Η ιδιοκτησία αποτελεί αναλυτική κατηγορία, την οποία χρησιμοποιούν συχνά οι παλαιότεροι και σύγχρονοι ιστορικοί για να μελετήσουν τις κοινωνικές σχέσεις. Από τις αρχές ήδη του 20ού αι. οι βυζαντινολόγοι αλλά και οι ιστορικοί της Ύστερης αρχαιότητας, επηρεασμένοι από τον ιστορικό υλισμό και τη λεγόμενη Σχολή των Annales, άρχισαν να μελετούν τις κοινωνικές σχέσεις στη Βυζαντινή αυτοκρατορία διακρίνοντας τη μεγάλη από τη μικρή ιδιοκτησία. Ζητήματα όπως ο «επεκτατισμός» των μεγάλων ιδιοκτησιών κατά την πρωτοβυζαντινή περίοδο, η ενίσχυση της μικρής ελεύθερης ιδιοκτησίας κατά τους 7ο και 8ο αι. καθώς και η επέκταση της αγιορείτικης περιουσίας από το 10ο αι. και εξής έχουν ήδη απασχολήσει την ιστορική έρευνα. Παρά τη στροφή των ερευνητών προς νεότερες θεωρήσεις της Ιστορίας (όπως η λεγόμενη «Ιστορία των συναισθημάτων») ή προς νέα εργαλεία έρευνας (όπως η αποκαλούμενη «Θεωρία των κοινωνικών δικτύων»), το ζήτημα της ιδιοκτησίας στην πρώιμη βυζαντινή περίοδο εξακολουθεί να απασχολεί τους ερευνητές. Aξίζει να αναφέρουμε εδώ ότι τα τελεταία είκοσι χρόνια έχουν εκδοθεί αρκετές μελέτες και άρθρα με θέματα τον αμφιλεγόμενο οικονομικό ορθολογισμό των μεγάλων ιδιοκτησιών (βλ. τις σχετικές μελέτες των J. Banaji και P. Sarris και πρβλ. τον T. M. Hickey) ή την αμφισβητούμενη συμμετοχή των μεγάλων ιδιοκτησιών στην κρατική φορολόγηση (βλ. J. Gascou και πρβλ. P. Sarris). Κατά συνέπεια, υφίστανται ζητήματα που παραμένουν ανοικτά μέχρι σήμερα και περιμένουν τις νεότερες γενιές ιστορικών, οι οποίοι θα καταπιαστούν με αυτά.
Η επαρχία της Αιγύπτου κατέχει ξεχωριστή θέση σε όλες τις μελέτες που ασχολούνται με τη μεγάλη ιδιοκτησία κατά την πρώιμη βυζαντινή περίοδο (4ος – 7ος αι.)1. Αυτό συμβαίνει επειδή οι ανασκαφές έχουν φέρει στο φως πολυάριθμους παπύρους.

Οι πάπυροι, εν αντιθέσει με πολλές άλλες πρωτογενείς πηγές της Αρχαιότητας και του Μεσαίωνα, καταγράφουν με ενάργεια πλήθος δραστηριοτήτων του καθημερινού βίου στην Αίγυπτο (όπως οι αγοραπωλησίες γης ή άλλων αγαθών, τα δάνεια, οι μισθώσεις γης, οι νομικές διαμάχες και η συλλογή φόρων). Μολαταύτα, το πλούσιο αυτό υλικό δεν «προσφέρεται» στους ερευνητές χωρίς κάποιο τίμημα2. Μεγάλο μέρος των παπυρικών κειμένων προέρχεται από τις γαιοκτητικές ελίτ της Αιγύπτου και απηχεί τις δικές τους αντιλήψεις για τη βυζαντινή κοινωνία. Γι᾽αυτό το λόγο, οι ιστορικοί οφείλουν να μελετούν τους παπύρους με κριτική ματιά, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψιν ότι η οπτική της ελίτ της βυζαντινής Αιγύπτου δεν αντανακλά πλήρως την πραγματικότητα των κοινωνικών σχέσεων. Αυτό φυσικά δεν μειώνει την αξία των παπύρων ως ιστορικών πηγών. Μέσα από τη μελέτη τους μπορούμε να παρατηρήσουμε διάφορες δραστηριότητες των γαιοκτημόνων, όπως η εκμετάλλευση της γης, η συντήρηση πλοιαρίων, η τήρηση ιδιωτικών φυλακών, η πώληση κρασιού κ.ά. Οι τελευταίες δραστηριότητες φανερώνουν τη σχέση της μεγάλης ιδιοκτησίας αφενός με τον αυτοκράτορα, τους διοικητικούς μηχανισμούς του κράτους, την Εκκλησία, ακόμα και το στρατό, και αφετέρου με τους εξαρτημένους ή ελεύθερους καλλιεργητές και τους διάφορους τεχνίτες. Έτσι, μπορούμε να σχηματίσουμε μια εικόνα των κοινωνικών σχέσεων της πρώιμης βυζαντινής Αιγύπτου· η εικόνα αυτή μπορεί να αποτελέσει οδηγό για τη μελέτη των κοινωνικών σχέσεων της υπόλοιπης πρώιμης Βυζαντινής αυτοκρατορίας3.


