«Ένα τοπίο δεν είναι όπως το αντιλαμβάνονται μερικοί, κάποιο, απλώς, σύνολο γης, φυτών και υδάτων», είναι «…η προβολή της ψυχής ενός λαού πάνω στην ύλη » κατά τον Ελύτη. Το ελληνικό τοπίο κρύβει τη σοφία του λαού πάνω στο οποίο έζησε, που το διαμόρφωσε και το σεβάστηκε, που κόπιασε για να το διατηρήσει ως αξία, που άλλοτε το αδίκησε, το κακοποίησε ή το υποβάθμισε, το παρέδωσε από αδυναμία ή αλληλοσπαραγμούς σε αλλοφύλους, το ξανακέρδισε αλλά δεν κατορθώνει μέχρι σήμερα να το αναπλάσει όπως θάπρεπε. «… εντολή μας αυτός ο κόσμος και γραμμένος μες στα σπλάχνα μας είναι», ό,τι έχουμε και δεν έχουμε βρίσκεται σ’ αυτό το χώμα, τα βουνά και τις πεδιάδες μας, τα νησιά και τα πελάγη μας «ό,τι άξιον εστί», ό,τι στ’ αλήθεια ανέπαφο, το φυλάει η γη, που έχει στοιχειώσει μέσα στα ζωντανά φαντάσματα της: Ίσκιοι, κομμένα μαρμάρινα κεφάλια και χέρια, όστρακα κραυγών σε πηλό, η κεντημένη Κυρά – Πηνελόπη, η Αρετούσα σαν σε άδειο παράθυρο, η Λυγερή του τραγουδιού και του Άδη, οι χαιρετισμοί στο Ρόδο το Αμάραντο, τα οστά μας άνθη της αύριον, οι Άγιοι και τα εικονίσματα και τα τέρατα και τα σημεία, το λιγοστό νερό, οι σάτυροι και οι νύμφες και ό,τι άλλο μας κάνει να νιώθουμε ποιο είναι το «νυν» και ποιο το «αιέν» του κόσμου» γράφει ο Τάσος Λιγνάδης ερμηνεύοντας το Άξιον Εστί του μεγάλου νομπελίστα ποιητή μας.
Την ιστορία που θα σας αφηγηθώ για το πώς γεννήθηκε και εξελίχθηκε αυτός ο χώρος του Αιγαίου, ο χώρος των Κυκλάδων με τη νεότερη κόρη τους τη Σαντορίνη, την Καλλίστη, δεν θα την ιστορήσω με αυστηρούς γεωεπιστημονικούς όρους, ούτε θα την υμνήσω για να γλυτώσω από τη σαγήνη της. Θα προσπαθήσω στη συνέχεια να σας οδηγήσω σ’ ένα σύντομο ταξίδι για τη μνήμη του χώματος και της ύπαρξής μας μέσα από τα δίχτυα της ποίησης και τα μονοπάτια της επιστήμης. Θα μπορούσα να περιοριστώ στην πεζή γλώσσα της γεωλογίας, ή να την επενδύσω με τις υπερβατικές ρήτρες του μύθου και της ποίησης. Θα επιχειρηθεί όμως το αντίθετο. Θα επενδύσω την ποίηση με την επιστήμη, μέσα από τις πύρινες λέξεις του ύμνου της «Γενέσεως» του εθνικού μας ποιητή, επιτρέψτε μου να αποκαλώ έτσι τον Οδυσσέα Ελύτη, τους ύμνους και τα αναγνώσματα, τους ψαλμούς και τα άσματα, τη «Συνείδηση της Πετραίας γης», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Μανώλης Γλέζος, και τη συνείδηση του Ελληνικού Μύθου. Αν και η ποίηση δεν εκφράζει αλήθειες με την επιστημονική σημασία της λέξης, χρησιμοποιεί όμως την επιστήμη και τη φιλοσοφία των άλλων, όταν τα χρειάζεται, όπως επισημαίνει ο Γιώργος Σεφέρης. Η ποίηση δεν είναι για προσωπικές εξομολογήσεις, και αν τις κάνει, δεν είναι αυτές που τη σώζουν. Το ίδιο και ο μύθος, με τον πυρήνα μιας πραγματικότητας, την απλότητα και την ψυχαναλυτική του δύναμη και γοητεία, δεν μπορεί να εκφράσει τη σημερινή επιστημονική πραγματικότητα, αλλά μπορεί να την επενδύσει και να την κάνει περισσότερο ελκυστική, γιατί οι άνθρωποι ήταν πάντα μυθοπλάστες, γιατί ο μύθος είναι πρόσμειξη της πραγματικότητας με τη μυθοπλασία, γιατί είναι αλληγορικός, κατανοητός και καταλυτικός για την ανθρώπινη σκέψη.
