Περονισμός: το πολιτικό φαινόμενο που άλλαξε την ιστορία της Αργεντινής

Ο περονισμός είναι το μεγάλο «αίνιγμα» της αργεντινής ιστορίας. Η πλατιά απήχησή του στην αργεντινή κοινωνία, η ανθεκτικότητα και η ικανότητά του να προσαρμόζεται σε πολύ διαφορετικές πολιτικές συγκυρίες έχουν αποτελέσει εδώ και δεκαετίες αντικείμενο στοχασμού, έρευνας και δημόσιων συζητήσεων που υπερβαίνουν τα όρια της αργεντινής κοινωνίας. Πολυάριθμες μελέτες έχουν δώσει διάφορες θεωρητικές ερμηνείες για την ανάδυσή του στη δεκαετία του 1940. Μεταξύ αυτών προβάλλονται η κρίση του ολιγαρχικού πολιτικού συστήματος που παλινορθώθηκε στην Αργεντινή τη δεκαετία του 1930, μετά την παρένθεση των προοδευτικών Ριζοσπαστικών κυβερνήσεων των ετών 1916-1930, η συσσώρευση πολλών κοινωνικών αιτημάτων τα οποία δεν μπορούσαν να ικανοποιηθούν στο πλαίσιο του υφιστάμενου θεσμικού συστήματος, αλλά και η αμφισβήτηση, από ορισμένα τμήματα της άρχουσας τάξης, του φιλελευθερισμού ως κινητήριας δύναμης του κοινωνικού εκσυγχρονισμού.[1] Σε κάθε περίπτωση η βάση του περονισμού, ως γνήσιου λαϊκιστικού κινήματος, ήταν η ικανότητά του να κινητοποιεί και να ενσωματώνει στο πολιτικό σύστημα πλατιά κοινωνικά στρώματα τα οποία μέχρι τότε ήταν ελάχιστα ορατά στην πολιτική ζωή.  Με κύρια χαρακτηριστικά του τον κορπορατισμό, τον πατερναλισμό, τον κρατικό παρεμβατισμό και τον εθνικισμό, ο περονισμός διαμόρφωσε στην Αργεντινή, την περίοδο 1946-1955, μια νέα τάξη πραγμάτων που άλλαξε οριστικά τον πολιτικό χάρτη της χώρας και άφησε ανεξίτηλο το αποτύπωμά του στην κοινωνία.

Ως  ιδρυτικό γεγονός του περονισμού θεωρείται η λαϊκή κινητοποίηση της 17ης Οκτωβρίου του 1945 που απαίτησε δυναμικά την απελευθέρωση του Perón από τη φυλακή και τον οδήγησε τελικά στην εξουσία το 1946. Ο Juan Domingo Perón ήταν από τους πρωταγωνιστές της στρατιωτικής «Επανάστασης» του Ιουνίου του 1943, η οποία έκλεισε τον κύκλο της συντηρητικής παλινόρθωσης που ξεκίνησε στην Αργεντινή το 1930. Ο ίδιος είχε γεννηθεί το 1895 στην επαρχία του Μπουένος Άιρες, προερχόταν από οικογένεια μεσαίων κτηματιών και είχε ακολουθήσει από έφηβος τη στρατιωτική καριέρα.

Στη δεκαετία του 1930 είχε συμμετάσχει στο πραξικόπημα που ανέτρεψε τον φιλολαϊκό Ριζοσπάστη πρόεδρο Hipólito Yrigoyen και μετά, όταν  υπηρέτησε ως στρατιωτικός ακόλουθος στην πρεσβεία της Αργεντινής  στη Ρώμη κατά τα έτη 1930-1941,  του δόθηκε η  ευκαιρία να γνωρίσει από κοντά το φασιστικό πείραμα του Mussolini. Λίγο αργότερα, ο πολλά υποσχόμενος και αναμφίβολα χαρισματικός συνταγματάρχης Perón θα γινόταν από τα ιδρυτικά μέλη της μυστικής οργάνωσης που ανέλαβε την ηγεσία της στρατιωτικής «Επανάστασης» του Ιουνίου του 1943. Αυτή η μυστική οργάνωση, στην οποία συμμετείχαν ανώτεροι και κατώτεροι αξιωματικοί, υποστήριζε την ουδετερότητα της Αργεντινής στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, έβλεπε ως βασική αποστολή του στρατού την υπεράσπιση του έθνους και θεωρούσε την «Επανάσταση» του 1943 ως ιστορική ευκαιρία προκειμένου να προστατευθεί η αργεντινή κοινωνία από τον κομμουνιστικό κίνδυνο και να επανακτήσει τις παραδοσιακές και χριστιανικές αξίες της.[2]

Ο Perón έγινε σιγά σιγά ο πραγματικός αρχηγός της ντε φάκτο κυβέρνησης.  Ως επικεφαλής της Γραμματείας Εργασίας και Κοινωνικής Πρόνοιας προσέγγισε τη συνδικαλιστική ηγεσία και προχώρησε σε μια σειρά παραχωρήσεων προς την εργατική τάξη αποκτώντας έτσι ισχυρό λαϊκό έρεισμα. Σε αυτό το πλαίσιο οι αντιπολιτευτικές φωνές ενδυναμώθηκαν και από το 1945 οργανώθηκαν υπό την καθοδήγηση του Αμερικανού πρέσβη στην Αργεντινή, Spruille Braden. Το σύνολο σχεδόν των δυνάμεων του πολιτικού φάσματος, καταγγέλλοντας την ουδέτερη στάση της Αργεντινής στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και την όψιμη ρήξη των σχέσεών της με τον Άξονα, πίεζε για επάνοδο στη δημοκρατική νομιμότητα. Παράλληλα, οι επιχειρηματίες αντιμετώπιζαν με εχθρότητα τα φιλεργατικά μέτρα του Perón, ενώ ο κόσμος της διανόησης δυσπιστούσε για τις πολιτικές του, οι οποίες παρέπεμπαν στις ευρωπαϊκές φασιστικές εμπειρίες. Οι πιέσεις της αντιπολίτευσης, σε συνδυασμό με τις έντονες αντιπαλότητες που είχε πλέον αποκτήσει ο Perón στο εσωτερικό του στρατού, οδήγησαν την ηγεσία της «Επανάστασης» στο να του αφαιρέσει όλα τα αξιώματά του – ήταν αντιπρόεδρος, υπουργός Πολέμου και επικεφαλής της Γραμματείας Εργασίας και Κοινωνικής Πρόνοιας – και να τον οδηγήσει στη φυλακή, στο κοντινό στο Μπουένος Άιρες νησί Martín García.

