Τα “σκονισμένα” Βαλκάνια του Lawrence Durrell

Ενθυμούμενος τα χρόνια που πέρασε στο Βελιγράδι, από το 1949 έως και το 1953, όταν διετέλεσε ακόλουθος Τύπου της βρετανικής Πρεσβείας, ο Lawrence Durrell χαρακτήρισε τη χώρα στην οποία βρέθηκε «ένα απερίγραπτο μέρος γεμάτο απερίγραπτους ανθρώπους».

Η σουηδική Ακαδημία φυλάσσει τα αρχεία της μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα για πενήντα ολόκληρα χρόνια. Ως εκ τούτου, τα έγγραφα αυτά γίνονται προσβάσιμα μόνο μετά από μισό αιώνα. Συνεπώς, η εικόνα που είχαμε για το Νόμπελ Λογοτεχνίας που απονεμήθηκε στον Ivo Andrić (1961) αποκαταστάθηκε πλήρως μόλις το 2011. Τότε οι ιστορικοί είχαν την ευκαιρία να ρίξουν μια ματιά πίσω από τις κουρτίνες του παρελθόντος, να ανακαλύψουν τις λεπτομέρειες της εκλογικής διαδικασίας, αλλά και να πειστούν για άλλη μια φορά πως η διπλωματία και η υψηλή πολιτική δεν απουσιάζουν ποτέ από τέτοιου είδους γεγονότα.

Αποκαλύφθηκαν, επίσης, και τα ονόματα των υπολοίπων συγγραφέων που συνδιεκδικούσαν μαζί με τον Ivo Andrić το βραβείο εκείνης τη χρονιάς. Ένας εξ αυτών ήταν ο Lawrence Durrell. Θα ήταν αδύνατο να μην παρατηρήσει κανείς ότι και οι δύο κορυφαίοι δεξιοτέχνες του λόγου αφιέρωσαν τα αριστουργήματά τους, Το γεφύρι του Δρίνου και το Αλεξανδρινό Κουαρτέτο, σε περιοχές τις οποίες περιέγραψαν μέσα από τις διαφορετικές προοπτικές του χρόνου (Andrić) και των προσώπων (Durrell).

Ο Durrell μεταφράστηκε και διαβάστηκε εκτενώς στη Γιουγκοσλαβία και μετέπειτα στη Σερβία. Τα μυθιστορήματά του για την Αλεξάνδρεια και την Αβινιόν, όπως και τα ταξιδιωτικά οδοιπορικά του για την Κύπρο, τη Ρόδο, την Κέρκυρα και τη Σικελία είχαν και έχουν ακόμα το πιστό αναγνωστικό τους κοινό. Η δημοτικότητά του δεν πηγάζει μόνο από το γοητευτικό του ύφος, που είναι ζωηρό αλλά όχι εξεζητημένο, αλλά και από τη βιογραφία του, όπως αυτή αποτυπώνεται μέσα στο λογοτεχνικό του έργο. Ο Durrell ξεκίνησε το Αλεξανδρινό Κουαρτέτο με την υπόμνηση: «Οι χαρακτήρες αυτού του μυθιστορήματος και η προσωπικότητα του ίδιου του αφηγητή είναι φανταστικοί και δεν φέρουν ουδεμία ομοιότητα με υπαρκτά πρόσωπα». Ποτέ δεν προσπάθησε, ωστόσο, να πείσει πραγματικά τους αναγνώστες του γι΄ αυτό.

Ο Lawrence George Durrell γεννήθηκε το 1912 στις Βρετανικές Ινδίες. Ως είθισται, σε ηλικία έντεκα ετών τον έστειλαν πίσω στην Αγγλία για σπουδές. Στα μάτια του όμως δεν επρόκειτο για μια επιστροφή στην πατρίδα. Το αγόρι που μιλούσε ινδικά δεν μπορούσε να προσαρμοστεί στην αυστηρά δομημένη ζωή του οικοτροφείου. Ποτέ του δεν κατάφερε να μπει σε κάποιο πανεπιστήμιο. Στα πρώτα του μυθιστορήματα και σε επιστολές του σε φίλους έκανε λόγο για τον «αγγλικό θάνατο». Περιφρονούσε το κλίμα. Δεν εντάχθηκε στο κοινωνικό σύνολο. Έγραφε: «Ο αγγλικός τρόπος ζωής είναι σαν νεκροψία». Ζητούσε επίμονα από τη μητέρα και τη σύζυγό του, την πρώτη εκ των τεσσάρων, να μετακομίσουν στην Ελλάδα. Εγκαταστάθηκαν όλοι μαζί στην Κέρκυρα το 1935. Αυτή η περίοδος της ζωής του είναι γνωστή κυρίως μέσα από το βιβλίο του αδελφού του, Gerald Durrell, «Η οικογένειά μου και άλλα ζώα».

