Τα λόγια του Στρατηγού De Gaulle, όταν βρισκόταν στο απόγειο της σταδιοδρομίας του, είναι χαρακτηριστικά. “Ένας είναι ο επικίνδυνος ανταγωνιστής, που φυτρώνει διαρκώς μπροστά μου σε επίπεδο δημοτικότητας. Ονομάζεται Tintin”. O Tintin (Kuifje στα φλαμανδικά) υπήρξε έμπνευση του Βέλγου σκιτσογράφου Georges Remi (1907-1983), γνωστότερου με το ψευδώνυμο Hergé (από τα αρχικά του ονοματεπωνύμου του). Όταν πρωτοείδε το φως της ημέρας, στις 10 Ιανουαρίου 1929, μέσα από τις σελίδες του ένθετου περιοδικού Le Petit Vingtième, ουδείς προοιώνιζε το μέλλον του νεαρού ρεπόρτερ με το χαρακτηριστικό τσουλούφι, που διαγραφόταν λαμπρό μπροστά του.
Στη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου οι περιπέτειές του μεταφέρθηκαν στην εφημερίδα Le Soir, όπου εργαζόταν ο Hergé, ενώ από τις 26 Σεπτεμβρίου 1946, στο Βέλγιο πάντοτε, ξεκίνησε η έκδοση του εβδομαδιαίου περιοδικού Le journal de Tintin (κυκλοφόρησε και στα ελληνικά), η οποία παρέμεινε ενεργή μέχρι το 1993. Σήμερα, ο Tintin αποτελεί ένα από τα πιο δημοφιλή κόμικς σε παγκόσμια κλίμακα, με περισσότερες από διακόσια εκατομμύρια πωλήσεις, ενώ έχει μεταφραστεί σε 58 γλώσσες. Έχουν κυκλοφορήσει συνολικά 24 αυτοτελή άλμπουμ, το τελευταίο από τα οποία εκδόθηκε το 1983 σε ημιτελή μορφή, εξαιτίας του θανάτου του Hergé την ίδια χρονιά. Άπαντα, με μοναδική εξαίρεση το τελευταίο, έχουν μεταφραστεί και στην ελληνική γλώσσα. Επίσης, έχουν γυριστεί πάμπολλες ταινίες κινουμένων σχεδίων, δύο κινηματογραφικές ταινίες με πραγματικούς ηθοποιούς, τέλος, μια κακόγουστη, υπέρμετρα αλαζονική και άκρως αποτυχημένη εκδοχή με τίτλο The Adventures of Tintin, την οποία επιμελήθηκε το 2011 ο Steven Spielberg, κάνοντας κατάχρηση ψηφιακής τεχνολογίας.

Οι “κακοί” Έλληνες
Roberto Rastapopoulos
Η ενσάρκωση του κακού σε ολόκληρο τον κύκλο των περιπετειών του Tintin φέρει ελληνικό όνομα και άρωμα: Roberto Rastapopoulos. Αν το όνομα παραπλανεί τον αναγνώστη, το επώνυμο δεν εγείρει την παραμικρή αμφισβήτηση σχετικά με την προέλευση του σκοτεινού αυτού χαρακτήρα. Πρόκειται για έναν εκατομμυριούχο επιχειρηματία (λέγεται πως πηγή έμπνευσης υπήρξε ο Αριστοτέλης Ωνάσης), ο οποίος, χρησιμοποιώντας ως κάλυψη τις επαγγελματικές του δραστηριότητες, διαχειρίζεται εγκληματικές οργανώσεις, έχοντας προηγουμένως, κατόπιν δικής του ομολογίας, καταστρέψει οικονομικά και ηθικά τους γονείς του, τους τρεις αδελφούς και τις δύο αδελφές του. Εμφανίζεται σε έξι τόμους της σειράς. Η πρώτη (ανώνυμη και βουβή) παρουσία του λαμβάνει χώρα προς το τέλος της περιπέτειας Ο Tintin στην Αμερική, όταν παρευρίσκεται σε μια δημόσια ομιλία του πρωταγωνιστή. Προφανώς ο Hergé δεν είχε ακόμη συλλάβει την ιδέα να τού προσδώσει την προσωπικότητα ενός αδίστακτου και στυγνού εγκληματία.