Για τους παραπάνω λόγους θα ήταν χρήσιμη μια συνοπτική εξέταση όσων γνωρίζουμε μέχρι σήμερα για τις μεγάλες ιδιοκτησίες και του ρόλου τους στη βυζαντινή κοινωνία της Αιγύπτου. Θα προχωρήσουμε σταχυολογώντας τις δραστηριότητες της μεγάλης ιδιοκτησίας και θα μελετήσουμε το πώς οι δραστηριότητες αυτές επηρέασαν τις κοινωνικές σχέσεις στη ρωμαϊκή / βυζαντινή Αίγυπτο.
Η μεγάλη ιδιοκτησία στη βυζαντινή Αίγυπτο, αλλά και στην υπόλοιπη αυτοκρατορία, ήταν οργανωμένη σε οίκους, δηλαδή γαιοκτησίες με δικό τους διοικητικό μηχανισμό και δραστηριότητες σε όλους τους παραγωγικούς τομείς. Οι γαιοκτησίες αυτές δεν αποτελούσαν ενιαία γεωγραφική ενότητα, όπως τα ρωμαϊκά λατιφούντια της Ιταλίας, αλλά ήταν διεσπαρμένες στην ύπαιθρο. Οι οίκοι διακρίνονταν σε εκείνους της αυτοκρατορικής οικογένειας (domus divinae, θείοι / δεσποτικοί / δεσποινικοί / βασιλικοί οίκοι, θειότατες οικίες), στους εκκλησιαστικούς (ευαγείς / άγιοι οίκοι) και στους ιδιωτικούς (domus gloriosae, ένδοξοι οίκοι). Οι δραστηριότητες των οίκων συμπεριελάμβαναν την καλλιέργεια της γης, τις μεταφορές, το εμπόριο αλλά και τη συλλογή φόρων, τον δανεισμό, την τήρηση ιδιωτικών σωμάτων ασφάλειας και ιδιωτικών φυλακών. Τις ποικίλες αυτές δραστηριότητες θα εξετάσουμε παρακάτω.
Οι διάφορες μορφές εκμετάλλευσης της γης απαντούν συνεχώς στα παπυρικά κείμενα των οίκων. Στην Αίγυπτο η καλλιέργεια της γης προϋποθέτει την επαρκή άρδευσή της. Έτσι, οι οίκοι πλήρωναν ειδικούς εργάτες, τους λεγόμενους ποταμίτες, για την ανέγερση ιδιωτικών αναχωμάτων καθώς και την κατασκευή κινστερνών. Στα παπυρικά κείμενα που προέρχονται κυρίως από τον ένδοξο οίκο των Απιώνων αλλά και από την Εκκλησία της Οξυρύγχου ή τους θείους οίκους σώζονται πολυάριθμες αποδείξεις εξαρτημάτων για αρδευτικές μηχανές.

Η επένδυση σε τέτοιου τύπου κοστοβόρες μηχανές αποτελούσε μέσο για την αύξηση της καλλιεργούμενης έκτασης και παραγωγικότητας της γης. Οι περιστερώνες, τους οποίους διατηρούσαν και μίσθωναν οι οίκοι, έδιναν το απαραίτητο λίπασμα για τη γη. Οι καλλιέργειες συμπεριελάμβαναν σιτάρι, λαχανικά, φρούτα αλλά και αμπέλια. Τα αμπέλια, σύμφωνα με νεότερη άποψη, αποτελούσαν κερδοφόρα επένδυση, καθώς το παραγόμενο κρασί διοχετευόταν στην αγορά και όχι στο κράτος, όπως συνέβαινε με το σιτάρι4. Η καλλιέργεια της γης γινόταν με τη λεγόμενη αυτουργία, δηλαδή την άμεση καλλιέργεια εκ μέρους του ιδιοκτήτη, ή εμμέσως με μισθώσεις γης. Η αυτουργία συναντάται στους παπύρους του αποκαλούμενου ενδόξου οίκου των Αιώνων και γινόταν δια της πρόσληψης μισθωτών εργατών (κολωνών), οι οποίοι αναλάμβαναν διάφορες εργασίες προετοιμασίας, άρδευσης και καλλιέργειας της γης. Από τους παπύρους των Απιώνων προκύπτει ότι ο ένδοξος οίκος δεν διαχειριζόταν μόνο τις δικές του γαίες αλλά και αυτές των θείων οίκων. Ο συνήθης τρόπος καλλιέργειας των γαιών που ανήκαν στους θείους και στους ευαγείς οίκους ήταν οι μισθώσεις γης. Οι καλλιεργητές υπό το βάρος της φορολογίας παραχωρούσαν τις γαίες τους στον αυτοκράτορα και στην Εκκλησία και έπειτα τις καλλιεργούσαν με παρατεταμένες χρονικά μισθώσεις, όπως η αποκαλούμενη εμφύτευση5. Οι πληροφορίες των παπύρων δεν επέτρεψαν στους ερευνητές να καταλήξουν σε ασφαλή συμπεράσματα για τα είδη εργασίας στους οίκους. Ορισμένοι ερευνητές θεωρούν πως η καλλιέργεια της γης με μισθωτή εργασία κέρδιζε έδαφος έναντι της μίσθωσης γης. Ωστόσο, υπάρχουν και εκείνοι που θεωρούν πως οι μισθώσεις γης ήταν ο βασικός τρόπος καλλιέργειας της γης6. Η συγκεκριμένη διαφωνία των μελετητών συνδέεται με τις διαφορετικές απόψεις που έχουν διατυπωθεί σχετικά με τον εικαζόμενο οικονομικό ορθολογισμό των οίκων.
