 τόν., (μέγ. 3.050 τόν.) και πετρέλαιο 200 τόν. Διέθετε τέσσερις έλικες. Πλήρωμα 1.050 άτομα. Έλαβε το όνομά του από τον στρατηγό Αύγουστο Καρλ φον Γκέμπεν, ο οποίος συμμετείχε στον Γαλλο-Πρωσικό Πόλεμο. Το 1936 μετονομάστηκε σε TCG
Yavuz, (Türkiye Cumhuriyeti Gemisi Yavuz, Τουρκικής Δημοκρατίας Πλοίο Γιαβούζ). Το 1938,
μετέφερε το σώμα του Μουσταφά Κεμάλ Αττατούρκ από την Κωνσταντινούπολη στην Ιζμίτ
(Νικομήδεια). Το Yavuz ήταν η ναυαρχίδα του τουρκικού ναυτικού μέχρι να παροπλιστεί το 1950.
Το TCG Yavuz διαλύθηκε μεταξύ 1973-1976, αφού η γερμανική κυβέρνηση απέρριψε την προσφορά της Τουρκίας να το αγοράσει. Ήταν το τελευταίο από τα πλοία που κατασκεύασε το
Αυτοκρατορικό Γερμανικό Ναυτικό και επίσης το πιο μακροχρόνιο σε υπηρεσία, από όλα τα
καταδρομικά και τα dreadnoughts.
Το SMS Breslau ήταν ελαφρύ καταδρομικό τύπου Magdeburg. Ναυπηγήθηκε από την A.G. Vulcan
την διετία 1910-11 και το 1912 εντάχθηκε στον γερμανικό στόλο. Κύρια χαρακτηριστικά: Μήκος:
136 m, Πλάτος: 14 m, Μέσο Βύθισμα: 5,48 m, Εκτόπισμα 4.550 τόν., συνολ. ιπποδ. 25.000 ίπποι,
Μεγ. Ταχ. 25 κόμβοι. Διέθετε τέσσερις έλικες. Πλήρωμα 370 άτομα. Τον Ιανουάριο του 1918,
προσέκρουσε σε νάρκες έξω από τα Δαρδανέλλια και βυθίστηκε. ↩︎ - Χριστοδουλίδης, (1997, σελ. 477). Βλ. και https://www.firstworldwar.com/source/goebenbreslau.htm
https://net.lib.byu.edu/estu/wwi/comment/morgenthau/Morgen05.htm ↩︎ - Κατά τον Άγγλο πρωθυπουργό Λόυδ Τζώρτζ, η συμμετοχή των Οθωμανών επιμήκυνε τον πόλεμο
τουλάχιστον κατά ένα χρόνο και συντέλεσε ουσιαστικά στην ρωσική στρατιωτική κατάρρευση. ↩︎ - Στον Μάϊνεκε αποδόθηκαν έξι επιβεβαιωμένες αεροπορικές νίκες. Ο Μάϊνεκε τοποθετήθηκε σε
υπηρεσία εκπαίδευσης Τούρκων αεροπόρων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία την 1η Οκτωβρίου
1915. Στη συνέχεια, τον Απρίλιο του 1916, τοποθετήθηκε στη Flieger-Abteilung 6 στον Άγιο
Στέφανο, ως πιλότος μαχητικού αεροπλάνου. Σύμφωνα με μια ιστορική προσέγγιση (16-2-2017):
«Το Γκαίμπεν προσάραξε στα ρηχά του Ναγαρά κι έδωσε τεράστια ευκαιρία στους Συμμάχους να το (προσ)βάλουν αποφασιστικά, αφού το πλοίο έμεινε καθηλωμένο για πέντε μέρες. Η Συμμαχική
Αεροπορία επιχειρούσε κατά του Γκαίμπεν νυχθημερόν όλο το πενθήμερο, θέτοντας τελικά το
γερμανικό θωρηκτό εκτός μάχης. Σε αυτές τις επιχειρήσεις συμμετείχε ολόκληρη η Ελληνική Ναυτική Αεροπορία και δυστυχώς, θρήνησε την απώλεια του ανθυποπλοιάρχου Σπυρ. Χάμπα, ο οποίος στις 8 Ιανουαρίου του 1918, με αεροπλάνο τύπου Sopwith Bomber διενήργησε βομβαρδισμό από 150 μέτρα κατά του Γκαίμπεν, αλλά καταρρίφθηκε από τα επάκτια πυροβολεία»,