Η κινητοποίηση της 17ης Οκτωβρίου του 1945 ήταν η δυναμική απάντηση των λαϊκών στρωμάτων. Η ανασύσταση των γεγονότων εκείνης της ημέρας απέχει πολύ από το είναι ομόφωνη. Ορισμένες μαρτυρίες κάνουν λόγο για ένα εκατομμύριο άτομα, άλλες για δεκάδες χιλιάδες. Σύμφωνα με τους υποστηρικτές του Perón, οι διαδηλωτές που εκείνη τη μέρα κατέφθασαν από τα βιομηχανικά προάστια του Μπουένος Άιρες στην κεντρική Πλατεία του Μαΐου για να εκφράσουν την υποστήριξή τους στον αρχηγό τους ήταν ο «γνήσιος λαός», το «αληθινό έθνος». Άλλοι, αντίθετα, κάνουν λόγο για «άμορφη και άλογη μάζα» που ενσάρκωνε τη ντόπια «βαρβαρότητα» ενάντια στη φωνή της λογικής και του πολιτισμού. Ο τύπος της Αριστεράς ήταν ιδιαίτερα επικριτικός: το έντυπο του Κομμουνιστικού Κόμματος έκανε λόγο για «λούμπεν προλεταριάτο» ενώ η La Vanguardia, το όργανο του Σοσιαλιστικού Κόμματος, έγραφε για «καρναβάλι» και για «δήθεν» εργάτες που λεηλατούσαν με πρόσχημα τις διεκδικήσεις τους.[3]

Πέρα από τις διχογνωμίες και τις αντίθετες ερμηνείες, το κρίσιμο ερώτημα του ποιες ήταν οι πραγματικές κινητήριες δυνάμεις πίσω από τα γεγονότα της 17ης Οκτωβρίου, και πιο συγκεκριμένα αν ήταν ο απλός λαός ή τα συνδικάτα, έχει μεγάλη σημασία γιατί, όπως υποστηρίζει ο ιστορικός Mariano Plotkin, αφορά την ίδια τη φύση του περονικού κινήματος.[4] Σύμφωνα με την επίσημη εκδοχή του περονισμού, τα λαϊκά στρώματα είχαν κινηθεί αυθόρμητα προκειμένου να διασώσουν τον αρχηγό τους, ο οποίος όχι μόνο είχε υποστηρίξει τα δικαιώματά τους αλλά επιπλέον τα είχε εφοδιάσει με πολιτική ύπαρξη και καταστήσει ορατά στην κοινωνία.  Πάντως, παρόλο που η πρωτοβουλία της κινητοποίησης όντως ξεκίνησε από τους απλούς εργάτες, η συνδικαλιστική ηγεσία, η «παλαιά» δηλαδή συνδικαλιστική «φρουρά», η οποία είχε κηρύξει γενική απεργία ως απάντηση στις πολιτικές εξελίξεις, διαδραμάτισε και αυτή σημαντικό ρόλο στη διαδικασία που οδήγησε τελικά στην εργατική κινητοποίηση.[5]

Αυτή η διπλή διάσταση της 17ης Οκτωβρίου είναι διαφωτιστική ως προς τον τρόπο διείσδυσης του περονισμού στα εργατικά στρώματα. Από τη μια πλευρά, ο περονισμός υιοθετήθηκε αυθόρμητα από τα λαϊκά εργατικά στρώματα των φτωχογειτονιών του Μπουένος Άιρες, τα οποία αποτελούνταν κυρίως από εσωτερικούς μετανάστες που εντάχθηκαν στην εκσυγχρονισμένη οικονομία κατά τη δεκαετία του 1930, κυρίως μέσω της απασχόλησής τους στον αναπτυσσόμενο βιομηχανικό τομέα.  Οι περισσότεροι προέρχονταν από αγροτικές περιοχές όπου κυριαρχούσαν οι πατριαρχικές κοινωνικές δομές και οι πελατειακές σχέσεις. Αυτά τα στρώματα, τα οποία θα μετεξελίσσονταν σε ισχυρή συνδικαλιστική βάση, αποτέλεσαν το «καινούργιο» στοιχείο στον περονισμό, έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της φυσιογνωμίας του η δε ένταξή τους στο πολιτικό σύστημα υπήρξε εκείνη που σηματοδότησε τη ρήξη του περονισμού με τις προηγούμενες πολιτικές εμπειρίες.

Από την άλλη, όμως, πλευρά και ο ρόλος των παλαιών συνδικαλιστών ήταν πολύ σημαντικός τόσο στην κινητοποίηση της 17ης Οκτωβρίου του 1945, όσο και γενικότερα στην ενσωμάτωση του περονισμού στο αργεντινό εργατικό κίνημα.[6] Αυτή η παλιά συνδικαλιστική γενιά εκφράζει τον «παλαιό» παράγοντα και τη συνέχεια με το πριν.  Όσο και αν ο περονισμός διακήρυττε ότι προέκυψε από το μηδέν, η ανάδυσή του συνδέεται με τις αλλαγές που είχαν συντελεστεί στην αργεντινή κοινωνία τις περασμένες δεκαετίες. Συγκεκριμένα, η πολιτική εμπειρία των Ριζοσπαστικών κυβερνήσεων των ετών 1916-1930 είχε επιφέρει σημαντικές κοινωνικές αλλαγές και είχε εξοικειώσει τα παλαιά εργατικά στρώματα με τον συνδικαλισμό και με τις στρατηγικές διεκδίκησης. Μπορούμε, λοιπόν, να πούμε ότι ο περονισμός κατόρθωσε, από τα μέσα της δεκαετίας του 1940, να ανακυκλώσει τα παλαιά και τα νέα εργατικά στρώματα δημιουργώντας τον «νέο» αργεντινό εργάτη, ο οποίος έγινε ο κύριος άξονας του πολιτικού του προγράμματος.[7]

Η λαϊκή κινητοποίηση της 17ης Οκτωβρίου 1945 άνοιξε τον δρόμο στην εκλογή του Perón ως προέδρου το 1946, έχοντας λάβει το 53% των ψήφων. Από τον πρώτο χρόνο ξεκίνησε η οικοδόμηση της «νέας» Αργεντινής με άξονα το δόγμα της «δικαιοκρατίας». Αυτή η ιδεολογική πλατφόρμα πήγαζε από μια κορπορατιστική αντίληψη της κοινωνίας, στηριζόταν στον επαναπροσδιορισμό της σχέσης Κράτους και κοινωνίας μέσω της ενίσχυσης του ρόλου του Κράτους σε όλα τα θέματα οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής και έδινε έμφαση στην «αρμονία» όλων των δυνάμεων που θα συστρατεύονταν για την πρόοδο του έθνους. 