Οι μεγάλες ιδιοκτησίες εμπλέκονταν και σε άλλες οικονομικές δραστηριότητες. Ο οίκος των Απιώνων διατηρούσε λ.χ. λουτρά είτε προς χρήση του διοικητικού προσωπικού είτε με εμπορικό χαρακτήρα. O οίκος της Ερμούπολης και ο οίκος των Απιώνων διέθεταν επίσης ελαιοτριβεία, τα οποία ενοικίαζαν στους καλλιεργητές τους. Ακόμα, από τους παπύρους των οίκων πληροφορούμαστε για την ενοικίαση ιδιωτικών μύλων στους κατοίκους χωριών. Ο οίκος του στρατηγού Θεοδοσάκιου εκμίσθωνε στην Αρσινόη μια κατοικία (ενδεχομένως και εργαστήριο) σε έναν κρεοπώλη – μάγειρα. Οι ένδοξοι αλλά και οι ευαγείς οίκοι εκμίσθωναν εργαστήρια, οικίες, ακόμη και δωμάτια7.
Οι οίκοι ενδεχομένως χρησιμοποιούσαν κάποιο είδος ιδιόκτητου δικτύου μεταφορών, παρόμοιο με τον κρατικό cursus publicus, αν και αυτή η άποψη έχει αμφισβητηθεί8. Ορισμένοι ερευνητές αναφέρουν πως οι μεγάλες ιδιοκτησίες, ακόμα και οι οίκοι της Εκκλησίας, συντηρούσαν πλοιάρια και σταύλους με άλογα για τις μεταφορές προσωπικού και αγαθών. Τα συγκεκριμένα μέσα μπορούσαν να επιταχθούν από το κράτος για τη μεταφορά της κρατικής υπαλληλίας ή της λεγόμενης αννόνας (= φόρος σε είδος επί της αγροτικής παραγωγής). Αυτό οδήγησε τη νεότερη έρευνα σε διαφορετικά συμπεράσματα. Έτσι, έχει αμφισβητηθεί η παλαιότερη άποψη περί ιδιωτικών μεταφορών. Αυτό δείχνει πως οι οίκοι ενδεχομένως να μην ιδιοποιούνταν κρατικές λειτουργίες, όπως ο cursus publicus, αλλά να επιβαρύνονταν με αυτές υποτασσόμενοι στη βούληση του κράτους. Το ζήτημα αυτό, των σχέσεων δηλαδή μεγάλων ιδιοκτησιών και κράτους, θα αναδειχθεί παρακάτω.

Ο οίκος των Απιώνων, αλλά πιθανότατα και οι άλλοι ένδοξοι οίκοι, δάνειζαν μικρά ή μεγαλύτερα ποσά σε καλλιεργητές9. Όπως αναφέρεται σε πάπυρο του 6ου αι., ένας καλλιεργητής των Απιώνων είχε δανειστεί από τον ένδοξο οίκο 15 χρυσά νομίσματα, ένα μεγάλο ποσό, για να αντικαταστήσει το κοπάδι του, το οποίο είχε πεθάνει. Σε κάποια άλλη περίπτωση, ο Αυρήλιος Πτολλίων, καλλιεργητής των Απιώνων, είχε δανειστεί από τον οίκο 2 χρυσά νομίσματα υποθηκεύοντας όλες τις κτήσεις του. Ο δανεισμός με σκοπό το κέρδος φαίνεται πως δεν ήταν μόνο δικαίωμα των κοσμικών. Το ευαγές μοναστήρι του πατέρα Ιέρακα, το οποίο βρισκόταν στη Δυτική Έρημο και κοντά στην πόλη της Οξυρύγχου, είχε δανείσει σε εύπορο κάτοικο της Οξυρύγχου, τον «λαμπρᾶς μνήμης» Διογένη, το μεγάλο ποσό των 130 χρυσών νομισμάτων με τόκο ζητώντας παράλληλα ως υποθήκη ορισμένα από τα υπάρχοντα του Διογένη. Το πλέον αξιοσημείωτο όμως είναι ότι ο Διογένης είχε ήδη υποθηκεύσει όλα τα υπάρχοντά του στον οίκο των Απιώνων. Έτσι, το μοναστήρι δεν μπορούσε να ιδιοποιηθεί το υποθηκευμένο μέρος της περιουσίας του Διογένη. Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι ο δανεισμός προσέφερε ευκαιρίες στους οίκους για να αυξήσουν την περιουσία τους τόσο εις βάρος των απλών καλλιεργητών όσο και εις βάρος άλλων γαιοκτημόνων.