https://www.hellenicnavy.gr/el/a-pagkosmios-polemos.html Η επίμονη έρευνα του ιστορικού της
Σχολής Ικάρων Κώστα Λαγού, αποκάλυψε και επιβεβαίωσε ότι ο αεροπόρος-ανθυποπλοίαρχος του Ελληνικού Ναυτικού Σώματος Σπύρος Χάμπας, καταρρίφθηκε σε αερομαχία στις 23-1-1918 και έχει ενταφιαστεί σε νεκροταφείο κοντά στην Τροία, (βλ. 26/12/2017 –
https://www.youtube.com/watch?v=u1dirl4GC1Y&ab_channel=%CE%93%CE%B9%CE
%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B7%CF%82%CE%A3%CF%89%CF%84%CE%B7%CF
%81%CF%8C%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%82 ↩︎ - Χριστοδουλίδης, (1997, σελ. 464-468). Ήδη νωρίτερα η Βρετανία είχε αποφασίσει να παράσχει
στην Γαλλία ναυτική υποστήριξη. ↩︎ - Με το σκεπτικό ότι «εάν δεν επιθυμούν να είναι σύμμαχοί μας τουλάχιστον ας μην συνδράμουν
τους αντιπάλους μας». ↩︎ - Wilhelm Anton Souchon (1864-1946). Γερμανός επικεφαλής της Ναυτικής Διοίκησης
Μεσογείου. Διοικητής του Οθωμανικού Ναυτικού το 1914 όπου και υπηρέτησε στην θέση αυτή
μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1917. Σ΄ αυτά τα τρία έτη ο Σουχόν προσπάθησε να το μεταρρυθμίσει.
Προάχθηκε σε αντιναύαρχο και τιμήθηκε με την υψηλότερη στρατιωτική απονομή της Γερμανίας,
στις 29 Οκτωβρίου 1916. Ο Σουχόν επέστρεψε στην Γερμανία το Σεπτέμβριο του 1917 και
ανέλαβε την διοίκηση της 4ης Μοίρας Θωρηκτών του Στόλου Ανοικτών Θαλασσών, κατά την
διάρκεια της επιχείρησης Albion. ↩︎ - «Το Μάρτιο του 1914 τα δύο γερμανικά πλοία έφθαναν στο λιμάνι της Κέρκυρας για να
υποδεχθούν τον Γερμανό αυτοκράτορα και τους Έλληνες βασιλείς που επισκέπτονταν το νησί. Ας
δούμε πως καταγράφει στο ημερολόγιό του το Θωρηκτό “ΑΒΕΡΩΦ” τη συνάντησή του με τα δύο
γερμανικά πλοία. Στο Θ/Κ ΑΒΕΡΩΦ που βρισκόταν αγκυροβολημένο στον όρμο της Κέρκυρας,
επέβαιναν οι Έλληνες βασιλείς με τους πρίγκιπες Νικόλαο και Ειρήνη.
{160940 Κατάπλους εις τον λιμένα Κερκύρας της γερμανικής θαλαμηγού φερούσης το
αυτοκρατορικόν σήμα. Χαιρετισμός δια 21 βολών.
0943 Εχαιρετίσθη η Ελληνική σημαία δια 21 βολών υπό των γερμανικών πλοίων.
1015 Ο Γερμανός Αυτοκράτωρ (Κάιζερ) απέβη εις την ξηράν. Τιμάς απέδωσεν η φρουρά και
η μουσική. Την γερμανικήν μοίραν αποτελούν τα θωρηκτά “GOEBEN” και “BRESLAU”, το
αντιτορπιλικό “SLEIPMER” και η θαλαμηγός “HOHENZOLLERN”}.