Κατά τα πρώτα χρόνια της διακυβέρνησης του Perón επαναπροσδιορίστηκαν και οι συσχετισμοί εξουσίας: η εκτελεστική εξουσία ενισχύθηκε, το κοινοβουλευτικό σύστημα αποδυναμώθηκε και το πιο ισχυρό έρεισμα του περονισμού αποτέλεσαν εφεξής τα συνδικάτα, τα οποία πέρασαν σε καθεστώς κηδεμονίας παρόλο που διατήρησαν τη διαπραγματευτική τους δύναμη σε θέματα οικονομικής πολιτικής. Η σχέση του Perón με τα συνδικάτα είναι ενδεικτική ως προς το θέμα των νέων συσχετισμών εξουσίας: μετά τη μεγάλη νίκη του στις εκλογές του 1946, διέλυσε το Εργατικό Κόμμα (Partido Laborista), το οποίο είχε σχηματιστεί από συνδικαλιστές ηγέτες με σκοπό να αποτελέσει τον κομματικό μηχανισμό στήριξης της υποψηφιότητας του Perón, και συγκρότησε έναν νέο κομματικό μηχανισμό, το Περονικό Κόμμα (Partido Peronista), το οποίο είχε προσωποπαγή χαρακτήρα. Παρόλο που παλαιοί συνδικαλιστές ηγέτες προσπάθησαν να διαφυλάξουν την αυτονομία του εργατικού κινήματος, σύντομα επιτεύχθηκε η πλήρης υπαγωγή της Γενικής Εργατικής Συνομοσπονδίας στο περονικό Κράτος.

Σε οικονομικό επίπεδο ο Perón επιδίωξε την οικονομική ανεξαρτησία της Αργεντινής εξισώνοντάς την με την εθνική κυριαρχία. Κύριοι άξονες της οικονομικής πολιτικής του ήταν ο κρατικός παρεμβατισμός, οι εθνικοποιήσεις, ο προγραμματισμός και η ενίσχυση της εγχώριας αγοράς μέσω γενναίων αναδιανεμητικών πολιτικών. Η προώθηση της εθνικής βιομηχανίας κατέστη εκείνη την περίοδο εθνικό στοίχημα και σύμφωνα με το διεθνές κλίμα της εποχής έγινε συνώνυμο της ανάπτυξης. Όπως σε όλες τις χώρες της Λατινικής Αμερικής, η εκβιομηχάνιση στην Αργεντινή του Perón στηρίχτηκε στην υποκατάσταση των εισαγωγών και στη μεταβίβαση πόρων από τον πρωτογενή τομέα. [8]  Σε πρώτη φάση η προώθηση της εκβιομηχάνισης κατά τη δεκαετία του 1940 πραγματοποιήθηκε σε ένα οικονομικό πλαίσιο που χαρακτηριζόταν από υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης  –8% ετησίως στο διάστημα 1946-1948– και διευκολύνθηκε από τις υψηλές διεθνείς τιμές των σιτηρών και του κρέατος, οι μαζικές εξαγωγές των οποίων εξασφάλισαν στο αργεντινό κράτος μεγάλα συναλλαγματικά αποθέματα.

Πάντως, η επιτυχία της αναπτυξιακής πολιτικής εκείνης της περιόδου ήταν σχετική. Ο Perón, έχοντας χάσει την υποστήριξη του επιχειρηματικού κόσμου λόγω της στενής σχέσης του με τα συνδικάτα, δεν κατάφερε να προχωρήσει στην ενεργή προώθηση των στρατηγικών κλάδων της βαριάς βιομηχανίας. Αντίθετα, προτίμησε την περαιτέρω ενίσχυση της ελαφριάς βιομηχανίας, η οποία συμβάδιζε με την προτεραιότητα που έδωσε στη διεύρυνση της εσωτερικής αγοράς.[9] Άλλες οικονομικές δυσκολίες πήγαζαν από τη διεθνή θέση της χώρας: η Αργεντινή του Perón τιμωρήθηκε σκληρά για την ουδετερότητά της στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1950 δεν διέθετε, ουσιαστικά, πρόσβαση στον εξωτερικό δανεισμό. Εξάλλου, πριν το τέλος της δεκαετίας του 1940 άρχισαν να διαφαίνονται οι δομικοί περιορισμοί του ακολουθούμενου μοντέλου ανάπτυξης, το οποίο ήταν πρωτίστως προσανατολισμένο στην εσωτερική αγορά. Το κυριότερο πρόβλημα ήταν οι ελλείψεις που άρχισαν να παρουσιάζονται σε συναλλαγματικά αποθέματα – λόγω της πτώσης των διεθνών τιμών των αγροτικών προϊόντων – γεγονός που επέβαλε σοβαρούς περιορισμούς στις εισαγωγές τεχνολογικού εξοπλισμού, καυσίμων και πρώτων υλών, απαραίτητων για τη συνέχιση της εκβιομηχάνισης. Ως αποτέλεσμα, ο πληθωρισμός και το έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο κατάντησαν μόνιμη τροχοπέδη της αργεντινής οικονομίας εκείνη την περίοδο.

Παρά τα μακροοικονομικά αυτά προβλήματα, η φιλολαϊκή και φιλεργατική πολιτική του Perón μεταφράστηκε σε μια πρωτόγνωρη κινητικότητα για τα μεσαία και χαμηλά στρώματα: στο διάστημα 1943-1948 η συμμετοχή των μισθών στο εθνικό εισόδημα ανέβηκε από το 44% στο 53% ως αποτέλεσμα των γενναίων αυξήσεων των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων αλλά και της κρατικής υποστήριξης στο θέμα του καθορισμού των μισθών μέσω συλλογικών συμβάσεων. Τα λαϊκά στρώματα μπορούσαν να καταναλώνουν περισσότερο από ποτέ σε τρόφιμα, είδη ένδυσης, κατοικία, οικιακά ηλεκτρικά είδη.[10] Γενικά, παρά τα όρια που έθετε η οικονομία, η αργεντινή κοινωνία την εποχή του Perón ήταν αναμφίβολα μια κοινωνία με μεγαλύτερη ισότητα. Για τα πλήθη των εσωτερικών μεταναστών η ενσωμάτωσή τους στην αγορά της αστικής εργασίας, με ημερομίσθια υψηλότερα από τα αντίστοιχα που κέρδιζαν στις ιδιαίτερες πατρίδες τους, σήμανε την άμεση βελτίωση της κοινωνικής τους θέσης. Ανοδικά κινήθηκε και το βιοτικό επίπεδο των παλαιότερων εργατών ενώ η επέκταση της δημόσιας διοίκησης πολλαπλασίασε τις υπαλληλικές θέσεις και τόνωσε τις προσδοκίες χιλιάδων εργαζομένων, προερχομένων από τα μικρομεσαία κοινωνικά στρώματα, για την απόκτηση μιας θέσης εργασίας με διοικητικά καθήκοντα. Γενικά, τα πλατιά κοινωνικά στρώματα έζησαν μια νέα συλλογική εμπειρία  κοινωνικής κινητικότητας, την οποία η αργεντινή κοινωνία είχε να ζήσει από τις αρχές του 20ού αιώνα.