Οι ποικίλες δραστηριότητες των οίκων πιθανότατα να μην μπορούσαν να λαμβάνουν χώρα χωρίς την τήρηση των κανόνων που ρύθμιζαν τις κοινωνικές σχέσεις. Στο σημείο αυτό η συμβολή του κράτους θα ήταν αυτή που θα εξασφάλιζε την ευταξία. Εντούτοις, οι οίκοι ενδέχεται να αξιοποιούσαν τον κρατικό στρατό για δικό τους όφελος (π.χ. στη συλλογή φόρων ή χρεών, για την επιβολή της τάξης στην ύπαιθρο ή ακόμη και ως μέσο εκφοβισμού)10. Σε λογαριασμούς εσόδων – εξόδων του οίκου των Απιώνων καταγράφονται πληρωμές προς διάφορα στρατιωτικά σώματα. Ένα χαρακτηριστικό στρατιωτικό σώμα, το οποίο απαντά στους παπύρους, είναι εκείνο των λεγόμενων βουκελλαρίων, οι οποίοι είχαν λάβει την ονομασία τους από τη γαλέτα (bucella) που τους παρείχε o εργοδότης τους (ιδιώτης ή το κράτος). Σε κάποια αναφερόμενη παραδοχή χρέους του 6ου ή 7ου αι. ο συντάκτης του παπύρου Ιωάννης αναγνωρίζει ότι χρωστάει 12 κεράτια «τῷ κυρ(ίῳ) Βίκτορι στρατι(ώτῃ) τῆς ἁγίας ἐκκλησίας Ἑρμουπόλεως». Αυτός ο πάπυρος, ο οποίος αποτελεί τη μοναδική γνωστή αναφορά σε στρατιώτες εκκλησίας, δεν τεκμηριώνει βέβαια αλλά αποτελεί ένδειξη για τη χρησιμοποίηση στρατιωτών από την Εκκλησία. Οι ερευνητές έχουν διατυπώσει διαφορετικές απόψεις για το ζήτημα των «ιδιωτικών» σωμάτων ασφάλειας. Αρχικά, η έρευνα είδε στα σώματα αυτά ιδιωτικές φρουρές, οι οποίες εξυπηρετούσαν μόνο τα συμφέροντα του μεγαλογαιοκτήμονα. Νεότεροι ιστορικοί, όπως ο J. Gascou, ανέτρεψαν την άποψη αυτή, καθώς θεώρησαν πως τα στρατιωτικά σώματα που βρίσκονταν στη διάθεση του οίκου των Απιώνων δεν αποτελούσαν καθαυτό ιδιωτική φρουρά του οίκου αλλά κρατική φρουρά, την οποία συντηρούσαν οι Απίωνες για λογαριασμό του κράτους.
The Oxyrhynchus Papyri | Early Christian Manuscripts
Υπάρχουν όμως αρκετά δεδομένα των παπύρων σχετικά με τις «ιδιωτικές» φρουρές, τα οποία δεν έχουν αξιοποιεί επαρκώς, και επίσης δεν έχουν αξιοποιηθεί σε συνδυασμό με τα νομικά κείμενα της πρώιμης βυζαντινής περιόδου. Οι νόμοι των αυτοκρατόρων Λέοντος Α´ (457-474) και Ιουστινιανού Α´ (527-565), οι οποίοι στηλιτεύουν και απαγορεύουν τη χρήση των ιδιωτικών στρατιωτικών σωμάτων από τους γαιοκτήμονες, επιτρέπουν νέες αναγνώσεις των παπυρικών κειμένων11. Έτσι, η πλέον σύγχρονη άποψη δέχεται μεν ότι δεν υπήρχαν ιδιωτικοί στρατοί, με τη στενή έννοια του όρου «ιδιωτικός», αλλά τεκμηριώνει επίσης ότι οι κρατικές φρουρές, οι οποίες για μεγάλα χρονικά διαστήματα δεν είχαν αντικείμενο εργασίας, βρίσκονταν ενίοτε στην υπηρεσία των γαιοκτημόνων της Αίγυπτου. Η αξιοποίηση του κρατικού στρατιωτικού μηχανισμού από ιδιώτες και η ανεπάρκεια του κράτους να καταπολεμήσει τέτοιες πρακτικές αποτελούν ενδείξεις για την εικαζόμενη από την έρευνα διαμάχη μεταξύ της μεγάλης ιδιοκτησίας και του αυτοκράτορα.