Τα δύο γερμανικά πλοία αποτελούσαν τη ναυτική μοίρα της Μεσογείου υπό τον Ναύαρχο Σουχόν
(κατά πολλούς ο μοιραίος άνθρωπος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου) και ναυλοχούσαν στο λιμάνι
της Μεσσήνης της Ιταλίας μέχρι τον Αύγουστο του 1914, οπότε και αναγκάστηκαν να
αποχωρήσουν καθώς η Ιταλία προσχώρησε στο στρατόπεδο της Αντάντ».
Πηγή: https://www.alexpolisonline.com/2018/02/blog-post_0.html ↩︎ - Η Βρετανία κατείχε τον πλήρη έλεγχο των προσβάσεων της Μεσογείου, με βάσεις στην Αίγυπτο,
τη Μάλτα και το Γιβραλτάρ. Ο Στόλος Μεσογείου του Ναυτικού της αποτελείτο από την 2η Μοίρα Καταδρομικών Μάχης με τρία καταδρομικά υπό τον ναύαρχο Μίλνε, [Sir (Archibald) Berkeley Milne: 1855 – 1938], ο οποίος ήταν και ο αρχηγός του Στόλου, την 1η Μοίρα Καταδρομικών με τέσσερα θωρακισμένα καταδρομικά υπό τον υποναύαρχο Τρούμπριτζ, (Sir Ernest Charles Thomas Troubridge: 1862 – 1926), τέσσερα ελαφρά καταδρομικά και μεγάλο αριθμό αντιτορπιλικών. Ο Γαλλικός στόλος της Μεσογείου, με έδρα το λιμάνι της Τουλόν, διέθετε ένα θωρηκτό νέας σχεδίασης Dreadnought, έξι θωρηκτά κλάσεως Danton και πέντε θωρηκτά ξεπερασμένης σχεδίασης. Η Αυστροουγγαρία με βάση το λιμάνι Πόλα της Αδριατικής παράτασσε τρία σύγχρονα θωρηκτά τύπου Dreadnought και τρία θωρηκτά παλαιότερης σχεδίασης. Η σύμμαχός της πλην όμως ουδέτερη Ιταλία διέθετε επίσης τρία Dreadnought και τέσσερα παλαιότερα θωρηκτά και μεγάλο αριθμό μικρότερων σκαφών. Συγκεντρωτικά οι Βρετανοί με τους Γάλλους συγκέντρωναν δεκαοκτώ ισχυρά πλοία έναντι δεκαπέντε των δυνητικών τους αντιπάλων. Η 27η Ιουλίου βρίσκει τον Γαλλικό, τον Ιταλικό και τον Αυστρο-Ουγγρικό στόλο στις βάσεις τους, ενώ η πλειοψηφία των βρετανικών πλοίων ήταν στην Αλεξάνδρεια. ↩︎ - https://paperspast.natlib.govt.nz/newspapers/ESD19180605.2.79?query=war%20declare ↩︎
- Γουλιέλμος Β΄, (1859-1941), βασιλιάς της Πρωσίας και τελευταίος αυτοκράτορας της Γερμανίας,
(1888-1918). ↩︎ - Ο Κάιζερ Γουλιέλμος Β΄ είχε επισκεφθεί την Οθωμανική Αυτοκρατορία το 1889 (συνδυάστηκε με τους βασιλικούς γάμους της αδελφής του Σοφίας στην Αθήνα) και το 1898, όπου δήλωσε ανοιχτά και δημόσια ότι «ο Σουλτάνος και τα 300.000.000 μουσουλμάνων σε όλο τον κόσμο που τον θεωρούν πνευματικό ηγέτη τους μπορούν να είναι βέβαιοι για τη φιλία του Γερμανού Αυτοκράτορα». Ένα από τα κέρδη του Κάιζερ στην πρώτη του επίσκεψη στην Κωνσταντινούπολη, ήταν η άδειακατασκευής και λειτουργίας ενός νέου λιμένα στις εγκαταστάσεις Haidar Pascha, στον ασιατικό τομέα της Κωνσταντινούπολης, που θα γινόταν αργότερα η αφετηρία της σιδηροδρομικής γραμμής της Γερμανίας στη Μικρά Ασία και στη Μέση Ανατολή. Επίσης η Γερμανία απέκτησε την άδειαγια την εκμετάλλευση της εμπορικής διακίνησης και του τελωνείου του λιμένα. ↩︎