H επίσημη (και επώνυμη τη φορά αυτή) συνάντηση λαμβάνει χώρα στο άλμπουμ Τα πούρα του Φαραώ, στο κατάστρωμα ενός πλοίου. Είναι άκρως δυσάρεστη, καθότι ο Ρασταπόπουλος συμπεριφέρεται απρεπέστατα σε έναν αφηρημένο επιστήμονα, γεγονός που πυροδοτεί την παρέμβαση του Tintin. Εμφανίζεται ως ο πανίσχυρος ιδιοκτήτης της κινηματογραφικής εταιρίας Cosmos Pictures. Στην ουσία είναι επικεφαλής μιας μυστικής οργάνωσης διακίνησης ναρκωτικών. Η τελευταία αυτή ιδιότητα παραμένει άγνωστη μέχρι και το τέλος της περιπέτειας. Ναι μεν ο Tintin καταφέρνει να εξαρθρώσει την οργάνωση, ο αρχηγός της, ωστόσο, δραπετεύει και ουδείς γνωρίζει την ταυτότητά του.

Τα πλοκάμια της προαναφερθείσας οργάνωσης έχουν απλωθεί μέχρι τη μακρινή Κίνα της δεκαετίας του ’30, όπου διαδραματίζεται η υπόθεση του αμέσως επόμενου τόμου (Ο Μπλε Λωτός). Η οργάνωση ασκεί το μονοπώλιο διακίνησης του οπίου σε ολόκληρη την Άπω Ανατολή, με τη συνεργασία των ιαπωνικών μυστικών υπηρεσιών (είναι η στιγμή της ιμπεριαλιστικής επέκτασης της Ιαπωνίας στη Μαντζουρία και γενικότερα στην Κίνα). Η πραγματική ταυτότητα του μυστηριώδους αρχηγού της σπείρας αποκαλύπτεται στο τέλος της περιπέτειας. Η οργάνωση εξαρθρώνεται και ο Ρασταπόπουλος οδηγείται στη φυλακή.

Κατά κάποιον ανεξήγητο τρόπο, επανεμφανίζεται δεκατέσσερα άλμπουμ και μερικές δεκαετίες παρακάτω, στην περιπέτεια Κάρβουνα στο αμπάρι. Όχι μόνο δεν σαπίζει στη φυλακή, αλλά έχει εξελιχθεί σε έναν αδίστακτο δουλέμπορο της περιοχής της Ερυθράς Θάλασσας. Η κάλυψή του τη φορά αυτή είναι εκείνη ενός εκατομμυριούχου (ουδείς γνωρίζει αλλά οι πάντες υποπτεύονται με ποιο τρόπο επί τόσα χρόνια απόκτησε μια αμύθητη περιουσία) φέροντος τον τίτλο του μαρκήσιου και το όνομα Di Gorgonzola. Υποδέχεται το διεθνές jet set στην πολυτελή θαλαμηγό του Shéhérazade (ακριβές αντίγραφο της Χριστίνας του Αριστοτέλη Ωνάση), όπου, μεταξύ άλλων, διοργανώνει χορούς μεταμφιεσμένων, προς μεγάλη τέρψη των καλεσμένων του. Όλως τυχαίως (;), ο ίδιος επιλέγει να μεταμφιεστεί σε Μεφιστοφελή. Μεταξύ των εκλεκτών επισκεπτών ξεχωρίζει η παγκοσμίου φήμης υψίφωνος Bianca Castafiore, το επονομαζόμενο “αηδόνι της Σκάλας του Μιλάνου” (ευθεία αναφορά στη Μαρία Κάλλας). Για μια, ακόμη, φορά, το καλό και το δίκαιο υπερισχύουν του κακού στο τέλος. Ο Ρασταπόπουλος, ωστόσο, καταφέρνει να γλυτώσει τη σύλληψη, τη στιγμή που όλοι οι πρωταγωνιστές της περιπέτειας (όχι όμως και οι αναγνώστες, στους οποίους ο Hergé δεν αποφεύγει να αποκαλύψει την αλήθεια), τον θεωρούν νεκρό. Είναι κοινό μυστικό ότι η επανεμφάνισή του επίκειται με άκρως αναπάντεχο, ως συνήθως, τρόπο.