Με το ζήτημα των «ιδιωτικών» φρουρών των οίκων συνδέεται στενά το ζήτημα των «ιδιωτικών» φυλακών. Στην περίπτωση αυτή, όπως και με τις «ιδιωτικές» φρουρές, οι ερευνητές έχουν διατυπώσει διαφορετικές απόψεις12. Στα παπυρικά κείμενα απαντούν οι όροι «φυλακαὶ» και «δεσμωτήρια» διαφόρων ενδόξων οίκων, όπως αυτού των Απιώνων, της Φλαβίας Αναστασίας, του Ανιανού, ακόμα και μια φυλακή του νοσοκομείου της εκκλησίας της Οξυρύγχου. Μάλιστα, αν και αρκετοί ερευνητές δέχονται την ύπαρξη των ιδιωτικών φυλακών, υπάρχουν ορισμένες αντιρρήσεις σχετικά με τον χαρακτήρα των φυλακών αυτών. Όπως και στην περίπτωση των «ιδιωτικών» φρουρών, ο J. Gascou
θεωρεί πως το κράτος επέβαλε υπό τη μορφή φορολογίας στους οίκους τη συντήρηση και τη διατήρηση των φυλακών που αναφέρονται στους παπύρους. Οι φυλακές δέχονταν όσους δεν μπορούσαν να αποπληρώσουν τα χρέη τους, ληστές, δολοφόνους ακόμα και συγγενείς υπηκόων οι οποίοι είχαν παρανομήσει. Οι έγκλειστοι όμως, για τους οποίους πρέπει να γίνει ξεχωριστή μνεία, ήταν οι ίδιοι οι καλλιεργητές των οίκων. Οι κολωνοί των μεγάλων γαιοκτημόνων, όταν δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους, εγκατέλειπαν τη γη του γαιοκτήμονα και συνήθως κατέφευγαν στις κτήσεις άλλων, ακόμα και στους θείους οίκους, καθώς θεωρούσαν πως εκεί θα εύρισκαν καλύτερες συνθήκες εργασίας.
Οι μεγάλες ιδιοκτησίες είχαν εμπλακεί και στη διαδικασία είσπραξης των φόρων13. Οι οίκοι είχαν αποκτήσει το αυτόπρακτο σχήμα δηλαδή το δικαίωμα να συλλέγουν μόνοι τους χωρίς την παρέμβαση των φορολογικών υπαλλήλων τους φόρους που τους αναλογούσαν14. Ακόμα, ήταν υπεύθυνοι για την πληρωμή των φόρων των μισθωτών καλλιεργητών τους. Αυτή η πρακτική απαντά πολλές φορές σε έγγραφα των Απιώνων αλλά απαντά και σε εκκλησιαστικά έγγραφα. Οι μισθωτές της εκκλησίας της Οξυρύγχου «δημόσια συντελοῦσιν ἁγιωτάτωι πατρί», δηλαδή κατέβαλαν τους κρατικούς φόρους που τους αναλογούσαν στην Εκκλησία. Σε μια απόδειξη παραλαβής χρημάτων ο οικονόμος της εκκλησίας της Αφροδιτώς βεβαιώνει ότι παρέλαβε από τον καλλιεργητή ενός κτήματος που ανήκε στην εκκλησία το ενοίκιο και «τῇ τρίτῃ καταβολῇ τῶν δημοσίων κανόνος τεσσερακαι[δεκ](άτης) [ινδ(ικτίονος)] ». Οι Απίωνες, εκτός από τους δικούς τους φόρους και αυτούς των καλλιεργητών τους, φαίνεται πως εισέπρατταν και τους φόρους ελεύθερων μικροϊδιοκτητών. Τα μέλη της οικογένειας των Απιώνων είχαν διατελέσει για μεγάλο διάστημα πάγαρχοι δηλαδή διοικητές της υπαίθρου και είχαν φοροεισπρακτικές αρμοδιότητες επί των μικροϊδιοκτητών15. Η δυνατότητα των οίκων να συλλέγουν τους δικούς τους φόρους (αυτόπρακτον σχήμα), τους φόρους των καλλιεργητών τους αλλά και τους φόρους άλλων μικροϊδιοκτητών αποτελεί, σύμφωνα με ορισμένους ερευνητές, ένδειξη για την υπονόμευση της κρατικής εξουσίας. Υπάρχει και στην περίπτωση αυτή, όπως και με το ζήτημα των «ιδιωτικών» φρουρών, ο αντίλογος, ο οποίος βλέπει τους οίκους ως εντολοδόχους του κράτους και όχι ως σφετεριστές των λειτουργιών του16. Οι γαιοκτήμονες, είτε επρόκειτο για το αυτοκρατορικό ζεύγος είτε για ιδιώτες είτε για την Εκκλησία, δεν απασχολούνταν με τη διαχείριση της περιουσίας τους. Αυτό αποτελούσε έργο ενός οργανωμένου διοικητικού μηχανισμού. Ως παραδείγματα για την οργάνωση των οίκων λαμβάνουμε υπόψιν τον ένδοξο οίκο των Απιώνων και τους θείους οίκους, καθώς μόνο τα έγγραφα αυτών των δύο οίκων σώζονται σε ικανοποιητικό αριθμό17.