- Επισημαίνεται ωστόσο ότι το οθωμανικό ναυτικό παρέμενε αρχικά υπό την επιρροή των
Βρετανών, οι οποίοι είχαν αναλάβει και τον εκσυγχρονισμό του, (αποστολή υπό τον ναύαρχο Α. Η. Limpus: 1863 – 1931). Πριν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, υπήρξαν τρεις βρετανικές ναυτικές
αποστολές στην Οθωμανική Αυτοκρατορία: επικεφαλής των αποστολών ήταν οι ναύαρχοι Douglas Gamble, (Φεβρουάριος 1909 – Μάρτιος 1910), Hugh Pigot Williams, (Απρίλιος 1910 – Απρίλιος 1912) και Arthur Limpus, (Μάιος 1912 – Σεπτέμβριος 1914). Παρά την τεράστια επίσημη εξουσία, με τους επικεφαλής της αποστολής να υπηρετούν ταυτόχρονα ως Διοικητές Στόλου του
Οθωμανικού Ναυτικού, η επιτυχία της αποστολής ήταν περιορισμένη λόγω της πολιτικής
αστάθειας, των φιλο-γερμανικών τάσεων στην ηγεσία των Νεότουρκων και της συμμετοχής των
Οθωμανών στον Ιταλο-Τουρκικό πόλεμο και στους δύο Βαλκανικούς Πολέμους το 1911-1913, που οδήγησαν σε ναυτικές ήττες. ↩︎ - Ο βαρώνος Hans Freiherr von Wangenheim (1859-1915) ήταν Γερμανός διπλωμάτης. Πρέσβης
στην Αθήνα το διάστημα 1909-1912 και στη συνέχεια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία έως τον
αδόκητο θάνατό του, το 1915. Τον διαδέχθηκε o Πρώσος Paul Graf Wolff Metternich zur Gracht
(1853 – 1934), Γερμανός πρέσβης στο Λονδίνο (1901-1912) και στην Κωνσταντινούπολη (1915-
1916), εξέχων αντίπαλος των τουρκικών ενεργειών στην γενοκτονία των Αρμενίων. Έγραψε σε
έκθεσή του προς τον Καγκελάριο Theobald von Bethmann Hollweg στις 10 Ιουλίου 1916: «Κατά
την πραγματοποίηση του σχεδίου τους να επιλύσουν το Αρμενικό Ζήτημα με την καταστροφή της αρμενικής φυλής, η οθωμανική κυβέρνηση δεν σταματά ούτε από τους εκπροσώπους μας ούτε από την κοινή γνώμη της Δύσης». Τον διαδέχθηκε o Dr. Richard von Kühlman και στη συνέχεια για την περίοδο 1917-18, ο Johann Heinrich Graf von Bernstorff (1862 – 1939), πρέσβης στις ΗΠΑ από το 1908 έως το 1917. ↩︎ - Χριστοδουλίδης, (1997, σελ. 542). ↩︎
- Karkazis, J., Vidakis, I. G., Baltos, G. C. and Bayeh, J. N. (2019) “Geo-economics vs Geopolitics: The Baghdad Railway Project and the Spoils of a Perpetual Economic War around Middle East”, Academic Journal of Interdisciplinary Studies, 8(2), σελ. 208-218. Available at: http://archive.sciendo.com/AJIS/ajis.2019.8.issue-2/ajis-2019-0032/ajis-2019-0032.pdf ↩︎
- Χριστοδουλίδης, (1997, σελ. 476). Συνθήκη αμοιβαίας υποστήριξης σε περίπτωση πολέμου με
την Ρωσία, η ισχύς της οποίας έφθανε μέχρι το τέλος του 1918. ↩︎ - Σ΄ αυτό άλλωστε απέβλεπε και η πρόταση των Νεότουρκων για σύναψη Ρωσο-Οθωμανικής συμμαχίας έναντι εδαφικών ανταλλαγμάτων που υπέβαλαν στην Πετρούπολη στις 9 Αυγούστου
1914! ↩︎ - Η Υψηλή Πύλη δεν είχε αναγνωρίσει την προσάρτηση των νησιών του ανατολικού Αιγαίου στην