Στο Άξιον Εστί ο Ελύτης μιλάει για τη γένεση, τη δημιουργία του Αιγαίου, με ποιητική, υπερβατική γλώσσα σχεδόν βιβλική, όπου προσδιορίζει τα θεμέλιά μας και τους αγώνες του λαού μας. Ο Ελύτης έχει την αίσθηση της αδιαίρετης ελληνικής γλώσσας από τον Όμηρο ίσαμε σήμερα. «Μοναχή έγνοια η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Ομήρου» γράφει. Γιατί η ποίηση αγγίζει τη λογική, όπως υποστηρίζει και ο Μαρωνίτης. «Στις λέξεις υπάρχει πάντα ένα πείραμα», κατά τον Καρούζο και το πείραμα, η επιβεβαίωση της παρατήρησης και της μέτρησης, είναι επιστήμη.

Στους ποιητές μας βρίσκουμε τις διασπαραγμένες φωνές του Θαλή, του Ηράκλειτου, του Δημόκριτου, του Θεόφραστου, του Επίκουρου, την πεμπτουσία του Αριστοτέλη ή την πλατωνική «μείξιν των εναντίων» εκεί όπου υπάρχουν «γαλήνιοι αμφορείς, όρθιοι κίονες, εράσμιες κόρες με τα πέτρινα χέρια» (Ελύτης). Βρίσκουμε τον Απόλλωνα και τη δημιουργία του κόσμου. Τον «Ήλιο τον ηλιάτορα», «τον πρωτομάρτυρα ήλιο» για να αντικρίσουμε μαζί «τη ριψοκίνδυνη αίγλη», τις αχειροποίητες εικόνες, τις νύμφες και τις νεράιδες, προσωποποιήσεις μιας υπέροχης φύσης, της ελληνικής γης,. «Τα νησιά με το σπόνδυλο κάποιανου Δία», τα είδωλα των τοπίων, που τα συνθέτουν η φύση, ο λαός, η παράδοση και το μυστήριο του κάλλους των. Μέσα σ΄ αυτά διαδραματίζονται οι φυσικές αλλαγές και το ανθρώπινο δράμα, η Ζωή με το Θάνατο και την Ανάσταση, η απολιθωμένη πέτρα, φωνές της δημιουργίας της γης και τα αιώνια κύματα της θάλασσας, ο χορός, το τραγούδι και το μοιρολόι, ζωντανά ομοιώματα των παθών των ανθρώπων που ριζώνουν σε τούτη τη γη, που μας σηκώνει και τη σηκώνουμε μ΄ όλο το βάρος της στους ώμους μας. «Τα θεμέλια μου στα βουνά, Και τα βουνά σηκώνουν οι λαοί στον ώμο τους » (Ελύτης).