The Durrells in Corfu, ITV Comedy-Drama Series (2019)

Ο Lawrence Durrell έζησε στην Κέρκυρα μέχρι το 1940, όταν, λόγω του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και της πολεμικής δίνης στην οποία βρέθηκε η Ελλάδα, διέφυγε στην Αίγυπτο. Εργάστηκε ως διπλωματικός ακόλουθος Τύπου στη βρετανική Πρεσβεία στο Κάιρο και στην Αλεξάνδρεια. Μετά το τέλος του πολέμου, μετακόμισε στη Ρόδο, την οποία οι βρετανικές στρατιωτικές δυνάμεις διοικούσαν μέχρι το 1947, οπότε τα Δωδεκάνησα ενσωματώθηκαν στην Ελλάδα. Έπειτα από μια σύντομη παραμονή στην Αργεντινή, το 1949 ο Durrell τοποθετήθηκε ως ακόλουθος Τύπου της βρετανικής Πρεσβείας στο Βελιγράδι. Εγκατέλειψε τόσο το Βελιγράδι, όσο και τη διπλωματία το 1953, επιθυμώντας να αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στη συγγραφή και να ζήσει σε περιοχές με θερμότερο κλίμα. Τα επόμενα χρόνια τα πέρασε στην Κύπρο.

Γεννημένος στο απόγειο της ισχύος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, πέρασε τα πιο παραγωγικά χρόνια του στην Κύπρο, σε μια εποχή που η αυτοκρατορία αργά μεν αλλά σταθερά, περνούσε στην ιστορία. Η Κύπρος, που από το 1878 βρισκόταν υπό τον έλεγχο των Βρετανών, αγωνιζόταν για την ένωση με την Ελλάδα, επομένως και κατά της βρετανικής εξουσίας. Ο Durrell, ο οποίος εργαζόταν ως δάσκαλος και αξιωματούχος της βρετανικής διοίκησης, επέζησε από μια απόπειρα δολοφονίας και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το νησί. Μετακόμισε στην Προβηγκία, όπου και πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της υπόλοιπης ζωής του.

Αν ο Thomas Edward Lawrence ήταν ο “Lawrence της Αραβίας”, ο Lawrence Durrell θα μπορούσε αναμφίβολα να ονομαστεί ο “Lawrence της Μεσογείου”. Το μεγαλύτερο μέρος των ώριμων χρόνων του ο Durrell είτε το πέρασε στη Μεσόγειο είτε επιδίωξε να επιστρέψει σε αυτήν.

Τα Βαλκάνια δεν προσείλκυαν ιδιαίτερα τον Durrell ως θεματική, αλλά η παραμονή του στη Γιουγκοσλαβία και στις παρυφές της βαλκανικής χερσονήσου, σε συνδυασμό με τον πλούτο της γραπτής του κληρονομιάς, μάς δίνουν την ευκαιρία να ανακατασκευάσουμε τον χάρτη των σκέψεών του γύρω από την ευρύτερη αυτή περιοχή. «Το γράψιμο είναι για μένα σαν τον υαλοκαθαριστήρα στο αυτοκίνητό μου. Με βοηθάει να βλέπω τη ζωή καλύτερα», δήλωσε κάποτε. Γι’ αυτό τον λόγο, αξίζει να γίνει αναφορά στον Durrell. Προκειμένου, δηλαδή, να καταφέρουμε να δούμε καλύτερα με ποιόν τρόπο ένας συγγραφέας, του οποίου η εμπειρία και η σημασία ξεπέρασαν μεμονωμένους πολιτισμούς και ηπείρους, εισέπραξε τις κοινωνικές, πολιτιστικές, πνευματικές και συναισθηματικές συνισταμένες αυτής της γωνιάς του πλανήτη.

Τα Βαλκάνια του Durrell είναι ένα ολοκληρωμένο θέμα, αφού εξετάζεται μέσα από το πρίσμα τεσσάρων διαφορετικών λογοτεχνικών υφών, έτσι ώστε να μην μπορούμε να πούμε ότι η εικόνα που σχηματίζουμε γι΄ αυτή την περιοχή είναι απλώς το προϊόν μίας μόνο συγκεκριμένης λογοτεχνικής μορφής και των συνηθισμένων πρακτικών που συνδέονται με αυτήν. Τα Βαλκάνια και οι περιοχές τους μπορούν, επίσης, να εξεταστούν και μέσω της αλληλογραφίας του συγγραφέα με διακεκριμένους ομότεχνούς του.