Ελλάδα μετά την απελευθέρωσή τους κατά τους Βαλκανικούς πολέμους και σκόπευε ν΄ αμφισβητήσει ένοπλα την ελληνική κυριαρχία σ΄ αυτά. ↩︎ - Τα δύο πλοία ήσαν το Sultan Osman Α΄ και το Reşadiye, που μετονομάστηκαν σε HMS Agincourt
και HMS Erin αντίστοιχα. Και τα δύο ήσαν εξαιρετικά ισχυρά πολεμικά, με το πρώτο, ειδικά όσον
αφορούσε στον οπλισμό του να ήταν το ισχυρότερο της εποχής. ↩︎ - Θεωρούμε ότι και από την μετονομασία του Breslau σε Midilli (Μυτιλήνη), επιβεβαιώνεται με σαφή τρόπο η επιθετική κατεύθυνση των Οθωμανών, στην κατάληψη των Ελληνικών νησιών του
Αιγαίου.Τα Yavuz και Midilli συμμετείχαν σε σωρεία επιθετικών και συνοδευτικών ενεργειών κατά
τους επόμενους μήνες. Η δράση τους περιορίστηκε ένα χρόνο αργότερα, μετά την καθέλκυση δύο
ρωσικών θωρηκτών τύπου Dreadnought. To Midilli βυθίστηκε τον Ιανουάριο του 1918 ανοικτά της Λήμνου, όταν εισήλθε με το Yavuz σε ναρκοπέδιο, μετά από εμπλοκή με μοίρα βρετανικών
σκαφών που επιτηρούσαν τα Στενά. To Yavuz υπέστη ζημιές αλλά παρέμεινε ναυαρχίδα του
τουρκικού ναυτικού έως τα μέσα της δεκαετίας του ‘50. ↩︎ - Ο ναύαρχος Milne συνέγραψε το 1921 βιβλίο σχετικά με την καταδίωξη των Goeben και Breslau,
περιγράφοντας την δική του εκδοχή των γεγονότων. Στον πρόλογο του βιβλίου αναγράφει: «AFTER the publication in March, 1920, of the “Official History of the War: Naval Operations, Vol. I.,” by Sir Julian S. Corbett, I represented to the First Lord of the Admiralty that the book contained serious inaccuracies, and made a formal request that the Admiralty should take action in the matter. As the Admiralty did not think proper to accede to my request, I have thought it right to publish the following narrative. A. BERKELEY MILNE. Admiral. January 1921», (βλ. βιβλιογραφία). ↩︎ - Τελικά, το ναυτοδικείο τον αθώωσε βασιζόμενο στο τηλεγράφημα-διαταγή του Ναυαρχείου που
τον απέτρεπε να εμπλακεί εναντίον ισχυρότερων δυνάμεων. ↩︎ - Την 29η Οκτωβρίου του 1914, ο Σουχόν εισήλθε στη Μαύρη Θάλασσα ως επικεφαλής των
(πρώην) γερμανικών σκαφών και άλλων μονάδων του οθωμανικού ναυτικού και επιτέθηκε σε
λιμένες και εγκαταστάσεις, περιορίζοντας τις δυνατότητες του ρωσικού ναυτικού. ↩︎ - Χριστοδουλίδης, (1997, σελ. 438). ↩︎
- Mark Edward Frederic Kerr, (1864 – 1944). Το 1913, διαδέχθηκε τον αντιναύαρχο Lionel Grand
Tufnell, ως επικεφαλής της Βρετανικής Ναυτικής Αποστολής στην Ελλάδα και Γενικός
Επιθεωρητής του ελληνικού στόλου, δεχόμενος απευθείας εντολές από τον Έλληνα υπουργό
Ναυτικών, μια θέση που διατήρησε έως το 1915. Προηγουμένως είχε υπηρετήσει ως ναυτικός
ακόλουθος στην Ιταλία, την Ελλάδα και την Οθωμανική Αυτοκρατορία (1903-1904). Συνεπώς
γνώριζε πολύ καλά το επιχειρησιακό και το ναυτικό περιβάλλον της Ανατολικής Μεσογείου. Στην