Στον χώρο της εργατικής νομοθεσίας και της κοινωνικής πολιτικής το αποτύπωμα του περονισμού ήταν πολύ βαθύ. Κατά τον Perón, η κατοχύρωση βασικών κοινωνικών δικαιωμάτων αποτελούσε προϋπόθεση για τον πόλεμο ενάντια στον κομμουνισμό και για την επίτευξη της κοινωνικής αρμονίας. Ήδη από την εποχή που ήταν επικεφαλής της Γραμματείας Εργασίας και Πρόνοιας στην ντε φάκτο κυβέρνηση του 1943, η εργατική νομοθεσία έγινε προτεραιότητα για τον ίδιο. Τα σημαντικότερα μέτρα εκείνης της περιόδου ήταν η κατοχύρωση των δικαιωμάτων των εργατών γης καθώς και η καθιέρωση αμειβόμενων διακοπών για όλους τους εργαζομένους της χώρας, ενώ τις παραμονές των εκλογών του 1946 παραχωρήθηκε ο δέκατος τρίτος μισθός σε όλους τους εργαζομένους.[11] Η αισθητή βελτίωση της διαπραγματευτικής θέσης των εργατών μεταφραζόταν σε μια σειρά δεσμεύσεων της εργοδοσίας που αποτυπώνονταν στις συλλογικές συμβάσεις. Επιπλέον οι εργάτες, μέσα από τη συμμετοχή τους στα ισχυρά συνδικάτα τους, απέκτησαν μεγάλη ισχύ, η οποία απέρρεε από τον έλεγχο που ασκούσαν στην ίδια την παραγωγική διαδικασία μέσω των εκπροσώπων τους.

Η διαδικασία εκδημοκρατισμού της κοινωνίας έγινε ορατή σε διάφορους τομείς: στον εκπαιδευτικό, η πρόσβαση στο δημοτικό σχολείο επεκτάθηκε στα λαϊκά στρώματα συμβάλλοντας αισθητά στη μείωση του αναλφαβητισμού. Στον τομέα της υγείας οι νοσοκομειακές υποδομές και η προσφορά ιατρικών υπηρεσιών βελτίωσαν σημαντικά την ποιότητα ζωής των πολιτών, τουλάχιστον όσων ζούσαν στα αστικά κέντρα. Το δικαίωμα στην κατοικία επίσης προβλεπόταν από το κυβερνητικό πρόγραμμα του Perón: οι δημόσιοι υπάλληλοι είχαν πρόσβαση σε χαμηλότοκα στεγαστικά δάνεια ενώ προωθήθηκε και η δημιουργία εργατικών κατοικιών με συνακόλουθη την αναζωογόνηση του κατασκευαστικού τομέα. Ο «εκδημοκρατισμός της ευημερίας» έγινε αισθητός και στον τομέα του τουρισμού, καθώς δόθηκαν κίνητρα για την κατασκευή λαϊκών ξενοδοχείων και κατασκηνώσεων. Η πόλη του Mar del Plata που είχε ξεκινήσει να αναπτύσσεται τουριστικά περί τα τέλη του 19ου αιώνα ως αριστοκρατικό θέρετρο, κατακλυσμένη τώρα τα καλοκαίρια από τα μέλη των συνδικάτων, έγινε ο καθρέφτης του εκδημοκρατισμού της κοινωνίας.[12]         

Όμως, όσο τα κοινωνικά δικαιώματα επεκτείνονταν, άλλο τόσο ο πολιτικός πλουραλισμός υποχωρούσε: μετά τη δεύτερη μεγάλη νίκη του Perón στις εκλογές του 1951 με ποσοστό 63,5%, η «περονοποίηση» των θεσμών έγινε βαθύτερη: η εγγραφή στο Περονικό Κόμμα έγινε προϋπόθεση για την πρόσληψη στη δημόσια διοίκηση, οι εικόνες του Perón και της συζύγου του Εύας δέσποζαν στα αναγνωστικά του δημοτικού σχολείου, κυριάρχησε η λογοκρισία στον Τύπο ενώ εξαλείφθηκαν και τα τελευταία ίχνη πολιτικού διαλόγου, καθώς η περονική «δικαιοκρατία» προσέλαβε τη μορφή εθνικού δόγματος.

Η παρουσία και η δημόσια δράση της Εύας Περόν (Eva Duarte-Perón) έγιναν αναπόσπαστο μέρος της ταυτότητας και της πολιτικής σκηνοθεσίας του περονισμού.  Δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς τί ακριβώς αντιπροσώπευε η Εβίτα για τα πλατιά κοινωνικά στρώματα της Αργεντινής, τα οποία μέσα στη δεκαετία του 1940 άρχισαν να συρρέουν από τις φτωχικές βόρειες επαρχίες της χώρας στην πρωτεύουσα προκειμένου να συνεισφέρουν στο «θαύμα» που ανέλαβε να φέρει σε πέρας ο Perón. Στην πυρετώδη προσπάθεια οικοδόμησης της «νέας» Αργεντινής, με βάση τις αρχές της δικαιοκρατίας, η Εβίτα έγινε η «πρώτη εργάτρια», η «πνευματική αρχηγός», η «καπετάνισσα». Με κύριο εργαλείο της πολιτική της διαίσθηση, η Eva Perón, ως μεσολαβήτρια μεταξύ του αρχηγού και του λαού του, κατάφερε να προσδώσει στον περονισμό ένα ύφος άμεσο και συναισθηματικό που άγγιξε τα λαϊκά στρώματα επειδή αναφερόταν σε απτές εμπειρίες του.

Σε καθημερινή βάση, η σύζυγος του προέδρου δεχόταν εκπροσώπους από τις συντεχνίες και τα συνδικάτα, άκουγε αιτήματα και παράπονα, εγκαινίαζε σχολεία και νοσοκομεία, ταξίδευε σε  απομακρυσμένες επαρχίες και χωριά, εκφωνούσε πύρινους λόγους. Επισκεπτόταν τα εργοστάσια των λαϊκών συνοικιών, παρακινούσε τους εργάτες να σπάσουν τα ρεκόρ παραγωγικότητας και έστεφε σε κάθε εορτασμό της εργατικής Πρωτομαγιάς τις όμορφες βασίλισσες της εργασίας που συμβόλιζαν την καταξίωση της εργαζόμενης γυναίκας στην Αργεντινή του Perón.[13] Κυρίως, όμως, αφιέρωνε ατελείωτες ώρες στο περίφημο «Ίδρυμα» το οποίο αντικατέστησε την Φιλόπτωχο της παραδοσιακής ολιγαρχίας και εξελίχθηκε στο σπουδαιότερο εργαλείο για την κοινωνική πολιτική του περονισμού. Το Ίδρυμα Eva Perón (Fundación Eva Perón) επεκτάθηκε με ταχύτατους ρυθμούς χάρη στις υποχρεωτικές «δωρεές» που επέβαλλε στον επιχειρηματικό κόσμο. Σε σύντομο χρονικό διάστημα απέκτησε μια περίπλοκη οργάνωση σε πανεθνική κλίμακα, η οποία περιλάμβανε ένα ευρύ δίκτυο εξωτερικών ιατρείων, πολυκλινικών, σχολείων και συσσιτίων για παιδιά. Οι χιλιάδες πολίτες που πέρασαν από τους διαδρόμους του, μπόρεσαν να δουν από κοντά την Εβίτα να τους ρωτάει για τα προβλήματα, την εργασία, την υγεία, τα παιδιά τους και κατάφεραν να εξασφαλίσουν μια αξιοπρεπή κατοικία, τη δωρεάν μεταφορά στο εξωτερικό για λόγους υγείας, μια υποτροφία, πληρωμένες διακοπές στη θάλασσα αλλά κι ένα ζευγάρι πάνινα παπούτσια, ένα ορθοπεδικό πόδι ή μια τεχνητή οδοντοστοιχία που τόσο είχαν ανάγκη. Η Εβίτα, η «σημαιοφόρος των ταπεινών», εκπλήρωνε επιθυμίες και υλοποιούσε όνειρα.