Ο Durrell συνήθιζε να υποστηρίζει ότι αντλούσε έμπνευση από τρία λογοτεχνικά πρότυπα. Πρώτος ήταν ο επιμελητής των έργων του, φίλος, ποιητής και νομπελίστας T. S. Eliot. Δεύτερος ήταν ο διπλωμάτης, φίλος, ποιητής και νομπελίστας Γιώργος Σεφέρης. Τρίτος ήταν ο Henry Miller. Στα μέσα της δεκαετίας του 1930, ο νεαρός Durrell άρχισε να στέλνει επιστολές στον Miller, έναν τότε διάσημο συγγραφέα, που δεν είχε δει ή συναντήσει ποτέ στο παρελθόν, και στις οποίες ο Miller απάντησε. Αυτή η αλληλογραφία και η αμοιβαία φιλία διήρκεσαν για μια ζωή. Μεταξύ άλλων, ο Durrell περιέγραφε το Βελιγράδι, όπου και ζούσε. Η αλληλογραφία με τον Miller δημοσιεύτηκε πριν από λίγα χρόνια, μεταφρασμένη στη σερβική γλώσσα, στη Službeni glasnik.

Για μεγάλο χρονικό διάστημα ο Durrell δημοσίευε αστείες και σατιρικές περιγραφές της διπλωματικής ζωής. Αυτά τα αρχικά ανώνυμα κείμενα, που του παρείχαν τη δυνατότητα να είναι ειλικρινής, διατηρώντας παράλληλα το υπερβολικά σκληρό και χοντροκομμένο χιούμορ του, συμπεριλήφθηκαν στα βιβλία Esprit de Corps (1957), Stiff Upper Lip (1958) και Sauve Qui Peut (1966). Τα δύο πρώτα μεταφράστηκαν το 1990 στο Ζάγκρεμπ, λίγο πριν το τέλος της Γιουγκοσλαβίας, με τον τίτλο Pjevači diplomatskog zbora (μτφ. Τραγουδιστές διπλωματικής χορωδίας).

Ο Durrell είναι άκρως διασκεδαστικός. Θυμάται πως η βρετανική Πρεσβεία στο Βελιγράδι εξέδιδε την εφημερίδα Balkan Herald. Τα χρήματα και ο χρόνος ήταν ελάχιστα και οι εργαζόμενοι στο τυπογραφείο δεν γνώριζαν αγγλικά. Κάποτε, ο στρατιωτικός ακόλουθος της Πρεσβείας διαπίστωσε πολύ αργά ότι η έκθεσή του για το Σουέζ είχε τυπωθεί με τέτοιο τρόπο, ώστε από τη φράση «Canal zone» (Ζώνη του καναλιού) να παραλειφθεί το γράμμα «C»…

Το 1957, πρώτο έτος μετά από την αναχώρηση του από την Κύπρο, ο Durrell εξέδωσε δύο σημαντικά βιβλία. Το πρώτο, The Bitter Lemons of Cyprus (Πικρολέμονα), περιέχει αυτοβιογραφικές σημειώσεις. Οι ιστορικοί της λογοτεχνίας θα έλεγαν ότι είναι, ίσως, το πιο σημαντικό ταξιδιωτικό του έργο. Σημειώσεις σχετικά με το δεύτερο βιβλίο υπάρχουν σε βιβλία του, που εκδόθηκαν σε διάφορες γλώσσες, όχι όμως στη σερβική. Ακόμη και στην έκδοση του 1997 του Αλεξανδρινού Κουαρτέτου από τις εκδόσεις Prosveta, δεν γίνεται καμία αναφορά στο δεύτερο βιβλίο του Durrell, το οποίο κυκλοφόρησεε το 1957.

Συγκεκριμένα, εκείνη τη χρονιά ο Durrell δημοσίευσε το ΄White Eagles Over Serbia, ένα κατασκοπικό μυθιστόρημα, αφιερωμένο στη μοναρχική εξέγερση στις πλαγιές του όρους Golija, όπου ένας Bρετανός πράκτορας έχει εμπλακεί σε μια σύγκρουση μεταξύ της βάναυσης OZNA (Odjeljenje za zaštitu naroda – Υπηρεσία ασφάλειας της Γιουγκοσλαβίας) και των αφοσιωμένων στο βασιλιά και την πατρίδα ανταρτών.