Αυτό συμβαίνει στην περιπέτεια Πτήση 714 για Σίδνεϋ. Ο Ρασταπόπουλος θέτει σε ισχύ ένα καλομελετημένο σατανικό σχέδιο, με στόχο να οικειοποιηθεί την περιουσία του βαθύπλουτου Lazlo Carreidas (ο τελευταίος, σκόπιμα αποτελεί φυσιογνωμικό αντίγραφο του Marcel Dassault, ιδρυτή και ιδιοκτήτη της εταιρίας Aérospatiale, κατασκευάστριας των αεροπλάνων Mirage και Airbus), απαγάγοντας τον τελευταίο και αποκτώντας, κατ’ επέκταση, πρόσβαση στους τραπεζικούς του λογαριασμούς. Η παρουσία του Ρασταπόπουλου στη συγκεκριμένη περιπέτεια διαφέρει παρασάγγας από όλες τις προηγούμενες. Εδώ, συντελείται μια συστηματική αποδόμηση της προσωπικότητάς του, η οποία, τόσο σε επίπεδο παρουσιαστικού όσο και σε επίπεδο πλοκής, αφαιρεί από πάνω του ο,τιδήποτε δόλιο και τρομακτικό υφίστατο μέχρι τότε, καθιστώντας τον γελοίο και σχεδόν ακίνδυνο. Φέρει μια ανόητη περιβολή κάου-μπόυ, συναγωνίζεται φραστικά με τον Carreidas, υπό την επήρεια ορού της αλήθειας, ως προς το ποιος από τους δύο εκπροσωπεί την απόλυτη ενσάρκωση του κακού, σκάνε κατά λάθος χειροβομβίδες στα χέρια του, ουρλιάζει σπαρακτικά από πόνο όταν αφαιρείται ένα τσιρότο από το στόμα του, τέλος, πέφτει θύμα απαγωγής από…εξωγήινους. “Στην εξέλιξη της διήγησης, ανακάλυψα ότι ο Ρασταπόπουλος και ο Alan [το πρωτοπαλήκαρό του] δεν ήταν παρά δύο απλοί κακομοίρηδες. Το διαπίστωσα έχοντάς τον ντύσει με ρούχα κάου-μπόυ πολυτελείας. Μου φάνηκε τόσο γελοίος και αλλόκοτος, που έπαψε ξαφνικά να μου επιβάλλεται”, εκμυστηρεύτηκε πολύ αργότερα ο Hergé. Η απομυθοποίηση είχε συντελεστεί στην πορεία των πραγμάτων, δίχως, ενδεχομένως, να είναι αυτή η αρχική πρόθεση του δημιουργού.

Κι’ όμως, ο επτάψυχος Ρασταπόπουλος φαίνεται ότι κατάφερε να ξεφύγει ακόμα και από τους εξωγήινους, συμμετέχοντας στο τελευταίο (ημιτελές) άλμπουμ της σειράς, το οποίο φέρει τον τίτλο Tintin et l’Alph-Art. Ο θάνατος πρόλαβε τον Hergé ενόσω τα σχέδια βρίσκονταν σε πρωτόλεια μορφή δίχως ουδείς να γνωρίζει (ενδεχομένως ούτε και ο ίδιος) την εξέλιξη και την κατάληξη της πλοκής. Ο εκδότης σεβάστηκε τα λόγια του δημιουργού της σειράς (“Ο Tintin θα σβήσει μαζί με μένα. Μόνο εγώ γνωρίζω πως να εμφυσήσω πνοή στους πρωταγωνιστές, που εκπροσωπούν, όλοι, πτυχές του δικού μου εαυτού”) και απόφυγε να αναθέσει σε κάποιον τρίτο τη συμπλήρωση του τόμου, δημοσιεύοντας τον τελευταίο ως είχε. Ο ρόλος του κακού αναλογεί στον Endaddine Akass, έναν δαιμόνιο ταχυδακτυλουργό με σκοτεινό παρελθόν και καταγωγή από την Τζαμάικα, ο οποίος αρέσκεται στο να προμηθεύει, εν αγνοία τους, ιδιώτες και μουσεία με πλαστά έργα τέχνης. Φημολογείται πως ο Hergé σκόπευε να αποκαλύψει προς το τέλος την πραγματική ταυτότητα του Akass, που δεν ήταν άλλη από εκείνη του Ρασταπόπουλου. Φυσιογνωμικά, τα χαρακτηριστικά τους ταιριάζουν, είναι αμφότεροι εκατομμυριούχοι, δόλιοι και αδίστακτοι. Μάλιστα, ο Hergé, έχοντας απόλυτη συνείδηση πως επρόκειτο για το τελευταίο άλμπουμ της σειράς, φαίνεται πως είχε την πρόθεση να την ολοκληρώσει με δραματικό τρόπο, βάζοντας τον Akass να δολοφονήσει τον ήρωά του. Ωστόσο, τίποτα από τα παραπάνω δεν έχει επιβεβαιωθεί κατηγορηματικά. Στα κατάλοιπα του σκιτσογράφου δεν βρέθηκαν στοιχεία, τα οποία να συνηγορούν με βεβαιότητα υπέρ μιας τέτοιας εκδοχής. Είναι γεγονός, πάντως, ότι στο τέλος του προηγούμενου άλμπουμ (Ο Tintin και οι Πικαρός), είναι εμφανή τα ίχνη της κόπωσης των ηρώων, όπως και κάποιου είδους παραίτησής τους από τη ζωή. Ίσως αυτή ακριβώς η αίσθηση του τέλους (σε συνδυασμό με την προχωρημένη ηλικία του ιδίου) να ενέπνευσε στον Hergé την προοπτική ενός δραματικού και απαισιόδοξου φινάλε, μη αφήνοντας περιθώρια σε κάποιον τρίτο να παραλάβει τη σκυτάλη, όπως συνέβη με άλλες εξίσου πετυχημένες και δημοφιλείς περιπτώσεις (π.χ. Astérix). Αν όντως έτσι έχουν τα πράγματα, και στο ποσοστό που ο Akass είναι πράγματι ο Ρασταπόπουλος, τότε θα επρόκειτο για την υπέρτατη εκδίκηση του κακού σε βάρος του καλού, για την απόλυτη ανατροπή του μηνύματος και της φιλοσοφίας της σειράς ολόκληρης, καθώς και της εν γένει κοσμοαντίληψης του δημιουργού της.