Πάνω απ’ όλα, όμως, η Εβίτα δώρισε στους φτωχούς φίλους της την πίστη στον μύθο της Σταχτοπούτας. Μια ολόκληρη φιλολογία έχει γραφτεί γύρω από τις ταπεινές καταβολές της, από την παιδική της ηλικία στην κωμόπολη Λος Τόλδος της επαρχίας Μπουένος Άιρες, από το γεγονός ότι ήταν νόθα κόρη του κτηματία Duarte και για το πώς μετέβη στο Μπουένος Άιρες σε ηλικία δεκαπέντε χρονών για να ακολουθήσει καριέρα ηθοποιού στο ραδιόφωνο και στον κινηματογράφο. Πολλά έχουν γραφτεί και για το πώς γνώρισε τον συνταγματάρχη Perón το 1944, σε μια φιλανθρωπική εκδήλωση στο Μπουένος Άιρες για τα θύματα που σεισμού που έπληξε την επαρχία Σαν Χουάν.  Η γνωριμία τους κατέληξε σε γάμο τον επόμενο χρόνο. Αυτά, ακριβώς, τα χαρακτηριστικά τής επέτρεπαν στα πλατιά στρώματα να ταυτίζονται μαζί της και να ελπίζουν σε μια καλύτερη μοίρα. Αυτά παρότρυναν τις φτωχές κοπέλες της Αργεντινής να επιδιώκουν να της μοιάσουν, να επιλέγουν το όνομά της, να αντιγράφουν το χτένισμά της, να προσπαθούν να ντυθούν όπως εκείνη. Ό,τι άγγιζε η Εβίτα γινόταν φετίχ.

Έχουν μείνει στην ιστορία οι φλογεροί δημόσιοι λόγοι της, στους οποίους κεντρική θέση είχε η αγάπη της για τον Perón, η αφοσίωσή της στον λαό και η αυταπάρνηση. Αυτά τα συναισθήματά της τα εξέφρασε ανάγλυφα και στο έργο της Ο σκοπός της ζωής μου (La razón de mi vida) όπου μιλά για τον πόνο που της προκαλούσε η κοινωνική αδικία.[14] Με τους λόγους της δήλωνε ότι ένιωθε «στο πετσί της» τις πολιτικές θεωρίες του Perón δείχνοντας με αυτό τον τρόπο στα λαϊκά στρώματα ότι η πολιτική ήταν πάνω απ’ όλα συναίσθημα. Ένα συναίσθημα που στηριζόταν στο δίπολο πίστη – απιστία και χώριζε την κοινωνία σε φίλους και εχθρούς, σε πιστούς και προδότες, σε πατριώτες και πατριδοκάπηλους. Οι πιστοί φίλοι ήταν αυτοί που συμμετείχαν στην «περονική αρμονία», σε μια συμφωνία συναισθημάτων που ένωνε τους εργάτες, τους εργοδότες και το κράτος σε έναν κοινό σκοπό. Σε έναν από τους ιστορικούς λόγους της που εκφωνήθηκε την 17η Οκτωβρίου 1951 στην Πλατεία του Μαΐου, σε ένα έντονα πολωμένο πολιτικό κλίμα, πρόβαλλε τη σημασία της αμοιβαίας θυσίας: «Οι εχθροί του λαού», είπε, «του Perón και της Eva Perón γνωρίζουν, εδώ και καιρό, ότι ο Perón και η Eva είναι διατεθειμένοι να πεθάνουν για αυτόν τον λαό. Τώρα γνωρίζουν επίσης ότι ο λαός είναι διατεθειμένος να πεθάνει για τον Perón».

Τί σήμαινε, όμως, η Εβίτα για την «άλλη» Αργεντινή,εκείνη που δεν συμμετείχε στην «περονική συμφωνία»; Σε αυτήν συμπεριλαμβάνονται όλοι όσοι ένιωθαν να απειλούνται από τον περονισμό: η παραδοσιακή οικονομική, κοινωνική και πολιτική ολιγαρχία, τα αστικά στρώματα, οι απόγονοι των ευρωπαίων μεταναστών που ένιωθαν την περιουσία τους να απειλείται από τους πρόσφατους εσωτερικούς μετανάστες, η αργεντινή διανόηση που θεωρούσε την πρώτη κυρία της χώρας ως την πιο ωμή έκφραση της δημαγωγίας του περονικού καθεστώτος που «υπνώτιζε» τον λαό με την προσφορά φτηνών παπουτσιών και πανηγυρικών θεαμάτων. Για όλους αυτούς η Eva Perón ήταν η φωνή του πλήθους, της μάζας, της ορδής. Αλλά και μέσα στους κόλπους του περονισμού, η ισχυρή προσωπική επιρροή της στα συνδικάτα και στην κεφαλή της Εργατικής Συνομοσπονδίας δημιούργησε αντιπαλότητες. Αυτό φάνηκε ξεκάθαρα όταν οι στρατιωτικοί που στήριζαν τον Perón αντέδρασαν θυελλωδώς στην υποψηφιότητα της Eva για την αντιπροεδρία το 1951, υποψιαζόμενοι ότι η πρώτη κυρία της χώρας επιδίωκε να δημιουργήσει σφαίρες παράλληλης εξουσίας.

Ο πρόωρος θάνατός της το 1952 από καρκίνο στα τριάντα τρία της χρόνια – έχει ειπωθεί ότι η Εβίτα δεν επινόησε μόνο την εικόνα της αλλά και τον θάνατό της – τής επέτρεψε να μείνει άφθαρτη από τις δοκιμασίες που γνώρισε ο περονισμός κατά τις δεκαετίες του 1960 και 1970, όταν το κίνημα διχάστηκε. Μόνο η Εβίτα έμεινε αλώβητη και σχεδόν εβδομήντα χρόνια μετά τον θάνατό της εξακολουθεί να είναι μύθος για τους οπαδούς του περονισμού.

Argentina: Eva Perón

Κατά τη δεύτερη προεδρία του Perón (1952-1955) οι διαχωριστικές γραμμές που είχαν υψωθεί στο εσωτερικό της αργεντινής κοινωνίας βάθυναν ακόμη περισσότερο. Πίσω από αυτή την πόλωση κρύβονταν αντίθετα συμφέροντα, ταξικές προκαταλήψεις, διαφορετικά κοινωνικά βιώματα και αισθητικά πρότυπα, ασύμβατες κοσμοαντιλήψεις. Η απόρριψη που προκαλούσε ο περονισμός στους αντιπάλους του επέτρεψε την προσέγγιση ανάμεσα σε πολύ ετερογενείς πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις με κοινό στόχο την ανατροπή του Perón και την αποκατάσταση της «τάξης».