Αυτό το βιβλίο περιπέτειας, που, πιθανότατα, απευθυνόταν κυρίως σε εφήβους και στο εξώφυλλο του οποίου κάθε σέρβος αντικομμουνιστής θα έβαζε με χαρά το όνομά του, σίγουρα δεν θα μπορούσε να μεταφραστεί στην τιτοϊκή Γιουγκοσλαβία. Μεταφράστηκε μόλις το 1995 από τις εκδόσεις Solaris στο Νόβι Σαντ. Θα λέγαμε ότι δεν κατέλαβε ποτέ τη θέση που τού άξιζε στη συνείδηση του κοινού. Οι Λευκοί αετοί εμπεριέχουν όλα τα στοιχεία εκείνα, που εγγυώνται στον αναγνώστη ότι, διαβάζοντας το βιβλίο, θα περάσει ευχάριστα τον χρόνο του: υπάρχουν σκοτεινά και μυστικά γραφεία στο Λονδίνο, όπου καταστρώνονται σχέδια για κρυφές επιχειρήσεις στα βουνά της Γιουγκοσλαβίας, φορτηγά γεμάτα πράκτορες της γιουγκοσλαβικής μυστικής υπηρεσίας, οι οποίοι είναι έτοιμοι να καταπνίξουν ανηλεώς ακόμη και την παραμικρή αντίσταση από προσώπου γης. Εκεί συναντά κανείς και ένα γαλλικό υποβρύχιο, αλλά και τον μυστηριώδη επαναστάτη των βουνών «Μαύρο Πέτρο». Δεν θα λέγαμε πως υπάρχει πληθώρα μυθιστορημάτων κατασκοπείας αφιερωμένων στην παλιά Γιουγκοσλαβία και, μάλιστα, από την πένα συγγραφέων παγκοσμίου βεληνεκούς. Μια πιθανή εξήγηση είναι, ενδεχομένως, η κακή μετάφραση. Η καθηγήτρια της Φιλολογικής Σχολής, Biljana Đorić Francuski, στο κείμενό της «Πώς οι Λευκοί Αετοί πάνω από τη Σερβία αναζήτησαν την πατρίδα τους – Σχετικά με ένα πολύ άσχημα μεταφρασμένο βιβλίο» κάνει λόγο όχι μόνο για πολυάριθμες μεταφραστικές παραλείψεις, αλλά και για ολόκληρες παραγράφους που δεν συμπεριλήφθησαν στη σερβική έκδοση.

Πώς είναι τα Βαλκάνια του Laurence Durrell; πρώτα απ’ όλα, είναι σκονισμένα. Έγραφε στον Henry Miller ότι το Βελιγράδι είναι μια σκονισμένη πόλη με απαίσιο κλίμα. Η σκόνη ήταν πανταχού παρούσα στη γιουγκοσλαβική πρωτεύουσα: «Αλλά ποιος ξέρει τι είδους ένστικτα μπορούν να αναταράξουν την καρδιά ενός ναυτικού ακολούθου, καταδικασμένου σε απομόνωση στο Βελιγράδι, εκατοντάδες σκονισμένα μίλια μακριά από τον ήχο της θάλασσας;».

Στο The Bitter Lemons of Cyprus συνέχιζε στο ίδιο μήκος κύματος: «Μετά τις σκονισμένες σερβικές πεδιάδες, ακόμα και το πιο ξηρό και άνυδρο νησί θα αποτελούσε πηγή ξεκούρασης». Όταν ένας υπάλληλος της βρετανικής Πρεσβείας αποφάσισε να παραμείνει στη Σερβία μετά τη συνταξιοδότησή του, ο Durrell επικαλέστηκε και πάλι τη θεωρία του περί των σκονισμένων πεδιάδων.

Τί πραγματικά γνώριζε ο Durrell για τις σκονισμένες πεδιάδες και την ιστορία τους; Ελάχιστα πράγματα, τα περισσότερα ανακριβή. Σύμφωνα με τα γραφόμενά του, ο Δούναβης ρέει από τη Ρουμανία με κατεύθυνση προς τη Γιουγκοσλαβία. Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ηγέτης των μοναρχικών ήταν ο Μιχαέλοβιτς (Михаеловић / Mihaelović). – Το ορθό είναι Μιχαήλοβιτς (Михаиловић / Mihailović). – Η Λιουμπλιάνα (Љубљана / Ljubljana) αναφέρεται ως Лиублиана / Liubliana. Για να φτάσει κανείς πεζός και κουβαλώντας πλήρες φορτίο, μέσω των ορεινών μονοπατιών, από τη Studenica στο Durmitor – απόσταση σχεδόν διακοσίων χιλιομέτρων – απαιτούνται, σύμφωνα με το Durrell, μόλις δύο ημέρες!