Πώς γεννήθηκε «Αυτός ο Κόσμος ο μικρός ο μέγας», όπως τον προσεγγίζει η αστροφυσική σήμερα, η Μεγάλη Έκρηξη από το πρώτο χιλιοστό του δευτερολέπτου μέχρι μερικά εκατομμύρια χρόνια, με όλες τις αβεβαιότητες με την αυξανόμενη πολυπλοκότητα ή ο πρώτος ύμνος του Ελύτη; Κατά τον ποιητή στην αρχή ήταν το φως του «Ήλιου του πρώτου», του Προμηθέα, ο ήλιος της ελευθερίας. «Φως ιλαρόν αθανάτου πατρός», το Φως και «εν αυτώ ζωή ην και η ζωή η το φώς των ανθρώπων». Το φως είναι η αρχή κάθε γενέσεως, φυσικής και πνευματικής δημιουργίας.
«Τότε είπε και γεννήθηκεν η θάλασσα και είδα και θαύμασα …» (Ελύτης)
Από τότε που γεννήθηκε η θάλασσα και είδε και θαύμασε ο ποιητής αλλά και ο γεωεπιστήμονας και μέσω αυτών όλοι εμείς. Πώς όμως πέρασε το γαλανό ρίγος του Αιγαίου στην ποίησή μας, οι χρωματισμοί του ουράνιου τόξου στα πετρώματα; Πώς διαμόρφωσε και συνεχίζει να διαμορφώνει ο υπερρεαλισμός των πετρωμάτων, των κοιτασμάτων και απολιθωμάτων, τη σύγχρονη γνώση μας ;
«Και βολβοί στη γη χρυσοί», καρποί, ομοιώματα γήινα του ήλιου και απ’ αυτό γεννήθηκε η θάλασσα και η ζωή μέσα σ΄ αυτήν. «Αίμα πράσινο», τα πρώτα κύτταρα δηλαδή της ζωής στη θάλασσα με χλωροφύλλη. Οι προκαρυώτες και οι ευκαρυώτες. Τα κυανοφύκη, οι στρωματόλιθοι και το οξυγόνο που πηγάζει από αυτά. Η ατμόσφαιρα και τα φυτά και τα ζώα της ξηράς, μικρά, ορατά και αόρατα, γιγάντια σε μια διαρκή πάλη. Η σύγχρονη γεωλογική και βιολογική αντίληψη θεωρεί τη θάλασσα ως μήτρα της ζωής, αλλά το ίδιο μας λέει και ο Όμηρος «… Ωκεανόν όσπερ γέννεσις πάντεσσι τέτυκται….», τα πάντα γεννήθηκαν στον ωκεανό, το ίδιο τονίζει και ο Αναξίμανδρος ο Μιλήσιος αργότερα (5ος αιώνας π.Χ.).
Η ιστορία της Γης και της ζωής είναι από τα πιο συναρπαστικά, αλλά και τα πιο δύσκολα προβλήματα που αντιμετωπίζει η επιστήμη. Η γεωλογική ιστορία της εξέλιξης του πλανήτη μας και η ιστορία της εξέλιξης της ζωής διήρκεσαν δισεκατομμύρια χρόνια. Η προσπάθεια για την αναπαράστασή τους γίνεται από μερικά σκόρπια παλαιοντολογικά «αρχεία», τα απολιθώματα οργανισμών τα λιθοποιημένα σώματα, όπως τα ονόμαζε ο Θεόφραστος στο βιβλίο του Περί των Λιθουμένων, που δυστυχώς χάθηκε, τα οποία γίνονται όλο και περισσότερο σπάνια ή σκοτεινά όσο προχωράμε βαθύτερα μέσα στα πετρώματα και κατά συνέπεια στον χρόνο.