Παρά τις έντονες αντιδράσεις που αφυπνίζονταν σε σημαντικά τμήματα της κοινωνίας, το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1955 που τελικά ανέτρεψε το περονικό καθεστώς δεν ήταν αναπόφευκτο: το 1954 ο Perón διατηρούσε σχεδόν ανέπαφες τις πολιτικές συμμαχίες του και είχε καταφέρει, λόγω του ανοίγματός του προς το ξένο κεφάλαιο, να βελτιώσει αισθητά τις σχέσεις του τόσο με τους επιχειρηματικούς κύκλους όσο και με τις Ηνωμένες Πολιτείες.  Ας σημειωθεί ότι από τα μέσα του 1953. οι σχέσεις του Perón με τον νέο Αμερικανό πρόεδρο Dwight Eisenhower  είχαν δρομολογηθεί σε πιο πραγματιστικές βάσεις, αφήνοντας πίσω τους παλιούς δογματισμούς. Η επίσκεψη μάλιστα του αδερφού του Αμερικανού προέδρου, Milton Eisenhower, στο Μπουένος Άιρες τον Ιούλιο του 1953, στο πλαίσιο της περιοδείας του στη Λατινική Αμερική, συνέβαλε σημαντικά στην αναθέρμανση των σχέσεων ΗΠΑ – Αργεντινής έπειτα από χρόνια ψυχρότητας. Σε αυτό το βελτιωμένο κλίμα ο Perón άρχισε να εγκαταλείπει τις παλαιότερες θέσεις του περί Τρίτου Δρόμου – δηλαδή την τήρηση ίσως αποστάσεων από τον καπιταλισμό και τον κομμουνισμό – και να προσανατολίζεται προς μια περισσότερο στενή συνεργασία με τις ΗΠΑ στο διεθνές πεδίο.[15] 

Τί οδήγησε λοιπόν στην ανατροπή του Perón το 1955; Παραδόξως η αρχή του τέλους επήλθε μέσα από ρήξη του με δύο από τις θεμελιώδεις δυνάμεις που τον στήριζαν, την Εκκλησία και το στράτευμα. Καταλύτης σε αυτή τη διαδικασία υπήρξε η σύγκρουση του Perón με την ιεραρχία της Καθολικής Εκκλησίας, εξαιτίας των ηγεμονικών αξιώσεων του περονικού Κράτους και των συνεχών παρεμβολών του στο κοινωνικό και εκπαιδευτικό έργο της Εκκλησίας. Η σύγκρουση οξύνθηκε όταν οι παρεμβάσεις αυτές άγγιξαν και δογματικά ζητήματα: από τους κυβερνητικούς κύκλους άρχισε να διαδίδεται όλο και περισσότερο μια «περονική» χριστιανική φιλοσοφία που κρατούσε συνεχώς μεγαλύτερες αποστάσεις από την επίσημη παράδοση του καθολικισμού. Επιπλέον οι άλλες θρησκείες άρχισαν να απολαμβάνουν μια πρωτόγνωρη ανοχή και ελευθερία ενώ η λατρεία γύρω από την Εβίτα είχε πάρει πλέον τη μορφή παράλληλης θρησκείας.[16] Σε ένα πρωτοφανές κλίμα έντασης, οι εκκλησίες άρχισαν να μετατρέπονται σε εργαστήρια για την οργάνωση της αντίστασης ενάντια στον περονισμό. Όταν έγινε γνωστή η ύπαρξη σχεδίου για την οργάνωση ενός Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος, ο Perón αντέδρασε έντονα αφαιρώντας από την Καθολική Εκκλησία σημαντικά κατοχυρωμένα προνόμιά της: κατάργησε τη διδασκαλία των θρησκευτικών στη δημόσια εκπαίδευση, σταμάτησε τη χρηματοδότηση στα ιδιωτικά καθολικά σχολεία ενώ ταυτόχρονα επικυρώθηκε ο νόμος που επέτρεπε το διαζύγιο και απαγορεύτηκαν οι λιτανείες στους δρόμους. Κι’ ενώ ο αντικληρικαλισμός του φιλοκυβερνητικού Τύπου οξυνόταν, στις αρχές του 1955 προτάθηκε μια νέα συνταγματική μεταρρύθμιση για τον διαχωρισμό Εκκλησίας και Κράτους. Σε αυτό το κλίμα η υπεράσπιση της θρησκείας έγινε η θεμελιώδης αντιπολιτευτική σημαία, η οποία ένωσε παραδόξως ολόκληρο το φάσμα των φωνών της αντιπολίτευσης, από στρατευμένους καθολικούς μέχρι κομμουνιστές και σοσιαλιστές που συμμετείχαν σε θρησκευτικές λιτανείες στους δρόμους ως πράξη αντίστασης.

Ακολούθησε τον Ιούνιο του 1955 μια απόπειρα πραξικοπήματος όταν τμήματα του πολεμικού Ναυτικού και της Αεροπορίας στασίασαν και βομβάρδισαν το Προεδρικό Μέγαρο. Ο ίδιος οPerón σώθηκε αλλά μεταξύ των τυχαίων περαστικών και των οπαδών του που έσπευσαν στην κεντρική πλατεία για να υπερασπιστούν τον αρχηγό τους, σκοτώθηκαν 300 άτομα και τραυματίστηκαν περίπου 600. Ακολούθησαν αντίποινα: εκείνη τη νύχτα, φανατικοί περονιστές βεβήλωσαν και έκαψαν τις σημαντικότερες εκκλησίες στο κέντρο της πρωτεύουσας. Όταν ορισμένες συμφιλιωτικές κινήσεις του Perón δεν απέδωσαν, ο ίδιος κήρυξε τον πόλεμο στα τέλη Αυγούστου καλώντας τον λαό να αντισταθεί: «Στη βία θα απαντήσουμε με μεγαλύτερη βία. Όταν πέφτει ένας δικός μας, θα πέφτουν πέντε δικοί τους», δήλωσε.

Αυτή η κήρυξη πολέμου έπεισε και πολλούς αναποφάσιστους ακόμη στρατιωτικούς για την αναγκαιότητα του πραξικοπήματος. Η σύγκρουση του Perón με την Εκκλησία είχε γενικά διχάσει τον στρατό. Καθώς οι πιστοί σε αυτόν στρατιωτικοί δεν έδειξαν μεγάλη διάθεση να τον υπερασπιστούν, επιβλήθηκαν οι πραξικοπηματίες. Η υπερίσχυση των εχθρικών στην κυβέρνηση στρατιωτικών κύκλων έθεσε σε κίνηση το πραξικόπημα 16ης Σεπτεμβρίου 1955, που με επικεφαλής τον στρατηγό Eduardo Lonardi ανέτρεψε τον Perón έχοντας την υποστήριξη σύσσωμης της αντιπολίτευσης. Ο Perón ζήτησε άσυλο στην πρεσβεία της Παραγουάης και ξεκίνησε η μακρά περίοδος της εξορίας του στην Παραγουάη, τον Παναμά, τη Νικαράγουα, τη Δομινικανή Δημοκρατία και τέλος στην Ισπανία, όπου παρέμεινε από το 1960 μέχρι την επιστροφή του στην Αργεντινή το 1973.