Στους ενδόξους οίκους αρμόδιος για τη διαχείριση της περιουσίας ήταν ο αντιπρόσωπος του ιδιοκτήτη, ο οποίος απαντά στους παπύρους ως αντιγεούχος και οι υφιστάμενοί του στις κατά τόπους περιφέρειες (χαρτουλάριοι – διοικητές). O αντιγεούχος ήταν υπεύθυνος για οικονομικά ζητήματα, όπως η αποστολή των φόρων στην Αλεξάνδρεια, η εποπτεία των λογιστικών εργασιών και η διενέργεια πληρωμών. Ακόμα, ήταν η ανώτατη αρχή για την επίλυση διαφορών. Σε πάπυρο του 6ου ή 7ου αι. ο αντιγεούχος Βίκτωρ ενημερώνει τον υφιστάμενό του Γεώργιο ότι είχε τοποθετήσει φρουρό στην κώμη Πινύρι για την προστασία της από τις επιδρομές παρακείμενων κωμών. Οι χαρτουλάριοι – διοικητές είχαν διοικητικές αρμοδιότητες σχετικές με την αγροτική και βιοτεχνική παραγωγή, όπως η αντικατάσταση εξαρτημάτων μηχανών, η προμήθεια υλικών και εργατικού προσωπικού. Στο έργο τους οι χαρτουλάριοι – διοικητές είχαν την επικουρία διαφόρων υφισταμένων τους. Αυτοί ήταν οι χαρτουλάριοι, οι τραπεζίτες (δηλαδή ταμίες), οι εμβολάτορες (υπεύθυνοι για την μεταφορά του σιταριού) και οι οινοχειριστές. Τις περιουσίες του οίκου στις πόλεις διαχειρίζονταν οι ενοικιολόγοι ενώ στην ύπαιθρο οι προνοητές. Η περιουσία των Απιώνων στην ύπαιθρο ήταν διασκορπισμένη σε τέσσερις αιγυπτιακές νομές και διαιρούνταν σε μεγάλες περιφέρειες, τις διοικήσεις, και μικρότερες, τις προστασίες ή προνοησίες. Οι προνοησίες των Απιώνων αποτελούνταν από ευάριθμα εποίκια και κτήματα. Τα εποίκια ήταν αυτοτελείς οικισμοί με οικίες, όπου διέμεναν οι καλλιεργητές και διάφοροι εργάτες των οίκων, με αγροτικές μηχανές, διάφορα εργαστήρια, όπως αρτοποιεία, ακόμη και εκκλησίες. Γύρω από τα εποίκια υπήρχαν τα λεγόμενα κτήματα, δηλαδή οι καλλιεργούμενες γαίες. Οι προνοητές ήταν υπεύθυνοι για τη συλλογή φόρων και ενοικίων, για την παράδοση του σιταριού στα πλοιάρια του οίκου, για τις πληρωμές μισθών σε εργάτες, για τις προμήθειες των κτημάτων, για την τήρηση λογαριασμών εσόδων εξόδων κ.ά. Στο σημείο αυτό είναι χρήσιμο να αναφέρουμε ότι οι ποικίλες δραστηριότητες των οίκων, οι οποίες αναφέρθηκαν παραπάνω, απαντούν σε αυτούς τους λογαριασμούς των προνοητών. Οι ερευνητές έχουν μελετήσει επισταμένως τους λογαριασμούς των προνοητών και θεωρούν πως ο οίκος των Απιώνων τηρούσε μεν σχολαστικούς λογαριασμούς εσόδων – εξόδων, αλλά δεν είχε ενσωματώσει τα δεδομένα αυτά σε κάποιο συνολικό σχέδιο βέλτιστης διαχείρισης των δραστηριοτήτων του18.