Πάντως, οι εμφανίσεις του Ρασταπόπουλου δεν περιορίζονται στα παραπάνω. Συμμετέχει στην ταινία κινουμένων σχεδίων Η λίμνη με τους καρχαρίες, ενώ, το 1983, έτος θανάτου του Hergé, ο συνεργάτης και φίλος του, Jacques Martin, εν είδει σπονδής, συμπεριέλαβε εκτάκτως τον Ρασταπόπουλο στη δική του σειρά Οι περιπέτειες του Alix, που διαδραματίζεται στην αρχαία Ελλάδα. Το γεγονός ότι ο εγκληματίας είναι ενδεδυμένος με την ίδια, σχισμένη, αμφίεση που φορούσε τη στιγμή, κατά την οποία απήχθη από τους εξωγήινους, αφήνει να εννοηθεί ότι τα όσα μεσολάβησαν, δεν ήταν παρά μια μεγαλειώδης μεταφορά μέσα στον χρόνο.

Η πλέον απρόσμενη, και συνάμα γεμάτη φαντασία και χιούμορ, εξέλιξη, συντελέστηκε τον Νοέμβριο του 2016 στις εγκαταστάσεις του Πανεπιστημίου του Poitiers, όπου διεξήχθη η δίκη του Ρασταπόπουλου, ερήμην του κατηγορουμένου. Σύμφωνα με τον συνήγορο υπεράσπισης, ο τελευταίος επικαλέστηκε λόγους ψυχικής οδύνης, προκειμένου να αιτιολογήσει την απουσία του από το εδώλιο… Φυσικά πρόκειται για δικαστική παρωδία, η οποία είναι ξεκαρδιστική, εν μέρει χάρη στην αληθοφάνειά της. Εννοείται πως, παρά την φιλότιμη προσπάθεια της υπεράσπισης, που αιτήθηκε την πλήρη επανένταξή του στην κοινωνία, ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε ομόφωνα από τους ενόρκους.
Η δίκη του Ρασταπόπουλου. Το κατηγορητήριο (Εισαγγελέας: Patrice Davost)
Η δίκη του Ρασταπόπουλου. Η αγόρευση της υπεράσπισης (Συνήγορος: Thierry Wickers) Η ετυμηγορία (Πρόεδρος του Δικαστηρίου: Gérard Perre)