Η λεγόμενη «Απελευθερωτική Επανάσταση» ξεκίνησε αμέσως τη διαδικασία «αποπερονοποίησης» της αργεντινής κοινωνίας επιδιώκοντας την εξάλειψη κάθε ίχνους του περονισμού από τη δημόσια σφαίρα: το Περονικό Κόμμα απαγορεύτηκε και οδηγήθηκε στην παρανομία, οι ηγέτες της Εργατικής Συνομοσπονδίας φυλακίστηκαν, απαγορεύτηκε οποιαδήποτε αναφορά του Τύπου στα ονόματα του Perón και της Eva και το 1956 εκτελέστηκε μια ομάδα συνωμοτών στρατιωτικών,  οπαδών του καθαιρεθέντος προέδρου. Από την άλλη πλευρά, έπειτα από κάλεσμα του Perón, το 1955 ξεκίνησε η μακρά περίοδος της «περονικής αντίστασης». Περιλάμβανε μια σειρά αντιδράσεων, από την ατομική διαμαρτυρία μέχρι την οργάνωση συνομωσιών στους κόλπους των ενόπλων δυμάμεων, καθώς και εξεγέρσεων. Ειδικά η συνδικαλισμένη βάση του περονισμού οικιοποιήθηκε την αντίσταση στους χώρους εργασίας μετατρέποντας συχνά τα εργοστάσια σε πεδία μάχης: η δράση των εργατών στηριζόταν τόσο σε ανεπίσημες τακτικές, όπως ήταν η αργόρυθμη εργασία, μέχρι βίαιες απεργίες και δολιοφθορές.[17]

Κατά τα πρώτα χρόνια μετά το πραξικόπημα, οι οπαδοί του Perón ήταν ενωμένοι. Ωστόσο, ήδη από το 1957 άρχισαν να διαφαίνονται οι διαφορετικοί δρόμοι που επρόκειτο να ακολουθήσουν η συνδικαλιστική ηγεσία, από τη μια πλευρά, και η κοινωνική βάση του περονισμού, από την άλλη. Για τους άλλοτε ισχυρούς συνδικαλιστές ηγέτες τέθηκε από νωρίς το δίλημμα αν θα έπρεπε να επιδιώξουν ένα είδος συμμετοχής και ενσωμάτωσης στο νέο πολιτικό σκηνικό προκειμένου να παραμείνουν παράγοντας εξουσίας ή αν θα έπρεπε να απέχουν από οποιαδήποτε διαπραγμάτευση, προσβλέποντας, έτσι, σε μια προοπτική μελλοντικής επανόδου του Perón. Παρόλο που ο συνδικαλισμόςυπέστη ισχυρότατο πλήγμα από το πραξικόπημα, τα υψηλόβαθμα στελέχη του αναγνωρίστηκαν ως συνομιλητές του πολιτικού παιχνιδιού που διαμορφώθηκε μετά την ανατροπή του Perón.[18] Οι στρατηγικές τους άλλαζαν ανάλογα με τις εκάστοτε συγκυρίες: το 1958 υποστήριξαν έναντι πολιτικών ανταλλαγμάτων τον υποψήφιο των Ριζοσπαστών Arturo Frondizi, άλλοτε υποστήριζαν την πολιτική αποχή ή τη λευκή ψήφο, άλλοτε ψήφιζαν τα λεγόμενα νεοπερονικά κόμματα και όποτε τους επιτρεπόταν, κατέβαζαν υποψήφιους από τον συνδικαλιστικό χώρο. Ας σημειωθεί βέβαια ότι όλο αυτό το διάστημα ο ίδιος ο Perón κινούσε προσωπικά τα νήματα από την εξορία.

Από την άλλη πλευρά, μέσα στη δεκαετία του 1960 ξεκίνησε η ριζοσπαστικοποίηση της περονικής νεολαίας που δεν ανεχόταν κανέναν συμβιβασμό και καταδίκαζε τη διαπραγματευτική στάση της συνδικαλιστικής ηγεσίας ως προδοσία προς το περονικό κίνημα. Οι περισσότεροι νεολαίοι ασπάστηκαν μια επαναστατική κουλτούρα, σύμφωνη και με το παγκόσμιο πολιτικό κλίμα της εποχής, πολλοί δε οργανώθηκαν σε ένοπλα αντάρτικα σώματα, με κυριότερο την οργάνωση Montoneros που δεν δίστασε να προχωρήσει σε εκτελέσεις πολιτικών αντιπάλων. Τον Μάιο του 1970 ο στρατηγός Aramburu, από τους πρωταγωνιστές του πραξικοπήματος που ανέτρεψε τον Perón, απήχθη από τους Montoneros και λίγες μέρες αργότερα δολοφονήθηκε. Σύντομα όμως ο πόλεμος μεταφέρθηκε και στο εσωτερικό του περονισμού καθώς μεταξύ των θυμάτων της ένοπλης δράσης των Montoneros συμπεριλαμβάνονταν τρανταχτά ονόματα περονιστών ηγετών από τον χώρο του συνδικαλισμού.

Κατά τη μεταβατική περίοδο 1971-1973, μέσα σε ένα κλίμα γενικευμένης πολιτικής βίας και εμφυλίου πολέμου στο περονικό κίνημα, ο Perón έγινε ο κύριος διαχειριστής της κατάστασης και πρόβαλλε ως ο μόνος ικανός να επιβάλει την τάξη. Συνεχείς ζυμώσεις και διαπραγματεύσεις μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων άνοιξαν τελικά τον δρόμο για την επιστροφή το στην Αργεντινή, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 20 Ιουνίου 1973 έπειτα από 18 χρόνια εξορίας.  Είχαν προηγηθεί οι εκλογές του Μαρτίου του 1973, όπου επικράτησε ο περονιστής υποψήφιος και άνθρωπος εμπιστοσύνης του Perón, Héctor Cámpora. Τον Σεπτέμβριο του ιδίου έτους προκηρύχθηκαν, μέσα σε κλίμα γενικής ευφορίας και ενθουσιασμού, νέες εκλογές στις οποίες ο Perón σάρωσε με ποσοστό 62%. Ωστόσο, ο εμφύλιος πόλεμος στο εσωτερικό του περονισμού εξακολουθούσε να μαίνεται.