Πώς όμως διαμορφώθηκε αυτή η καταπληκτική γεωποικιλότητα του ελλαδικού χώρου και συνετέλεσε στη διαμόρφωση αυτού του λαού που τον κατοίκησε ;
Στον άχρονο γεωλογικό χρόνο, για το πλαίσιο των ανθρώπινων μέτρων μας, ο χρόνος κυλούσε με ρυθμούς εκατομμυρίων και εκατοντάδων χιλιετιών. «Τερατόμορφος ο χρόνος», «Ο πολλούς αιώνες πριν . . . .» κατά τον ποιητή μας, «ο Παλαιός των Ημερών . .» κατά τον προφήτη Δανιήλ. Στη βραδύτατη αυτή ροή του χρόνου που φαίνεται στατική, μεγάλες και μικρές γεωλογικές διεργασίες έλαβαν χώρα για να χτίσουν και να γκρεμίσουν, να ξαναρχίσουν από την αρχή και να διαμορφώνουν πάλι το τοπίο, τα χθόνια θεμέλιά μας. Αλλεπάλληλες και εκτεταμένες γεωλογικές αναστατώσεις και συχνές αλλαγές, που πάντα ξεκινούσαν ως μικρά και ασήμαντα γεγονότα, που με σύμμαχό τους τον απέραντο χρόνο κατέληγαν σε μεγάλης κλίμακας κοσμογονικής έντασης και έκτασης αναστατώσεις, με ορογενέσεις, δημιουργία αλπικών πτυχώσεων, διάβρωση και διαστρωμάτωση πετρωμάτων, βυθίσματα ολόκληρων ορεινών όγκων και δημιουργία κοιλάδων, αναδύσεις άλλων, επικλήσεις και αποσύρσεις της θάλασσας. Όλα αυτά έχουν σημαδέψει τον χώρο μας. Κοσμογονική λοιπόν η τρομερή γεωτεκτονική «οργή», όταν εκφράζεται με ανθρώπινους όρους, φυσιολογική διεργασία από πλευράς της φύσης, «οργή» του Εγκέλαδου, του ανήμερου θεϊκού γίγαντα, που σύμφωνα με τον μύθο ο ισχυρός πατέρας του Κρόνος, φοβούμενος τη δύναμή του, τον έκλεισε στα έγκατα της γης, όπου όποτε αναταράσσεται από τα κοσμογονικά του βάθη δημιουργεί το τρομακτικό για μας τους κοινούς θνητούς σεισμικό φαινόμενο, τις δονήσεις της στεριάς, της σταθερής γης, όπως έχουμε διαμορφώσει οντολογικά στο υποσυνείδητό μας. Μια διεργασία όμως που δεν παύει να είναι δημιουργική, γιατί σμιλεύει χιλιοστό προς χιλιοστό, εκατοστό προς εκατοστό, μέτρο προς μέτρο το σύνολο του λεπτότατου γήινου φλοιού και διαμορφώνει την επιφάνειά του αντιπαλεύοντας τις άλλες γήινες δυνάμεις του αέρα, του νερού, της βροχής, της επιφανειακής απορροής και των υπόγειων διαδρομών του νερού για να σχηματίσει τον οικοχώρο της ζωής, τη βιόσφαιρα, ακόμη μια γήινη σφαίρα, ανύπαρκτη στους άλλους γνωστούς πλανήτες, με ασαφή όρια, αλλά με ύψιστη σπουδαιότητα.
Στα κύρια στάδια του γεω-ιστορικού χρόνου της νεότερης ιστορίας του πλανήτη μας των 250 εκατομμυρίων χρόνων, η ελληνική γη, το Αιγαίο, η Μικρασία, η νότια Ευρώπη και τα Ιμαλάια διαμορφώθηκαν στα βάθη ενός μεγάλου Ωκεανού, που και στην επιστημονική ορολογία φέρει το όνομα της Τηθύος, της μυθολογικής Κόρης του Ουρανού και της Γαίας, συζύγου του Ωκεανού, που παιδιά της ήταν τα ποτάμια, οι πηγές και όλα τα τρεχούμενα νερά. Τηθύς στις γεωεπιστήμες είναι ο μεγάλος παγκόσμιος ωκεανός που καταστράφηκε πριν από 100 εκατομμύρια χρόνια, από τα υλικά του οποίου «ξεπήδησαν» οι σημερινές μεγάλες οροσειρές. Αποτέλεσε δηλαδή την ύλη της δημιουργίας «. . στεριές μεγάλες που ένιωσα να μυρίζουνε χώμα όπως η νόηση. . », «και στις πέτρες μέσα τράβηξε κλωστές κι απ΄ τα σπλάχνα της γης ανέβασε σχιστόλιθο» (Ελύτης). «Κοιτάζοντας τα αναδυόμενα νησιά» (Σεφέρης).