Η έλλειψη γνώσης του Durrell συνέπεσε με τη φιλοδοξία των Σέρβων και Γιουγκοσλάβων επιμελητών των έργων του να κατανοήσουν ακόμη και το ακατανόητο. Στο έργο του, Duh mesta: pisma i eseji o putovanjima (Spirit of Place: Letters and Essays on Travel), που εκδόθηκε από τις εκδόσεις Gradac, διαβάζουμε: «Οι αναγνώστες μας μπορεί να εκπλαγούν δυσάρεστα από το γεγονός ότι όσο ο Durrell αγαπά την Ελλάδα και θαυμάζει τη Γαλλία, άλλες τόσες άσχημες εκφράσεις χρησιμοποιεί για την Αργεντινή και τη Γιουγκοσλαβία. Δύσκολα όμως μπορείς να τον κατηγορήσεις, λαμβάνοντας υπόψιν τα τρομερά χρόνια που πέρασε στο Βελιγράδι, από το 1947 έως το 1953». Στην έκδοση της Prosveta του Αλεξανδρινού Κουαρτέτου διαβάζουμε ότι στους «Χιουμοριστικούς στοχασμούς για τη φύση της βρετανικής διπλωματίας» μπορεί κανείς να εντοπίσει και ένα κάπως «αιχμηρότερο λεξιλόγιο εις βάρος των συνθηκών που επικρατούσαν στο Βελιγράδι εκείνη την εποχή».

Όταν ο Durrell γράφει με ψευδώνυμο, συχνά δεν κατονομάζει τη χώρα από την οποία προήλθαν οι
αναμνήσεις του, αλλά εφευρίσκει μια νέα, τη Vulgarija – “ένα απερίγραπτο μέρος γεμάτο απερίγραπτα άτομα”, (“an unspeakable place full of unspeakable people“). Το ’’unspeakable’’ θα μπορούσε κάλλιστα να μεταφραστεί και ως “απεχθές”. Οι Σέρβοι οδηγοί που μετέφεραν το διπλωματικό σώμα ήταν άνθρωποι με προεξέχοντα μέτωπα, πεταχτά δόντια, δάχτυλα που δεν ξεχώριζαν το ένα με το άλλο μεταξύ τους και με τρίχες που φύτρωναν σε όλα τα σημεία του σώματος. Οι τριχωτοί Σέρβοι χωρικοί είχαν λιπαρά μαλλιά και παλάμες σαν φτυάρια. Ο σύντροφος Bobok, ένας φαλακρός και ιδρωμένος Βόσνιος χωρικός με άσχημα αγγλικά, συνόδευε τον σύντροφο Pepić, του οποίου τα γαλλικά έμοιαζαν λες και τα είχε μάθει σε κάποιο νησί της Πολυνησίας. Στην ατμομηχανή του τρένου, που τον μετέφερε κάποτε από το Βελιγράδι στο Ζάγκρεμπ, τη φωτιά κρατούσαν αναμμένη «κάποιοι αρκετά τριχωτοί άνθρωποι με βαμβακερούς σκούφους που έμοιαζαν με ήρωες που είχαν ξεπηδήσει μέσα από τις εκδόσεις των έργων του Ντοστογιέφσκι».

Αρκούν μερικές αναγνώσεις των Λευκών αετών πάνω από τη Σερβία για να διαπιστώσει κανείς πόσο εμφανής είναι η αντίθεση μεταξύ της αγάπης του συγγραφέα για τη ομορφιά της φύσης και της αντιπάθειας του για το τότε καθεστώς. Πράγματι, σε μια επιστολή του προς το Miller, ο Durrell επισημαίνει ότι, αν και δεν του άρεσε η πρωτεύουσα, η υπόλοιπη χώρα ήταν όμορφη. Κάποιες περιγραφές είναι εμπνευσμένες: «Εδώ, οι λόφοι εκτείνονται σε μια σειρά από πράσινα κύματα όπου, με απαλά χρώματα, ζωγραφισμένα σε αντίθεση με τον ουρανό, υψώνονται τα βουνά της κεντρικής Σερβίας: λιλά, πράσινα και κόκκινα». Ωστόσο, δεν πρέπει να λησμονείται ότι στο βιβλίο Η σπηλιά του Πρόσπερου. Οδοιπορικό από την Κέρκυρα (Prospero’s Cell: A guide to the landscape and manners of the island of Corcyra [Corfu]) ο Durrell εξέφρασε την αντίθεση του στην εξιδανίκευση των ανθρωπολογικών στοιχείων της βαλκανικής υπαίθρου. «Το συναίσθημα που σχετίζεται με την ποιμενική ζωή αυτών των γραφικών κοινοτήτων (που εκτιμούν πολύ τα φυλαχτά ενάντια στη βασκανία και πιστεύουν στους προστάτες Αγίους) είναι υπερεκτιμημένο».