Την 1η Ιουλίου 1974 ο Perón απεβίωσε. Οι τίτλο των εφημερίδων εκείνη την ημέρα έγραψαν μόνο ένα τεράστιο «Πέθανε». Τον διαδέχτηκε η σύζυγός του Isabel Perón, την οποία είχε νυμφευθεί το 1961. Αμέσως μετά, οι Μοντονέρος δήλωσαν ότι δεν αναγνώριζαν την εξουσία της Isabel Perón και κήρυξαν ως μοναδικό διάδοχο του Perón τον ίδιο τον λαό. Τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς πέρασαν στην παρανομία και ανέλαβαν ξανά τον ένοπλο αγώνα. Από τότε επικράτησε ένα κλίμα ανεξέλεγκτης βίας ανάμεσα σε αντάρτικες ομάδες και στην παρακρατική οργάνωση Τριπλό Α (Triple A – Alianza Anticomunista Argentina). Αυτό το  χρονικό βίας κατέληξε στο πραξικόπημα της 24ης Μαρτίου 1976 και στην κατάληψη της εξουσίας από μία από τις στυγνότερες χούντες στη σύγχρονη παγκόσμια ιστορία, η οποία θα άφηνε πίσω της 30.0000 αγνοούμενους. Οι περονιστές πλήρωσαν τον βαρύτερο φόρο αίματος σε αυτή την τραγωδία.

Παρά τις δραματικές εξελίξεις τις περιόδου 1976-1983 ο περονισμός επιβίωσε και μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας το 1983, ανασυντάχθηκε και επανήλθε δυναμικά στην πολιτική σκηνή της Αργεντινής. Η επιστροφή του στην εξουσία κατά τα έτη 1989-1999 και 2003-2015, μέσα από πολύ διαφορετικά μεταξύ τους πρόσωπα και πολιτικά προγράμματα, δείχνει αναμφίβολα την ανθεκτικότητα της περονικής ταυτότητας και το ισχυρό έρεισμα του κινήματος στα λαϊκά στρώματα και στον συνδικαλιστικό χώρο. Από την άλλη πλευρά, η ετερογένειά του φανερώνει την ιδεολογική ευελιξία του, την ικανότητά του να προσαρμόζεται σε πολύ διαφορετικές συνθήκες αλλά και τη συμβιωτική σχέση του με την εξουσία.[19]


[1] Miguel Murmis – Juan Carlos Portantiero, Estudios sobre los orígenes del peronismo, Μπουένος Άιρες, Siglo XXI Editores, 1971. Federico Neiburg, Los intelectuales y la invención del peronismo, Μπουένος Άιρες, Alianza, 1998. Ernesto Laclau, La Razón Populista, Μπουένος Άιρες, FCE, 2005. Torcuato di Tella, Sociología de los procesos políticos, Μπουένος Άιρες, Grupo Editor Latinoamericano, 1985.

[2] Juan Carlos Torre, “Introducción a los años peronistas”, στο J. C. Torre (επιμ.), Los años peronistas (1943-1955), σειρά Nueva Historia Argentina, τ. VIII, Μπουένος Άιρες, Sudamericana, 2002,  σ. 24-33.

[3] Santiago Senén González- Gabriel Lerman, El 17 de Octubre de 1945. Antes, durante y después, Μπουένος Άιρες, Lumiere, 2005.

[4] Mariano Plotkin, El día que se inventó el peronismo: la construcción del 17 de Octubre, Μπουένος Άιρες, Sudamericana, 2008.

[5] Juan Carlos Torre (επιμ.), El 17 de Octubre de 1945, Μπουένος Άιρες, Ariel, 1995.

[6] Juan Carlos Torre, La vieja guardia sindical y Perón, Μπουένος Άιρες, Sudamericana, 1990. Miguel Murmis – Juan Carlos Portantiero, ό.π.

[7] Μαρία Δαμηλάκου, Ιστορία της Λατινικής Αμερικής από το τέλος της αποικιοκρατίας μέχρι σήμερα, Αθήνα, Αιώρα, 2014, σ. 128-137.

[8] P. Gerchunoff – D. Antúnez, “De la bonanza peronista a la crisis de desarrollo”,  στο J. C. Torre (επιμ.), ό., σ. 145.

[9] Claudio Belini, La industria peronista, Μπουένος Άιρες, Edhasa, 2009.

[10] Juan Carlos Torre – Elisa Pastoriza, “La democratización del bienestar”, στο J. C. Torre (επιμ.), ό., σ. 282-283.

[11] Juan Suriano, «Ο μακρύς δρόμος προς την κατοχύρωση των κοινωνικών δικαιωμάτων του πολίτη», στο Μ. Δαμηλάκου (επιμ.), Θέματα και τάσεις της σύγχρονης Λατινοαμερικανικής Ιστοριογραφίας, ΕΜΝΕ – Μνήμων, 2010, σ. 225-264.

[12] Juan Carlos Torre – Elisa Pastoriza,ό.π., σ. 303-304.

[13] Mirta Lobato, María Damilakou, Lizel Tornay, “Working-Class Beauty Queens under Peronism”, στο Matthew B. Karush and Oscar Chamosa (eds.), The New Cultural History of Peronism: Power and Identity in Mid-Twentieth Century Argentina, Durham, Duke University Press, 2010, σ. 171-207.

[14] Mirta Zaida Lobato, Eva Perón (1919-1952). Evita, Μαδρίτη, Ediciones del Orto, Biblioteca de mujeres, 2003.

[15] Loris Zannata, La internacional justicialista. Auge y ocaso de los sueños imperiales de Perón, Μπουένος Άιρες, Sudamericana, 2013, σ.358-365.

[16] Juan Carlos Torre, “Introducción a los años peronistas”, στο J. C. Torre (επιμ.), Los años peronistas (1943-1955), ό.π., σ. 70-71.

[17] Daniel James, Resistencia e integración. El peronismo y la clase trabajadora argentina, 1946-1976, Μπουένος Άιρες, Sudamericana, 2η έκδοση, 1999.

[18] Daniel James, “Sindicatos, burócratas y movilización”, στο Daniel James (επιμ.), Violencia, proscrición y autoritarismo (1955-1976), σειρά Nueva Historia Argentina, τόμος IX, Μπουένος Άιρες, Sudamericana, 2003, σ. 117-167.

[19] Μαρία Δαμηλάκου, «Ο αργεντινός περονισμός. Ιδεολογία, πολιτική σκηνοθεσία και κοινωνική εμπειρία», στο: Λαϊκισμός στην ιστορία, την τέχνη, την πολιτική. Πρακτικά επιστημονικού συμποσίου, Αθήνα, Εταιρεία σπουδών νεοελληνικού πολιτισμού και γενικής παιδείας, 2016, σ. 93-102.

Avatar photo
Μαρία Δαμηλάκου

Η Μαρία Δαμηλάκου είναι μόνιμη Επίκουρη Καθηγήτρια της Ιστορίας της Αμερικανικής Ηπείρου με έμφαση στους Νεότερους Χρόνους στο Τμήμα Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου.

Άρθρα: 2