Basil Bazaroff
Εάν ο Ρασταπόπουλος υπήρξε αποκύημα της φαντασίας του σκιτσογράφου (“Ο Ρασταπόπουλος δεν αντιπροσωπεύει κανέναν απολύτως. Τα πάντα ξεκίνησαν από ένα όνομα, το οποίο μού πρότεινε ένας φίλος. Κατ’ εμέ, πρόκειται για κάποιον Έλληνα λεβαντίνο, χωρίς επιπρόσθετα στοιχεία, προφανώς άπατρι, εφόσον δεν καταλαβαίνει από νόμους και πίστη”), δεν ισχύει το ίδιο με τον Basil Bazaroff. Με αντικατάσταση ενός, μόνο, συμφώνου και τον αναγραμματισμό άλλου ενός στο επώνυμο, αντιλαμβάνεται κανείς αβίαστα πως πρόκειται για τον ελληνικής καταγωγής μεγαλοεπιχειρηματία και περιβόητο έμπορο όπλων Sir Basil Zaharoff (Βασίλειο Ζαχαρίου, 1848-1936), ο οποίος διαδραμάτισε σημαντικό παρασκηνιακό ρόλο στην ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα σε βαθμό τέτοιο, ώστε να χαρακτηριστεί ως “ο μυστηριώδης άνθρωπος της Ευρώπης” ή “ο Άρχοντας του σκότους“.
Μετά τη δημοσίευση, το 2005, απόρρητων εγγράφων του Foreign Office των ετών 1873-1939, προέκυψαν στοιχεία, σύμφωνα με τα οποία ο Ζαχάρωφ εργάστηκε ως πράκτορας της Βρετανίας προκειμένου να οδηγήσει την Ελλάδα να παρέμβει στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό του συνασπισμού της Αντάντ (Βρετανία – Γαλλία – Ρωσία). Για τις υπηρεσίες του αυτές, έλαβε τιμητικό τίτλο. Σε επιστολή του Ζαχάρωφ προς τον σύνδεσμό του με τον Βρετανό πρωθυπουργό, αναφέρει ότι για δωροδοκίες στην Ελλάδα χρειάζονταν 1,5 εκατομ. λίρες Αγγλίας. Με τα χρήματα αυτά θα επιδίωκε να εξαγοράσει 45 Έλληνες βουλευτές. Ο Βρετανός πρωθυπουργός δέχτηκε αυτές τις προτάσεις όπως αναφέρεται σε έγγραφο της 11 Δεκ. 1915 και έδωσε χρήματα στον Ζαχάρωφ μέσω της Barclay’s Bank. Ακολούθως, ο Ζαχάρωφ χρηματοδότησε, μεταξύ άλλων, την ίδρυση του Εκδοτικού Οίκου των Φιλελευθέρων. Το 1916, επειδή ακόμα δεν είχε επιτευχθεί η έξοδος της Ελλάδας στον πόλεμο, πέτυχε νέα γαλλο-βρετανική χρηματοδότηση του Κόμματος των Φιλελευθέρων με επιπλέον 5.000.000 δραχμές. Η κυβέρνηση Βενιζέλου της περιόδου 1917-1920 τίμησε τον Ζαχάρωφ με τον Μεγαλόσταυρο του Σωτήρος. Μετά τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου ο Ζαχάρωφ λέγεται ότι υποστήριξε τον Βενιζέλο κατά την πρώτη φάση της ελληνικής εκστρατείας στη Μικρά Ασία. Ασχολήθηκε επίσης με τη βιομηχανία πετρελαίου καθώς και με τα ναυπηγεία. Χάρη στην προσωπική του γνωριμία με τον πρίγκιπα Λουδοβίκο Β΄ του Μονακό, αγόρασε το υπό πτώχευση περίφημο καζίνο του Πριγκιπάτου, καθιστώντας το εκ νέου κερδοφόρο. Το επιχειρηματικό δαιμόνιο του Ζαχάρωφ αναδεικνύεται ανάγλυφα στο ακόλουθο χαρακτηριστικό παράδειγμα: δουλεύοντας πλέον με ποσοστά επί των πωλήσεων, πούλησε στην Ελλάδα ένα υποβρύχιο τύπου Nordenfelt. Εν συνεχεία παρουσίασε την παραπάνω προμήθεια στην Τουρκία ως ευθεία απειλή εις βάρος της, πείθοντάς την να αγοράσει άλλα δύο. Απευθύνθηκε, τέλος, στη Ρωσία και, δημιουργώντας την εντύπωση θαλάσσιου υπερεξοπλισμού νοτίως της Μαύρης Θάλασσας, πούλησε και σε εκείνη άλλα δύο!

Σε αντιδιαστολή με τον Ρασταπόπουλο, στη σειρά του Hergé ο Bazaroff κάνει την εμφάνισή του μία και μοναδική φορά, στην περιπέτεια με τίτλο Το σπασμένο αυτί. Η ομοιότητα με το πρωτότυπο είναι απόλυτη και δεν αφήνει περιθώρια για παρερμηνείες. Αμφότεροι έχουν τη συνήθεια να ντύνονται με τον ίδιο, πάντοτε, τρόπο: ίδιο αδιάβροχο, ίδιο καπέλο, ίδιο μπαστούνι. Ο Bazaroff, ως πιστό αντίγραφο, επισκέπτεται διαδοχικά δύο λατινοαμερικανικά κράτη, τα οποία βρίσκονται σε μεταξύ τους αντιπαράθεση, πουλώντας και στα δύο τα ίδια ακριβώς όπλα, καθώς και την ίδια ποσότητα.