Από το πλέγμα των στερεοτυπικών αντιλήψεων δεν θα μπορούσε να λείπει το πιο διαδεδομένο και επικίνδυνο κλισέ της εποχής των Αυτοκρατοριών, αυτό της οκνηρίας. Ένας Ελληνοκύπριος διευθυντής σχολείου είχε «νυσταγμένα και καλοσυνάτα μάτια.» Ο κομμουνισμός έβλαψε περισσότερο τους Σέρβους, διότι δεν υπήρχαν πλέον «καλοπροαίρετοι και νωθροί» Σέρβοι, όπως συνέβαινε κάποτε. Φυσικά, οι Σέρβοι δεν είναι οι μόνοι που διαθέτουν τέτοιου είδους χαρακτηριστικά. «Κανένας Έλληνας δεν μπορεί να κάθεται χωρίς να αλλάζει συνεχώς θέσεις, χωρίς να χτυπάει το μολύβι ή το πόδι του ή χωρίς να κάνει ήχους με τη γλώσσα του. Ο Τούρκος διαθέτει μια μονολιθική ισορροπία με μια δόση συγκέντρωσης και σιωπής, όμοιας με αυτής που έχουν τα ερπετά». Σε ένα χιουμοριστικό κείμενο, ο Durrell έγραφε: «ο Αλβανός είναι ένα εξημερωμένο ζώο, εριστικό όπως ένα λαμπραντόρ και με μνήμη χρυσόψαρου».

Οι Λευκοί αετοί δεν έχουν ούτε έναν χαρακτήρα για τον οποίο θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι ισορροπημένος. Όλοι οι κομμουνιστές είναι μοχθηροί και επιρρεπείς στην απάτη και στη σκληρότητα. Οι φιλομοναρχικοί αντάρτες, αν και προκαλούν περισσότερη συμπάθεια, δεν υστερούν πολύ από άποψη σκληρότητας, ενώ διαθέτουν και ένα είδος υπεράνθρωπης δύναμης και αφοσίωσης. Ίσως η πιο αιχμηρή περιγραφή γίνεται όταν ο Durrell παρουσιάζει τον αρχηγό των εξεγερθέντων: «Ο Μαύρος Πέτρος δεν στερείτο παντελώς κάποιας κουλτούρας». Οι σύντροφοί του ήταν «τριχωτοί χωριάτες». Φυσικά, ο λαμπρότερος και ικανότερος όλων είναι ο Βρετανός πράκτορας, ο οποίος καταλήγει να θρηνεί γοητευτικά, επειδή απέτυχε να διασώσει το καλάμι του για το ψάρεμα.

Μόνο εκ πρώτης όψεως, το βιβλίο για την Κύπρο δεν συνδέεται άμεσα με τα Βαλκάνια. Και όχι μόνο διότι ο Durrell αναφέρεται εκεί «στα κουρελιασμένα καπέλα και παπούτσια, στα φτηνα πανοφώρια και στις τσάντες που, εκτός από την πείνα και την απελπισία, ήταν τα μοναδικά χαρακτηριστικά της λαϊκής επανάστασης στη Γιουγκοσλαβία». Ο Durrell βρισκόταν στην Κύπρο την εποχή που φούντωνε η επιθυμία για ένωση του νησιού με την Ελλάδα. Δεν έδειξε να το συμμερίζεται αυτό. Έβλεπε μόνο τα αρνητικά στην περίπτωση της ένωσης. Η Ελλάδα υποτίθεται πως θα επέφερε στο νησί χρεοκοπία, υψηλή φορολογία και κακοδιοίκηση.