Οι θείοι οίκοι, σύμφωνα με τις πληροφορίες των παπυρικών κειμένων, διέθεταν ιεραρχημένο διοικητικό μηχανισμό· ωστόσο, δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε με βεβαιότητα τις αρμοδιότητες των διαχειριστών και των υπαλλήλων τους19. Η περιουσία των θείων οίκων στην ύπαιθρο ήταν χωρισμένη, όπως και στην περίπτωση των Απιώνων, σε διοικήσεις και σε προστασίες / προνοησίες. Υπεύθυνοι για τη διαχείριση του εκάστοτε οίκου, που ανήκε σε μέλος της αυτοκρατορικής οικογένειας, και ανώτεροι στην ιεραρχία των θείων οίκων ήταν οι κουράτορες. Στους παπύρους δίπλα στον όρο «κουράτωρ» απαντούν τα επίθετα ενδοξότατος και μεγαλοπρεπέστατος. Αυτά δείχνουν ότι οι κουράτορες είχαν πιθανότατα υπηρετήσει στη δημόσια διοίκηση και έχαιραν της εμπιστοσύνης του αυτοκράτορα. Υπό τη διαχείριση των κουρατόρων βρίσκονταν όλες οι κτήσεις του εκάστοτε οίκου σε περισσότερες της μιας επαρχίες της Αιγύπτου. Μετά τους κουράτορες στην ιεραρχία των θείων οίκων έπονταν οι φροντίζοντες ή φροντιστές. Με βάση τα παπυρικά κείμενα, οι φροντίζοντες κατείχαν το αξίωμα του δούκα και όσον αφορά τους οίκους διέθεταν ως περιοχές ευθύνης τις επαρχίες της Αιγύπτου. Σε πάπυρο του 6ου αι. ο δουξ και αυγουστάλιος Φλάβιος Θεόδωρος διατελούσε φροντιστής του οίκου της αυτοκράτειρας Θεοδώρας. Ο Αθανάσιος, δουξ Θηβαΐδος επί Ιουστινιανού Α´, πιθανότατα διαχειριζόταν τον οίκο του αυτοκράτορα στην ανωτέρω περιοχή. Στις αρμοδιότητες των φροντιστών, οι οποίες δεν είναι σαφείς στους παπύρους, συμπεριλαμβανόταν η εξέταση των αναφορών των υφισταμένων τους και η διενέργεια δωρεών. Διαχειριστές της περιουσίας των θείων οίκων στις αιγυπτιακές νομές ήταν οι διοικητές ή διοικούντες. Οι διοικητές παραλάμβαναν τους φόρους από τους υφισταμένους τους προνοητές, αναλάμβαναν τη διαιτησία σε εσωτερικές διαμάχες που αφορούσαν τους οίκους και φρόντιζαν για τον εφοδιασμό του στρατού. Οι προνοητές, τους οποίους συναντήσαμε και στον οίκο των Απιώνων, ήταν οι διαχειριστές των θείων οίκων σε τοπικό επίπεδο, στις προνοησίες, στα κτήματα και στα εποίκια. Ήταν υπεύθυνοι για τη συλλογή και την παράδοση των φόρων της περιφέρειάς τους και για την οργάνωση της καλλιέργειας της γης. Ο διοικητικός μηχανισμός των θείων οίκων παρουσιάζει ορισμένες ομοιότητες με αυτόν των Απιώνων αλλά, όπως και αυτός των τελευταίων, δεν θεωρείται αντιπροσωπευτικός των υπολοίπων ενδόξων ή ευαγών οίκων. Όσον αφορά αυτές τις δύο τελευταίες κατηγορίες, οι πληροφορίες που διαθέτουμε από τους παπύρους δεν αρκούν για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων.
Όπως προκύπτει από τη μελέτη των παπύρων των ενδόξων, των θείων και των ευαγών οίκων, η μεγάλη ιδιοκτησία στη βυζαντινή Αίγυπτο είχε αναπτύξει ποικίλες δραστηριότητες και συντηρούσε έναν ιεραρχημένο διοικητικό μηχανισμό. Αυτά τα δεδομένα, τα οποία κοπιωδώς συνέλεξαν οι ερευνητές, πρέπει να συσχετιστούν με τις κοινωνικές σχέσεις της βυζαντινής Αιγύπτου. Το υπό εξέταση ζήτημα επομένως είναι ο ρόλος των ιδιοκτησιών αυτών στη βυζαντινή κοινωνία. Μάλιστα, το θέμα αυτό παραμένει ανοικτό μέχρι σήμερα, καθώς οι ερευνητές εξακολουθούν να διαφωνούν για τον ιδιωτικό ή δημόσιο χαρακτήρα των οίκων και για τις σχέσεις τους με το κράτος.

Μέχρι τα μέσα του 20ού αι. οι ιστορικοί της ύστερης Αρχαιότητας και της πρώιμης βυζαντινής περιόδου συνέδεαν τους οίκους με τον λεγόμενο «εκφεουδαρχισμό» της βυζαντινής Αιγύπτου. Η μεγάλη ιδιοκτησία είχε συμβάλει στην αποδιοργάνωση του οικονομικού συστήματος, στη δημιουργία του θεσμού της δουλοπαροικίας και στη δραματική μείωση του βιοτικού επιπέδου. Ο ένδοξος οίκος των Απιώνων διέθετε δικό του στρατό, δικές του φυλακές και εσωτερικό διοικητικό μηχανισμό, ο οποίος σε πολλές λειτουργίες του (π.χ. το ταχυδρομείο ή η είσπραξη των φόρων) αντικαθιστούσε τον κρατικό.
Η μετέπειτα έρευνα αμφισβήτησε την άποψη περί «εκφεουδαρχισμού» της βυζαντινής κοινωνίας. Ο R. Rémondon και κυρίως ο J. Gascou θεώρησαν ότι η λειτουργία των μεγάλων ιδιοκτησιών της Αιγύπτου εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό από την κρατική «διάθεση». Το κράτος εκχωρούσε συγκεκριμένες αρμοδιότητες στους οίκους, όπως η συντήρηση του στρατού ή του ταχυδρομείου και η είσπραξη των φόρων. Τις αρμοδιότητες αυτές μπορούσε ο αυτοκράτορας να τις ανακαλέσει και να τις εκχωρήσει σε άλλους ιδιοκτήτες – διαχειριστές.