Πώς δημιουργήθηκαν τα βουνά της Ελλάδας; Η Αιγηίδα ;
Αιγηίδα είναι γεωλογικός – παλαιογεωγραφικός όρος που περιγράφει την ενιαία συμπαγή ξηρά του Αιγαίου, μετά την αλπική ορογένεση και προτού διαμελιστεί στα χιλιάδες νησιά και βραχονησίδες που γνωρίζουμε σήμερα. Αν αφήναμε την πεζή περιγραφή των μεγάλων μεταβολών του φλοιού με την τυποποιημένη επιστημονική γλώσσα και αν δίναμε χώρο στην πιο γλαφυρή περιγραφή του Μανώλη Γλέζου, με ένα απόσπασμα από τη Συνείδηση της Πετραίας Γης, θα είχαμε μια συνοπτική και καταληπτή περιγραφή για «τα κορφοβούνια της στεριάς»:
«Πριν από εκατόν σαράντα εκατομμύρια χρόνια περίπου είχεν αναδυθεί η Αιγηίδα μέσα από τη θάλασσα, την Τηθύ, και βρίσκονταν όπου το σημερινό Αιγαίο. Εξηνταπέντε εκατομμύρια χρόνια κράτησε η γέννηση κι η διαμόρφωση της. Και πριν από πέντε εκατομμύρια χρόνια από σήμερα άρχισεν ο καταποντισμός της, ως και τα δέκα χιλιάδες χρόνια πριν τις μέρες μας. Οι υψηλές εκείνες κορφές της Αιγηίδος με τη χαρακτηριστική γεωμορφολογία τους είναι τα σημερινά νησιά του Αιγαίου – και στο κέντρο του τα Κυκλαδονήσια. Τα κορφοβούνια της Αιγηίδος. Οι κορφές των πανύψηλων βουνών της, που έγιναν νησιά, δεν έπαψαν να είναι βουνοκορφές. Παραμένουν όχι μόνον όπως ήταν αιχμηρές, απότομες και κοφτές, αλλά έχουν υποστεί και τις συνέπειες της φυσικής και ανθρωπογενούς αποσάθρωσης και διάβρωσης. Έχουν, γι’ αυτό το λόγο, απότομες κρημνώδεις ακτές κι οι άκριες τους κάνουν τα νερά κρεμαστά. Όσο πιο μικρό είναι το νησί, τόσο και πιο απότομα σβήνει στη θάλασσα. Ελάχιστα νησάκια είναι χθαμαλά. Όπως τα Κουφονήσια και το Γλαρονήσι τους. Όπως η Ρήνεια. Αντίθετα η Ανάφη, η Γυάρος, η Κέρος, η Χριστιανή, η Νικουριά, η Δονούσα, η Αντίμηλος είναι πανύψηλα σε σχέση με την έκτασή τους. Τα μεγάλα πάλι νησιά είναι όλα με υψηλά βουνά. Κι όσα δεν έχουν τόσο ψηλά βουνά, όπως η Πάρος, η Μύκονος, η Μήλος, η Κέα, η Κύθνος, έχουν στο μεγαλύτερο μέρος τους ακτογραμμές κάθετες, απότομες ορθοπλαγιές που βουτούν ίσα μες στη θάλασσα», ή «Ίπποι πέτρινοι με τη χαίτη ορθή και λοξές δελφινιών ράχες» κατά τον Ελύτη , «Παραπετάσματα βουνών, αρχιπέλαγα, γυμνοί γρανίτες» σύμφωνα με τον στίχο του Σεφέρη. Η «πορφυρογέννητη» Σαντορίνη, «καθ’ ὁμοιότητα σελήνης μηνοειδοῦς».