Οι επιθέσεις κατά της αστυνομίας και της βρετανικής διοίκησης ήταν όλο και πιο συχνές. Ο Durrell έγραφε ότι η αστυνομία ήταν αριθμητικά ανεπαρκής και απροετοίμαστη. Αυτό απέχει αρκετά από την πλήρη αλήθεια. Πριν από μερικά χρόνια, στο εξαιρετικό του βιβλίο Brutality in an Age of Human Rights: Activism and Counterinsurgency at the End of the British Empire, ο Brian Drone παρουσίασε μια περισσότερο ολοκληρωμένη εικόνα για την τότε υφισταμένη κατάσταση. Ο αγώνας των Ελληνοκυπρίων για ένωση διεξαγόταν σε μια εποχή που τα ανθρώπινα δικαιώματα είχαν γίνει πλέον ένα επίκαιρο ζήτημα, το οποίο η πολιτική δεν μπορούσε να παρακάμψει. Συν τοις άλλοις, η Ελλάδα ήταν μέλος του ΝΑΤΟ και συχνά οι Ελληνοκύπριοι ήταν δικηγόροι που είχαν λάβει νομική μόρφωση στην Αγγλία. Η φωνή τους είχε ευρεία απήχηση. Οι βρετανικές αρχές στην Κύπρο, εκτός του ότι κατέφευγαν στην κήρυξη κατάστασης έκτακτης ανάγκης στο νησί, σε λογοκρισία, σε δημόσιες και συλλογικές ποινές, σε συλλήψεις και εγκλεισμούς άνευ δίκης, τέλος, σε απαγχονισμούς, προσπαθούσαν να αποδυναμώσουν και μέσω διαφόρων νομικών και ρητορικών πρακτικών τις κατηγορίες ότι παραβίαζονταν τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Ο Durrell πίστευε στη βρετανική εξαιρετικότητα. Η Βρετανία δεν ήταν σαν τις άλλες αυτοκρατορίες. Έγραφε: «Αν ήμασταν Ρώσοι ή Γερμανοί, το πρόβλημα της Ένωσης θα λυνόταν σε μισή ώρα με μια σειρά από μαζικές δολοφονίες και απελάσεις». Δεν ήταν όμως απλός παρατηρητής.

Συνέτασσε προτάσεις προς τη βρετανική διοίκηση και την ενημέρωνε σχετικά με τις συνομιλίες που είχε με τους Έλληνες του νησιού: «Το επόμενο πρωί, παρουσίασα στην Κυβέρνηση μια σύντομη πολιτική έκθεση, στην οποία προσπάθησα να συνοψίσω τα αποσπάσματα όλων αυτών των συνομιλιών σε κάτι που θα μπορούσε να ενδιαφέρει τα κέντρα λήψης αποφάσεων. Τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξα ήταν περίπου τα εξής: η τρέχουσα κατάσταση μπορούσε να παγιωθεί και να γίνει διαχειρίσιμη, όσο βρισκόταν ακόμη στη λεγόμενη φάση του θεατρινισμού και των υπερβολών. Το κλίμα θα μπορούσε να μεταστραφεί υπέρ ημών με κάποιες κολακείες. Υπήρχε μια καλή πιθανότητα να κερδίζαμε ίσως δεκαπέντε ή είκοσι χρόνια, μόνο με την υπόσχεση ότι θα γινόταν δημοκρατικό δημοψήφισμα [σχετικά με το μέλλον της Κύπρου]».

Αποτελούσε και η Κύπρος μέρος των Βαλκανίων; Ναί! Η ελληνική εξέγερση στην Κύπρο ήταν αναμφίβολα βίαιη και συχνά ανηλεής. Πολλοί άνθρωποι υπέφεραν. Ενίοτε έχαναν τη ζωή τους και άμαχοι που ήταν ύποπτοι προδοσίας. Αυτό ήταν «κατά κανόνα βαλκανικό», επισήμαινε ο Durrell.

Το στοιχείο εκείνο, το οποίο καθιστά την περίπτωση του Durrell ακόμα πιο ενδιαφέρουσα, είναι ότι διέθετε πλούσια πείρα ως προς τις πολιτισμικές και γεωγραφικές ιδιαιτερότητες του κάθε τόπου και των ανθρώπων του. Επιπλέον, ο ίδιος είχε την ατυχία να βιώσει στο πετσί του διαφορετικών μορφών ιεραρχίες και κοινωνικές διαστρωματώσεις, καθώς και τις αδικίες που αυτές προκαλούσαν. Τα πρώιμα κείμενα του Durrell, κυρίως λόγω του σεξουαλικού και σχεδόν πορνογραφικού περιεχομένου τους, δεν έβρισκαν εκδότες στη Βρετανία για πολύ καιρό. Σχεδόν θρυλική είναι η απάντηση που έδωσε ο T. S. Eliot στον Durrell, αφού διάβασε το χειρόγραφο του Μαύρου Βιβλίου του τελευταίου: «Το έργο είναι μεγαλειώδες. Φυσικά, δεν μπορούμε να το δημοσιεύσουμε”. Το βιβλίο εκδόθηκε στο Παρίσι το 1938. Η αγγλική έκδοση έπρεπε να περιμένει μέχρι τη δεκαετία του 1970. Όταν στη δεκαετία του 1960 οι βρετανικές αρχές άρχισαν να περιορίζουν τη μετανάστευση μη λευκών υπηκόων από τις πρώην αποικίες, ο Durrell, γεννημένος στην Ινδία, απώλεσε το δικαίωμα να εισέρχεται στη Βρετανία χωρίς βίζα. Ένας από τους πιο πολυδιαβασμένους συγγραφείς στην αγγλική γλώσσα, σαν να ήταν κάποιος εντελώς άγνωστος, έπρεπε να υποβάλει αίτηση για βίζα.