Anton Karabine
Πρόκειται για τον “κακό” της πρώτης, κατά σειρά, κινηματογραφικής ταινίας με τίτλο Το μυστήριο του Χρυσόμαλλου Δέρατος, το μεγαλύτερο μέρος της οποίας διαδραματίζεται στην Ελλάδα (βλ. παρακάτω). Όπως φαίνεται και από την κάρτα του, ο Καραμπίνης είναι ταυτόχρονα πρόεδρος και γενικός διευθυντής της εταιρίας Karexport, με έδρα την Κωνσταντινούπολη, την Αθήνα και την Αλεξάνδρεια.

Έχοντας εμπλακεί στο παρελθόν, ως μέλος μιας ομάδας τυχοδιωκτών, σε ένα σκοτεινό πραξικόπημα σε χώρα της Λατινικής Αμερικής και συμμετάσχει στη μεταφορά, εκτός συνόρων, του κρατικού χρυσού, αναλώνεται σε ολόκληρη τη διάρκεια της ταινίας σε ένα πρωτοφανές κυνήγι θησαυρού, από κοινού με τους υπόλοιπους πρωταγωνιστές, οι οποίοι τον βρίσκουν συνεχώς μπροστά τους. Προκειμένου δε να πετύχει τον στόχο του, δηλαδή τον εντοπισμό του χρυσού, επιστρατεύει το σύνολο του προσωπικού της εταιρίας του, έτσι ώστε να λειτουργεί περισσότερο σαν μαφιόζικη οργάνωση παρά σαν επιχείρηση. Στην οθόνη τον υποδύεται ο Δημήτρης Μυράτ, ο οποίος εντυπωσιάζει τόσο με το ψυχρό και αδίστακτο ύφος του, όσο και με την άψογη χρήση της γαλλικής γλώσσας (με ανεπαίσθητη μεσογειακή προφορά, στοιχείο που ταιριάζει, άλλωστε, στην ελληνική καταγωγή του χαρακτήρα, τον οποίο υποδύεται). Στο τέλος, ακολουθεί τη μοίρα των περισσοτέρων κακοποιών του Hergé, καταλήγοντας στη φυλακή.

Angorapoulos
Πρωτοπαλλήκαρο του Καραμπίνη στην ίδια κινηματογραφική ταινία, ο (αγνώστου μικρού ονόματος) Ανγκοράπουλος είναι το εκτελεστικό όργανο της συμμορίας, ο άνθρωπος για τις βρώμικες αποστολές. Δολοφονεί, απαγάγει, ρουφιανεύει κατόπιν άνωθεν εντολών, δίχως να προβληματίζεται καθόλου για την ηθική διάσταση και τις συνέπειες των ενεργειών του.
Αν και κάνει την εμφάνισή του συχνά μέσα στο έργο, σε κομβικές, μάλιστα, σκηνές, είναι εμφανές από την πρώτη κιόλας φορά, πως πρόκειται για έναν επαγγελματία δολοφόνο, όχι όμως για τον εγκέφαλο της οργάνωσης που κινεί τα νήματα από τα παρασκήνια. Δύο είναι οι σημαντικότερες σκηνές του έργου, τις οποίες σφραγίζει με την παρουσία του: 1) μία πάλη με τον πρωταγωνιστή Tintin, πραγματικό υπόδειγμα άσκησης πολεμικών τεχνών και 2) μία καταδίωξή του μέσα στους δρόμους της Αθήνας, που προσφέρει παράλληλα στον θεατή μια νοσταλγική ενθύμηση της ελληνικής πρωτεύουσας των αρχών της δεκαετίας του ’60.


Η αθυροστομία ενός πλοιάρχου
Ο Archibald Haddock, πλοίαρχος του εμπορικού ναυτικού, είναι το πληθωρικό alter ego του πρωταγωνιστή της σειράς, καθώς λειτουργεί με αξιοθάυμαστη συμπληρωματική συμμετρία συγκριτικά με τον συγκρατημένο, ανέκφραστο και απλουστευμένα σχεδιασμένο Tintin. Από γραφικής απόψεως, ο Haddock διαθέτει, χάρη στο ταλέντο του Hergé, ένα ιδιαίτερα κινητικό πρόσωπο (τα συναισθήματά και ο εκρηκτικός του χαρακτήρας εξωτερικεύονται άμεσα στην έκφραση του προσώπου του), η δε εν γένει παρουσία του προσδίδει σε ολόκληρη τη σειρά (από τον όγδοο τόμο, όπου πρωτοεμφανίζεται, μέχρι το τέλος) παλμό, ρυθμό, ποικιλία, χιούμορ, κέφι, ευρηματικότητα. Πέρα, όμως, από την έφεσή του προς τα οινοπνευματώδη ποτά, ο Haddock διακρίνεται, ως γνήσιος ναυτικός που είναι, για την ακατάσχετη αθυροστομία του. Το ρεπερτόριο των βλασφημιών του είναι ατελείωτο και αντλεί έμπνευση από όλους τους τομείς της ανθρώπινης γνώσης (από την ιατρική μέχρι την θεολογία, από τη βοτανική μέχρι τη ζωολογία, από τη χημεία μέχρι την ανατομία, από τη μετεωρολογία μέχρι τη ρητορική). Έχουν καταμετρηθεί άνω των 220 διαφορετικές βρισιές στο σύνολο της σειράς.