Γλαφυρή γλώσσα χρησιμοποιεί ο ποιητής Απολλόδωρος (2ος αιώνας π.Χ.) για να περιγράψει την πρώτη δημιουργία ηφαιστειακού νησιού στην καλδέρα της Σαντορίνης το 197 π.Χ. «… η γαρ θάλαττα έτεκεν γη…», μια ποιητική γλώσσα που έχασε αργότερα η επιστήμη. Η περιγραφή συμπληρώνεται από τον Στράβωνα με εντυπωσιακές αφηγήσεις για τις φλόγες και τους καπνούς που ξεπηδούσαν μέσα από το θαλασσινό νερό της καλδέρας. Από τότε από τις υποθαλάσσιες ροές λάβας αναδύθηκαν οι Καμένες, πρώτα η παλιά στα ρωμαϊκά χρόνια (46 μ. Χ.) και με μια εκκωφαντική έκρηξη τον 8ο μ. Χ. αιώνα που τρόμαξε και τους κάτοικους της Κωνσταντινούπολης και της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, τότε που συγκρούονταν δύο θρησκευτικά πολιτικά ρεύματα, εικονομάχοι και εικονολάτρες, και το θεώρησαν θεϊκό σημάδι. Η Νέα Καμένη οικοδομήθηκε σταδιακά από το 1570 στα 1707, 1866, 1925-41, μέχρι το 1950, που ξεμύτησε το τελευταίο και νεότερο κομμάτι γης, η λάβα ή θόλος του Λιάτσικα, όταν « . . .από τον μόχθο της ελπίδας νέα γη ετοιμάζεται» (Ελύτης). Εδώ βλέπεις ζωντανό το γεωλογικό γίγνεσθαι και νιώθεις το ρίγος της γης (σεισμοί), όταν «συνταράσσεται η γης στον τοκετό της δημιουργίας», αλλά και όταν πάλι «γαληνεύει (και) ξανάρχονται οι άνθρωποι . . .και δένονται με τις χθόνιες ρίζες» (Μ. Γλέζος).

Η Άγασα , Φιλεταίρα, Τερασία ή Θηρασία, Στρογγύλη, Καλλίστη, Θήρα η γνωστή μας σήμερα Σαντορίνη «Ρήγισσα των παλμών και των φτερών του Αιγαίου», το νεότερο νησί του Αιγαίου, με τα πολλά ονόματα «Βγήκε από τα σωθικά βροντής, Ανατριχιάζοντας μεσ’ στα μετανιωμένα σύννεφα, πέτρα πικρή, δοκιμασμένη, αγέρωχη . . .όρθωσε ένα στήθος βράχων . . . για να χαράξει εκεί τα σπλάχνα της η ελπίδα, με φωτιά με λάβα με καπνούς» (Ελύτης, Ωδή στη Σαντορίνη).
Ολόκληρο το νησί έχει μιαν άλλη ιστορία. Μετά τα Χριστιανά (2 εκατομμύρια χρόνια) γεννήθηκε το Ακρωτήρι, ο Αρχάγγελος, ο Μπάλος και η Κόκκινη Παραλία (600.000 χρόνια πριν), αρχικά από τη λάβα του πυθμένα και μετά με μικρά ηφαιστειάκια που εξακόντιζαν θεαματικά βολίδες σαν πυροτεχνήματα ως «κόρες κορυφαίου θυμού». Ακολούθησαν τα μεγάλα ηφαίστεια της Περιστερίας, Θήρας, Σημαντήρι, Σκάρος και τέλος του Ρίβα (20.000 χρονια) που πλημμύρισε ολόκληρο το νησί με λάβα, τον ιγκριμβρίτη ή πυρομβρίτη, ως «μελανά βουνά (που) πλέουν στη λάμψη» (Μικρός Προφήτης, Μαύρο βουνό) και «κοιτάζοντας τα κόκκινα νησιά να βυθίζουν» (Σεφέρης, Κόκκινο Βουνό). Όλα αυτά μισοκατέρρευσαν πριν και κατά τη διάρκεια της τελευταίας πολύ μεγάλης έκρηξης της Ύστερης εποχής του Χαλκού, γνωστής και ως Μινωικής (1613 π.Χ.), που εξαφάνισε από το νησί έναν από τους καλύτερους πολιτισμούς του Αιγαίου και της Ανθρωπότητας. Εδώ βλέπεις την « αρχέγονη ύλη ατόφια κι αληθινή μπροστά σου» «πάνω (της) αγκυροβόλησε η έμβια ζωή τα πιο πρόσφατα γεννήματα» ( Μ. Γλέζος). Κατά τον Léonce Élie de Beaumont, η Σαντορίνη είναι η «… σημαντικότερη και διδακτικότερη νήσος, εξ όσων υπάρχουν επί της γης…» και όχι μόνο για τις περιπέτειές της με αντίπαλο τις υποχθόνιες δυνάμεις της Φύσης.