Η επιστροφή στα Βαλκάνια του Lawrence Durrell είναι σημαντική, όχι μόνο γιατί ζούμε σε μια εποχή που, κάποιες φορές με υπέρ του δέοντος αφοσίωση και σαν άλλοι ιεροεξεταστές, ξεφυλλίζουμε σελίδες διάσημων συγγραφέων, αναζητώντας όσα χωρία δεν μπορούν να συμβαδίσουν με τις αξίες των καιρών μας. Στις μέρες μας, που η στάση μας απέναντι στη διαφορετικότητα και στα δικαιώματα των ανθρώπων με ιδιαιτερότητες είναι ένα από τα πιο σημαντικά πολιτικά θέματα, η έρευνα στερεότυπων που έχουν κανονικοποιηθεί και εξακολουθούν να επιβιώνουν μέχρι σήμερα αποτελεί ένα θεμελιώδες ζήτημα. Ο Svetozar Ignjačević ήταν ο πρώτος που έγραψε μια κριτική για τον Durrell και τη σχέση του τελευταίου με τη Γιουγκοσλαβία και τα Βαλκάνια. Στη συνέχεια, η Vesna Goldsworthy, στο πολύ επιδραστικό βιβλίο της Inventing Ruritania (μτφ. Ρουριτανία. Ανακαλύπτοντας τα Βαλκάνια), τοποθέτησε τον Durrell στο πλαίσιο ενός «φαντασιακού ιμπεριαλισμού». Όπως σημείωσε χαρακτηριστικά, οι βαλκανικές εμπλοκές και οι πολιτικές κρίσεις έχουν τροφοδοτήσει από καιρό τις «βιομηχανίες συνείδησης».

Έχει περάσει ένα τέταρτο του αιώνα από τη δημοσίευση του Inventing Ruritania. Στους κύκλους εκείνων, των οποίων η φωνή έχει παγκόσμια απήχηση, υπάρχει εμφανώς μεγαλύτερη ευαισθησία όταν αναφερόμαστε σε περιφερειακά μέρη του κόσμου μας. Όλοι όσοι έγραφαν για τα βαλκανικά στερεότυπα, ειδικά από τη δεκαετία του 1990 και εφεξής, προειδοποιούσαν για τον εξής κίνδυνο: επειδή ακριβώς στα Βαλκάνια ζουν λευκοί κάτοικοι και επειδή αυτά αποτελούν μέρος της Ευρώπης, καθίσταται δυνατό να γράψει κάποιος ό,τιδήποτε περί αυτών, χωρίς τον κίνδυνο να κατηγορηθεί για ρατσισμό ή για κάποιου είδους υποτιθέμενη ανωτερότητα. Για τα Βαλκάνια μπορεί να γραφτεί αυτό που δύσκολα θα μπορούσε να γίνει αποδεκτό εάν αναφερόμασταν στη Μέση Ανατολή ή σε άλλα μέρη του κόσμου της περίπλοκης εποχής της νεωτερικότητας. Ίσως, ακριβώς, επειδή είναι όλοι οι κάτοικοι λευκοί, η εικόνα που θα προκύψει γι΄αυτά μπορεί να είναι και ασπρόμαυρη. Γι’ αυτό αξίζει να επανερχόμαστε σε θέματα όπως τα Βαλκάνια του Durrell.

Η ιστορία είναι, κατά κάποιο τρόπο, γεμάτη συμβολισμούς. Αρκεί μόνο να την παρατηρήσουμε προσεκτικά. Ο Durrell μετακόμισε στην Κύπρο, για να ζήσει ήσυχα και να γράψει. Επέλεξε ένα χωριό που είχαν ιδρύσει αιώνες πριν κάποιοι Γάλλοι σταυροφόροι, οδεύοντας για τους Άγιους Τόπους. Το χωριό ονομάζεται Μπελαπάις (Belle Paix), δηλαδή όμορφη ειρήνη. Τελικά, ο Durrell έφυγε από την Κύπρο, διότι φοβόταν για τη ζωή του.

Spirit of Place. Lawrence Durrell’s Greece

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Μιχάλης Παλάγκας

Avatar photo
Miloš Vojinović

O Miloš Vojinović είναι επιστημονικός συνεργάτης του Ινστιτούτου Βαλκανικών Σπουδών της Ακαδημίας Επιστημών της Σερβίας.

Άρθρα: 1