Όπως αναφέρθηκε κατά την παρουσίαση των επιμέρους δραστηριοτήτων των οίκων, οι απόψεις των ερευνητών παρουσιάζουν σημαντικές διαφοροποιήσεις πάνω σε βασικά ζητήματα. Αυτά είναι (α) ο τρόπος εκμετάλλευσης της γης (μισθωτή εργασία ή μισθώσεις γης), (β) η εικαζόμενη «ιδιωτικοποίηση» του ταχυδρομείου, των στρατιωτικών φρουρών και των φυλακών, (γ) η συμμετοχή των οίκων στην είσπραξη των φόρων και (δ) ο βαθμός οικονομικού εξορθολογισμού των οίκων. Έτσι, οι ερευνητές ακολούθησαν δύο διαφορετικές κατευθύνσεις. Υπάρχουν εκείνοι που βλέπουν τους οίκους ως ορθολογικά οργανωμένες επιχειρήσεις με πληθώρα μισθωτού εργατικού δυναμικού και με σκοπό το ιδιωτικό κέρδος. Έτσι, θεωρούν ότι οι οίκοι συνέβαλαν στην «ιδιωτικοποίηση» βασικών κρατικών λειτουργιών και αποφεύγοντας τις φορολογικές τους υποχρεώσεις υπονόμευσαν τα θεμέλια της αυτοκρατορίας. Υπάρχουν ωστόσο και οι ερευνητές που θεωρούν ότι οι οίκοι αντλούσαν τα εισοδήματά τους από τις μισθώσεις γης, ήταν προσανατολισμένοι στη δική τους αυτάρκεια και «συνεργάζονταν» με το κράτος, το οποίο τους παραχωρούσε ανακλητές κρατικές λειτουργίες. Οι διαφορετικές αυτές ερμηνείες των πηγών -κυρίως των παπύρων- αφορούν μεν στους οίκους της Αιγύπτου αλλά έχουν ως κεντρικό αντικείμενο μελέτης τον ένδοξο οίκο των Απιώνων. Εντούτοις, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε, εάν οι Απίωνες αποτελούσαν αντιπροσωπευτικό παράδειγμα των υπολοίπων οίκων της Αιγύπτου, πόσο μάλλον των μεγάλων ιδιοκτησιών της υπόλοιπης αυτοκρατορίας. Η συνεχιζόμενη έκδοση νέων παπυρικών κειμένων ενδέχεται να οδηγήσει τους σύγχρονους και μελλοντικούς ιστορικούς στην επίλυση των παραπάνω ζητημάτων.
Oxyrhynchus Papyri Project | Conserving and preserving ancient Egypt
Ενδεικτική Βιβλιογραφία

Σημειώσεις
- Για τα χρονολογικά πλαίσια της βυζ. Αιγύπτου, βλ. Bagnall (επιμ.), Egypt in the Byz. World, Introduction. – Gascou, Βυζ. Αίγυπτος 497. ↩︎
- Bagnall, Egypt in L. Antiquity 4 κ.ε. ↩︎
- Για τον σημαίνοντα ρόλο της επαρχίας της Αιγύπτου στην υπόλοιπη αυτοκρατορία βλ. Sarris,
Economy and Society 10 κ.ε. ↩︎ - Hickey, Wine, Wealth 29, 146 κ.ε. ↩︎
- Wipszycka, Ressources 36. ↩︎
- Banaji, Agrarian Change 190 κ.ε. – Sarris, Economy and Society 38, 42, 48, 91. Πρβλ. Gascou, Grands domaines 9 κ.ε. – Hickey, Wine, Wealth 64, 67 κ.ε. ↩︎
- Wipszycka, Ressources 57 κ.ε. ↩︎
- Hardy, Large Estates 106 κ.ε. – Wilcken, Grundzüge 374. Πρβλ. Gascou, Grands domaines 53-59. ↩︎
- Hardy, Large Estates 99. ↩︎
- Sarris, Economy and Society 162 κ.ε. ↩︎
- Sarris, Economy and Society 168 κ.ε. ↩︎
- Hardy, Large Estates 67 κ.ε. Πρβλ. Gascou, Grands domaines 24-26. ↩︎
- Hardy, Large Estates 50 κ.ε. ↩︎
- Καραγιαννόπουλος, Λεξικό, λ. αὐτόπρακτον σχῆμα. ↩︎
- Sarris, Economy and Society 80. ↩︎
- Gascou, Grands domaines 49-51. – Sarris, Economy and Society 157. ↩︎
- Η έρευνα έχει αμφισβητήσει τη δυνατότητα να χρησιμοποιηθεί ο οίκος των Απιώνων ως αντιπροσωπευτικό παράδειγμα όλων των οίκων της Αιγύπτου. ↩︎
- Hickey, Wine, Wealth 68. Πρβλ. Sarris, Economy and Society 29 κ.ε. ↩︎
- Azzarello, Domus divina 9. ↩︎