Ωστόσο, πρέπει να επισημανθούν δύο παράμετροι: 1) Από τη στιγμή που η σειρά απευθύνεται σε παιδικό κοινό, καμία απολύτως από τις βλασφημίες δεν είναι χυδαία. Τις περισσότερες φορές λειτουργούν καθαρά ηχητικά, δίχως να βγάζουν νόημα. Προσλαμβάνουν βαρύτητα μόνο και μόνο χάρη στην οργισμένη έκφραση του προσώπου του πρωταγωνιστή. 2) Πολλές από αυτές διαθέτουν ελληνική ρίζα. Ακολουθεί μια σχετική επιτομή με αλφαβητική σειρά και διατήρηση, στο ακέραιο, της γαλλικής απόδοσης και ορθογραφίας.
Αérolithe, Amphitryon, Analphabète, Anthracite, Anthropophage, Anthropopithèque, Apophtegme, Autocrate, Autodidacte, Brontosaure, Cannibale, Catachrèse, Cataplasme, Cercopithèque, Choléra, Chrysanthème, Coléoptère, Coloquinte, Cyanure, Cyclone, Diplodocus, Doryphore, Dynamiteur, Ectoplasme, Égoïste, Électron, Gargarisme, Gyroscope, Ηérétique, Hydrocarbure, Iconoclaste, Isotope, Lépidoptère, Logarithme, Macrocéphale, Mégalomane, Nyctalope, Ornithorynque, Oryctérope, Pachyderme, Paranoïaque, Parasite, Patate, Phénomène, Phlébotome, Phylactère, Phylloxéra, Pirate, Polygraphe, Protozoaire, Pyromane, Pyrophore, Rhizopode, Satrape, Schizophrène, Scorpion, Soulographe, Technocrate, Troglodyte κ.ά.

Ονοματοδοσία με αρχαιοελληνική μεγαλοπρέπεια
Πολλά μικρά ονόματα πρωταγωνιστών και κομπάρσων είναι αρχαιοελληνικής προέλευσης. Στις περισότερες περιπτώσεις πρόκειται για διαπρεπείς επιστήμονες, οπότε η ονοματοδοσία δικαιολογημένα προσδίδει κύρος και εμπνέει σεβασμό. Ιδού μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα: Tryphon, Hippolyte, Isidore, Philémon, Nestor, Euclide, Aristide, Thémistocle, Midas.