«Εκεί πού βαθιανάσαινε μια θαλασσοσπηλιά
Εκεί πού μια μεγάλη πέτρα εστέναζε!
Ήμερα να χτυπάει στις φλέβες ο παλμός της γης» (Ελύτης),
εκεί που « . . .βουλιάζουν τα νησιά σκουριά και στάχτη» (Γ. Σεφέρης).
Η Παναγιά του Καλού και η έκρηξη του ηφαιστείου Κολούμπο
Ο Κολούμπος ή το Κολούμπο είναι υποθαλάσσιο ενεργό ηφαίστειο σε απόσταση 6,5 χιλιομέτρων βορειοανατολικά της Σαντορίνης το οποίο ανήκει στο Ηφαιστειακό τόξο του Νοτίου Αιγαίου.
Στη χώρα μας βρίσκουμε την Παναγιά με μύρια ονόματα αλλά στη Σαντορίνη τη μοναδική «Παναγιά του Καλού». Ποιό κακό θέλησαν οι ευσεβείς κάτοικοι του νήσου να εξορκίσουν τον 17ο αιώνα; Μα εκείνο το ανέλπιστο της έκρηξης ενός βωβού κρυμμένου κάτω από τη θάλασσα ηφαιστείου του 1650 που σκόρπισέ λάβα ως ελαφρόπετρα, κύματα τσουνάμι και δηλητηριώδη αέρα που αφάνισαν δεκάδες ανθρώπους και χιλιάδες αιγοπρόβατα.
Εκτός από τα βουνά που γνωρίζουμε, στις ηπείρους υπάρχουν και τα υποθαλάσσια, τα «αόρατα» σε μας ή καλύτερα τα «άγνωστα» βουνά, η υφαλοκρηπίδα και η υποθαλάσσια κατωφέρεια. Οι χαράδρες και οι θάλασσες της Ελλάδας αποτελούν εντυπωσιακά παραδείγματα υποθαλάσσιας γεωμορφολογικής ποικιλομορφίας. ΟΙ απότομες ορθοπλαγιές γύρω από τη Σαντορίνη, η βαθιά Τάφρος της Αμοργού – Ανύδρου, η βαθιά κρητική θάλασσα με τις μεγάλες πεδιάδες της που σφύζουν από ζωή, η σεισμική τάφρος του Βορείου Αιγαίου και οι χαώδεις χαράδρες του ελληνικού τόξου, νότια της Κρήτης, Ρόδου και Πελοποννήσου.