αποστολή εντάχθηκαν εκτός του Kerr, δεκαοκτώ Βρετανοί αξιωματικοί, (βλ. αναλυτικότερα,
Fotakis 2005, σελ. 69-79). ↩︎ - Τις βραδινές ώρες της 5ης Αυγούστου ο Γερμανός πρεσβευτής είχε συνάντηση με τον Έλληνα
μονάρχη. ↩︎ - Αυτό είχε αποφασιστεί στο πλαίσιο της αποθεματοποίησης ποσοτήτων άνθρακα, καθόσον θα απαιτούνταν για τον εφοδιασμό των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, σε περίπτωση πολεμικής σύρραξης. ↩︎
- Σε απόφαση του Αρείου Πάγου, (αρ. 1675/2010, Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ) καταγράφεται:
“…Στο μεταξύ στις 11 Αυγούστου 1914 το γερμανικό θωρηκτό «Γκαίμπεν» και το εύδρομο
(ελαφρύ ταχύπλοο) καταδρομικό «Μπρεσλάου» αφού κατόρθωσαν να διαφύγουν από την καταδίωξη ισχυρών αγγλικών και γαλλικών πολεμικών, μπόρεσαν να εισέλθουν έγκαιρα στα Στενά των Δαρδανελλίων και να αγκυροβολήσουν μπροστά στη Κωνσταντινούπολη. Για να μην τα παραδώσουν οι Νεότουρκοι Ταλαάτ, Εμβέρ, Τζεμάλ, … κ.α., που τότε είχαν τον πολιτικό έλεγχο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στο συμμαχικό στόλο της ΑΝΤΑΝΤ που απαιτούσε την άμεση παράδοσή τους, διότι η Τουρκία ήταν τότε σε κατάσταση Ενόπλου Ουδετερότητος, ισχυρίσθηκαν ότι τα αγόρασαν από τους Γερμανούς. Προκειμένου μάλιστα να πείσουν τους Άγγλους – Γάλλους ότι η φημολογούμενη πώληση είχε συντελεστεί πράγματι, μετονόμασαν το μεν θωρηκτό «Γκαίμπεν» σε Σουλτάν Γιαβούζ Σελίμ και το ελαφρύ καταδρομικό «Μπρεσλάου» σε Μιντιλλί (δηλ. Μυτιλήνη), αλλά όμως και τα δύο εξακολουθούσαν να έχουν γερμανικά πληρώματα και να τελούν υπό τις διαταγές του ναυάρχου Φον Ουζεδόμ (Σουχόν). Παρά την σημαντική ενίσχυση του τουρκικού στόλου με τα πολεμικά αυτά, η Τουρκία δίσταζε να εισέλθει στον πόλεμο στο πλευρό των Κεντρικών Αυτοκρατοριών.
Για να δώσει ένα τέλος στην εκκρεμότητα που είχε δημιουργηθεί και στο εντεύθεν αδιέξοδο για τα γερμανικά συμφέροντα, ο ναύαρχος Φον Ουζεδόμ (Σουχόν) όπως ο ίδιος λέει πήρε την απόφαση και την ευθύνη φυσικά να οδηγήσει τα πράγματα σε τέτοιο σημείο από το οποίο να μην μπορεί να υπάρξει για την Τουρκία καμία επιστροφή. Έτσι στις 16 Οκτωβρίου 1914 αφού τέθηκε επικεφαλής του θωρηκτού «Γκαίμπεν» … και του ελαφρού καταδρομικού «Μπρεσλάου» … καθώς επίσης και των τορπιλοβόλων του τουρκικού στόλου που τελούσαν υπό γερμανική διοίκηση, σήκωσαν τις άγκυρες και κατευθύνθηκαν στη Μαύρη θάλασσα (Εύξεινο Πόντο).
Σύντομα ο κόσμος επρόκειτο να μάθει συνταρακτικά νέα: Το θωρηκτό «Γκαίμπεν» βομβάρδισε την Οδησσό και το καταδρομικό «Μπρεσλάου» αποθήκες πετρελαίου στο Νοβοροσίσκ. Δύο ημέρες αργότερα ο Οθωμανός Σουλτάνος Μεχμέτ Ρεσάτ ο Ε΄ είχε στα χέρια του την κήρυξη του πολέμου εκ μέρους της Ρωσίας … Με τον τρόπο αυτό η Οθωμανική Αυτοκρατορία σύρθηκε εκούσα – άκουσα στην Παγκόσμια Σύρραξη, στο πλευρό των Κεντρικών Αυτοκρατοριών.