Το μυστήριο του “Χρυσόμαλλου Δέρατος” (1961). Μια συναρπαστική ταινία για παιδιά 7-77 ετών
Η πρώτη (από τις δύο συνολικά) κινηματογραφικές ταινίες με πρωταγωνιστές τους ήρωες του Hergé, διαδραματίζεται σε μεγάλο ποσοστό στην Ελλάδα (Αθήνα, Πειραιάς, Μεσόγεια, Μετέωρα, Περαχώρα Κορινθίας). Πρόκειται για μια πρώτου μεγέθους επιτυχία, η οποία οφείλεται σε δύο παραμέτρους: 1) στο ευρηματικό σενάριο των André Barret και Rémo Forlani, σε στενή συνεργασία και υπό την υψηλή εποπτεία του ιδίου του Hergé και 2) στην καθ’ όλα πειστική ομοιότητα και ενσάρκωση από τους επιλεγέντες ηθοποιούς της προσωπικότητας των ηρώων της δημοφιλούς σειράς. Ο κεντρικός ρόλος ανατέθηκε σε έναν άγνωστο νεαρό (Jean-Pierre Talbot), ο οποίος κατάφερε να εμφυσήσει ζωή στον πρωταγωνιστή της σειράς και να τον κάνει να ξεπηδήσει από τις σελίδες του κόμικ διατηρώντας στο ακέραιο ολόκληρο το προϋπάρχον πνεύμα.
Tintin et le Mystère de la Toison d‘Or – Η επιλογή του Jean-Pierre Talbot για τον πρωταγωνιστικό ρόλο
Για τους υπόλοιπους ήρωες επιλέχθηκαν επαγγελματίες ηθοποιοί, που αποδίδουν με ανάλογη επιτυχία τους θεμελιώδεις χαρακτήρες: Georges Wilson (πλοίαρχος Haddock), Georges Loriot (καθηγητής Tournesol), ενώ σε δευτερεύοντες ρόλους εμφανίζονται οι Δημήτρης Μυράτ, Δημήτρης Νικολαΐδης και Δήμος Σταρένιος. Στη σκηνή του γαμήλιου γλεντιού συμμετέχει το Συγκρότημα Παραδοσιακών Χορών της Δόρας Στράτου.
Το Χρυσόμαλλον Δέρας (Toison d’Or), για το οποίο γίνεται λόγος στον τίτλο του έργου, είναι ένα σαπιοκάραβο, που κληρονομεί εντελώς αναπάντεχα ο επιστήθιος φίλος του πρωταγωνιστή, πλοίαρχος Haddock. Επάνω σε αυτό βρίσκεται έντεχνα καμουφλαρισμένος ένας ολόκληρος θησαυρός από ατόφιο χρυσό. Το μυστικό, που ανακαλύπτουν με την εξέλιξη της περιπέτειας σταδιακά οι πρωταγωνιστές, είναι γνωστό ευθύς εξ αρχής σε κύκλους, οι οποίοι επιχειρούν με κάθε θεμιτό και αθέμιτο μέσο να οικειοποιηθούν τον θησαυρό, οδηγώντας τα πράγματα σε ακραίες καταστάσεις. Εν ολίγοις, πρόκειται για ένα εξαιρετικό έργο, κατάλληλο για μικρά και για μεγάλα παιδιά.
Tintin et le Mystère de la Toison d‘Or –Trailer



Boulogne-Billancourt.
Παρωδίες, κερδοσκοπίες και κακότεχνες απομιμήσεις κατά την μετά Hergé εποχή
Παρόλη την προσωπική απόφαση του Hergé να μην υπάρξει συνέχεια της σειράς μετά τον θάνατό του, ο κόσμος του Tintin δεν απόφυγε πάμπολλες κακότεχνες απομιμήσεις και παρωδίες συχνότατα και πέραν των ορίων της πραγματικής βεβήλωσης. Κυκλοφόρησαν διάφορες εκδοχές με συμπληρωμένη την πλοκή της ημιτελούς τελευταίας περιπέτειας Tintin et l’ Alph-Art (ο Hergé ουδέποτε αποκάλυψε τις προθέσεις του σχετικά με το τέλος), αλλά και φανταστικά άλμπουμ με νέες περιπέτειες, κακότεχνες αναπροσαρμογές των κλασσικών τόμων της σειράς, σχέδια εξωφύλλων, παρωδίες ακόμα και με χυδαίο πορνογραφικό περιεχόμενο κ.λ.π. Όλα αυτά, εννοείται, δίχως την έγκριση των κατόχων των πνευματικών δικαιωμάτων, οι οποίοι συχνά αναγκάστηκαν να προσφύγουν στη Δικαιοσύνη. Μεταξύ των παραπάνω, κυκλοφόρησαν δύο εξώφυλλα μιας περιπέτειας με τίτλο Ο Tintin στην Ελλάδα, καθώς και μια ειρωνική αναφορά, μετά το 2010 προφανώς, στην Ελλάδα των Μνημονίων (!) συσχετίζοντας την τελευταία με τον κόσμο του Tintin. Άλλο εξώφυλλο τιτλοφορείται Tintin εναντίον Ρασταπόπουλου. Αποδεικνύεται πόσο δίκιο είχε ο Hergé όταν επέλεξε να πάρει μαζί του των ήρωά του στον άλλο κόσμο. Ή μήπως, αντίθετα, το γεγονός ότι δεν επέτρεψε στους έμπειρους συνεργάτες του να συνεχίσουν την παραγωγή (όπως συνέβη με τις εξίσου δημοφιλείς σειρές Astérix, Lucky Luke, Blake & Mortimer) οδήγησε σε αυτή την κατάχρηση; Η υπόθεση είναι πολύ περίπλοκη, προκειμένου να βρεθεί μια αξιόπιστη απάντηση. Άλλωστε, αυτό ξεπερνά κατά πολύ το σκεπτικό και το περιεχόμενο του παρόντος αφιερώματος.

– Τότε οι πιστωτές θα δημιουργήσουν τον Tintin.

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

Το Επιμύθιον εύχεται ολόψυχα στους αναγνώστες του Καλή Χρονιά!