Αιγαίο και πολιτισμοί
Η χώρα μας δεν είναι ένα μόνο τοπίο, αλλά πολλά αναρίθμητα. Δεν είναι μόνο πολλά βουνά και κοιλάδες, ούτε μια θάλασσα. Δεν είναι ένας μόνο πολιτισμός, αλλά πολλοί αλυσιδωτά συνδεδεμένοι. Για χιλιάδες χρόνια συνέκλιναν σ΄ αυτόν τον τόπο, διαταράσσοντας και πλουτίζοντας την ιστορία του. «Τόσο ήταν αλήθεια που πιστά με ακολούθησε το χώμα . . .» (Ελύτης)
Το Αιγαίο είναι σχεδόν μια μυθική θάλασσα, ρέει μεταξύ νησιών, χερσονήσων, κόλπων και κολπίσκων, συνδέει “μυθικές πόλεις”, όπως Κνωσός, Ακρωτήρι, Πολιόχνη Λήμνου, Μυκήνες και Τροία, αλλά και ιστορικές όπως Αθήνα, Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη, Ερμούπολη, Ηράκλειο, Θεσσαλονίκη. Ήταν και είναι μια γέφυρα περιπέτειας, ανάγκης, πολιτιστικής επικοινωνίας και πολιτικών και στρατιωτικών συγκρούσεων. Ήταν και είναι μια ενότητα. Το Αιγαίο δεν μπορεί να χωριστεί και όταν συμβαίνει αυτό είναι πρόσκαιρο και εύθραυστο.
«Και πάνω τους (στα βουνά) η μνήμη καίει, άκαυστη βάτος,
Μνήμη του λαού μου……. Εσύ μονή από την κόψη της πέτρας μιλάς,
Εσύ την όψη των αγίων οξύνεις» Για νάρθει πασχαλιά αναστάσιμη, «με τα γυμνά χιονόδοξα βουνά, στην Ελλάδα που με σιγουριά πατάει στη θάλασσα...» (Ελύτης)
«ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το χώμα που ανεβάζει μιαν οσμή κεραυνού σαν από θειάφι»
«τα χωρίς εκμαγείο βουνά που βγάζουν Απαράλλαχτες όψεις του αιώνιου».
« ο Ήλιος (δηλ. η ελευθερία) σκορπίζει τα νέφη (την σκλαβιά )»
«Εντολή σου αυτός ο κόσμος και πολέμησε γι’ αυτόν (αγωνίσου).
«Η ειρήνη θέλει δύναμη να την αντέξεις» κατά τον ποιητή μας.
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ ΤΟ ΤΙΜΗΜΑ

Η Δημιουργία του Αιγαίου: Από την ποίηση στις γεωεπιστήμες. Σπύρος Παυλίδης
https://www.youtube.com/watch?v=G_Q0UGm5SxE&t=412s
Ενδεικτική Βιβλιογραφία
Βιβλιογραφικά το κείμενο βασίζεται στο ποίημα του Οδ. Ελύτη Άξιον Εστί (Εκδ. Ίκαρος, 16η έκδοση), Οδυσσέας Ελύτης-Συγχρονοι Ποιητές, 2η έκδοση, Άκμων. 1979 και κυρίως στο πόνημα του Τάσου Λιγνάδη Το Άξιον Εστί του Οδυσσέα Ελύτη, Β΄ Έκδοση του 1980, καθώς και σε απόσπασμα από τη Συνείδηση της Πετραίας Γης του Μανώλη Γλέζου (Τυπωθήτω- Δάρδανος 1997), την ΠΑΝ-ΓΑΙΑ, μια διαφορετική βιο-γεωλογική διαδρομή στον πλανήτη Γη του Σπ. Πaυλίδη (Leader Books 2007). Μ .Α. Δανέζη, Σαντορίνη, Αθήνα 1971, καθώς και τον Πανηγυρικό του επίσημου εορτασμού της Εθνικής Επετείου της 25ης Μαρτίου 1821, του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, που εκφωνήθηκε από τον Κοσμήτορα της Σ.Θ.Ε. Καθηγητή Γεωλογίας Σπύρο Β. Παυλίδη. Θεσσαλονίκη 25 Μαρτίου 2014 (Περιοδικό Πάπυροι). Επίσης έκθεση «Καθ’ ὁμοιότητα σελήνης μηνοειδοῦς», Ένα ταξίδι με χάρτες της Σαντορίνης από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Mπελλώνειο Πολιτιστικό Κέντρο, Φηρά, 29 Σεπτεμβρίου-31 Οκτωβρίου 2018.