Μετά την εξέλιξη αυτή η Βρετανία για αντίποινα προσάρτησε οριστικά την Κύπρο, η οποία της είχε εκχωρηθεί από την Τουρκία ως εκδήλωση ευαρέσκειας για την σθεναρή στάση της να εμποδίσει την Ρωσία να διαμελίσει την Οθωμανική Αυτοκρατορία κατά τον Ρωσο-Τουρκικό Πόλεμο των ετών 1877 – 1878. Για να μην υπάρξει καμία αμφιβολία σχετικά με τις ήδη εξωτερικευθείσες προθέσεις τους, τα πολεμικά της Βρετανίας και Γαλλίας βομβάρδισαν με σφοδρότητα τον Οκτώβριο του 1914 τα εξωτερικά οχυρά της εισόδου των Δαρδανελλίων. Παρά την επίδειξη ισχύος εκ μέρους των ναυτικών δυνάμεων της ΑΝΤΑΝΤ, η κατάσταση παρέμεινε στο μέτωπο αυτό στάσιμη. Στις αρχές όμως Ιανουαρίου 1915 οι Ρώσοι ζήτησαν επειγόντως από την Βρετανία να παραβιάσει τα Δαρδανέλλια για να την ανεφοδιάσει με όπλα και πολεμικό υλικό, διότι ευρίσκετο σε δεινή θέση πιεζόμενη από τους Γερμανούς στο ανατολικό ευρωπαϊκό θέατρο πολέμου και από τους Τούρκους στο μέτωπο του Καυκάσου…”.
Πηγές: https://www.alexpolisonline.com/2018/02/blog-post_0.html#ixzz75yzuwP6B
http://www.areiospagos.gr/nomologia/apofaseis_DISPLAY.asp?
cd=SQC57YK3HUUIP2WHM3T31BXKDB5MHC&apof=1675_2010&lang=EN. ↩︎ - Ο Κάιζερ την 4η Αυγούστου, ανήγγειλε μέσω μηνύματος στον βασιλέα Κωνσταντίνο τη
συμμαχία του με τους Οθωμανούς και ότι τα δύο γερμανικά πολεμικά θα ενώνονταν με τον στόλο τους. Σύμφωνα με μαρτυρίες ο Βρετανός Mark Kerr ήταν παρών σ΄ αυτήν την αναγγελία! –
Fotakis, (2005, σελ. 102). ↩︎ - Ο Geoffrey Miller γεννήθηκε στο Σίδνεϋ και μετακόμισε στο Λονδίνο το 1982 για την έρευνά
του σχετικά με τη Βρετανική Ναυτική Ιστορία. Τα πρώτο του βιβλίο με τίτλο: Superior Force,
εκδόθηκε το 1996. Ακολούθησε στα πλαίσια μιας τριλογίας το Straits το 1997 και το The Millstone
το 1999. Επίσης συνέγραψε μια νουβέλα με τίτλο: The Traitor, βασισμένη στο Superior Force. ↩︎ - Fotakis, (2005, σελ.103), ο οποίος αναγράφει ότι ενώ η εξήγηση για τον Κωνσταντίνο είναι
απλή, η εξήγηση για τον Βενιζέλο είναι η παρότρυνση των Οθωμανών στον πόλεμο. ↩︎ - Ωστόσο τα πλοία αυτά δεν αποτελούσαν κατ’ αρχήν κίνδυνο μόνο για την Ελλάδα, διότι η
ύπαρξή τους υπό οποιαδήποτε σημαία γερμανική ή οθωμανική, θα ήταν πλέον μέλημα των
Συμμάχων. ↩︎ - Το ζήτημα είχε ανακινηθεί με συνεχή δημοσιεύματα στον βρετανικό και γαλλικό τύπο εκείνη
την εποχή. ↩︎ - Πράγματι είναι γεγονός αυτή η σύντομη ανταλλαγή πυρών – χωρίς απώλειες και σοβαρές βλάβες. ↩︎