Στην ιστορική της πορεία, η Ελλάδα, από την εποχή της έναρξης του Αγώνα της Ανεξαρτησίας έως και τα μέρες μας, δεν ήταν απερίσπαστη από εξωτερικές δεσμεύσεις τόσο πολιτικής όσο και οικονομικής φύσεως. Πολιτικές δεσμεύσεις και οικονομικές εξαρτήσεις, που προσδιόριζαν την υφή και τον χαρακτήρα της πολιτικής της, τόσο στο εσωτερικό πολιτικό τοπίο, όσο και στον τομέα των σχέσεών της με τα άλλα κράτη της διεθνούς κοινότητας. Πολιτικές δεσμεύσεις και οικονομικές εξαρτήσεις, οι οποίες αποκρυσταλλώνονταν στα όσα έγραφε ο Ελευθέριος Βενιζέλος, τον Απρίλιο του 1927, προς τον Γεώργιο Καφαντάρη, υπουργό Οικονομικών στην κυβέρνηση Συνεργασίας, όπου σημείωνε: «κυβέρνησις δεν δύναται ευρεθή εις ανάγκην να αγωνισθή απεγνωσμένως προς περίσωσιν ανεξαρτησίας Ελλάδος δια τον απλούστατον λόγον ότι τοιαύτη ανεξαρτησία δεν υφίσταται σήμερον, ουδέν μικρόν κράτος είναι πράγματι ανεξάρτητον. Αλλά όταν το μικρόν κράτος ευρίσκεται εις το οικονομικόν κατάντημα της Ελλάδος και διατελεί υπό τον διαρκή φόβον ότι ο κανονικός πολιτικός βίος της δύναται να διακοπή από το ξίφος ενός φιλόδοξου στρατηγού, το κράτος τούτο πρέπει να βλέπη υπερβολικώς ρόδινα τα πράγματα δια να νομίση ότι είναι αληθώς ανεξάρτητον».
Ίσως, ως απαρχή αυτής της εξάρτησης δύνανται να θεωρηθούν τα δύο εξωτερικά δάνεια, που συνήψαν οι Έλληνες εμπόλεμοι με τη Βρετανία, στη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης, το 1824 και το 1825, δοθέντος ότι συνιστούν έναν από τους πλέον αξιόλογους σταθμούς της πορείας του Ελληνικού Έθνους προς την ίδρυση κράτους, ανεξάρτητου και κυρίαρχου. Παράλληλα, όμως, η παροχή χρημάτων από την Αγγλία θεωρείται, σε συνάρτηση με την αναγνώριση των Ελλήνων ως εμπολέμων από τον Βρετανό υπουργό Εξωτερικών, Γεώργιο Κάνιγκ, το 1823, ως το προοίμιο της Ελληνικής Ανεξαρτησίας.

Τα προηγούμενα χρόνια, από την εποχή, που ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση έως το 1823, τα πράγματα εξελίσσονταν με δυσκολία, τόσο στο εσωτερικό πολιτικό και στρατιωτικό πεδίο του ελληνικού χώρου όσο και στον διεθνή περίγυρο.
Στο εσωτερικό πολιτικό τοπίο, η Επανάσταση είχε, εν πολλοίς, προετοιμαστεί από την Φιλική Εταιρεία, αλλά δεν υπήρχε κάποιο επιχειρησιακό σχέδιο για την πορεία του Αγώνα., «ουδέ γενική συμφωνία περί του χρόνου και του τόπου […] ουδέ τα στοιχειώδη οικονομικά μέσα, ουδέ κοινός αρχηγός. Υπήρχεν όμως κοινόν φρόνημα […]», που είχε επηρεάσει τον λαό, τον μετέβαλε «εις εύφλεκτον ύλην», η οποία πυροδοτήθηκε «εις τον κατάλληλον χρόνον». Λίγες μέρες μετά την 25η Μαρτίου του 1821, το επαναστατικό κύμα ξεπέρασε τον Μοριά και συμπαρέσυρε την Ήπειρο, τη Στερεά Ελλάδα, τη Θεσσαλία και τη Μαγνησία, τη Μακεδονία, Ανατολική και Κεντρική, το Άγιον Όρος, τη Χαλκιδική. Εν τω μεταξύ ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, απελευθέρωσαν την Καλαμάτα και σχημάτισαν τη Μεσσηνιακή Γερουσία, το πρώτο πολιτικό σώμα, με περιορισμένη τοπική εξουσία. Η άλωση της Τριπολιτσάς, τον Σεπτέμβριο του 1821, συγκαταλέγεται στις πρώτες επιτυχίες των αγωνιζομένων Ελλήνων κατά του Οθωμανού δυνάστη.
Αξιοσημείωτη ήταν και η μετάδοση της Επανάστασης στα νησιά του Αιγαίου Πελάγους, καθώς και η συμβολή των νήσων Ύδρας, Σπετσών και Ψαρών, που διέθεσαν τα μικρά τους πλοία στην υπηρεσία του Έθνους.
Στο εξωτερικό πολιτικό τοπίο, οι αντιπαλότητες των Μεγάλων Δυνάμεων, αντιπαλότητες συνυφασμένες με την επιβολή της ισχύος τους και άρα και της εξυπηρέτησης των ίδιων συμφερόντων τους στον ευρύτερο, πλανητικό αλλά και στενότερο γεωγραφικό χώρο της Εγγύς Ανατολής και της Χερσονήσου του Αίμου, δυσχέραιναν την ευτυχή έκβαση του Αγώνα. Οι Δυνάμεις, αν και συνδεδεμένες, ορισμένες εξ αυτών ή και όλες, με συμβατικούς δεσμούς με προεξάρχον το κείμενο του Νοεμβρίου 1815, βάσει του οποίου είχε συσταθεί το σύστημα ισορροπίας, που έμεινε γνωστό ως Διευθυντήριο των Δυνάμεων και το οποίο λειτούργησε αρχικώς ως Τετραρχία και στη συνέχεια, ως Πενταρχία, ύστερα από την εισδοχή της Γαλλίας στους κόλπους των Δυνάμεων το 1818, δεν ήταν δυνατόν να μην προσβλέπουν στην ικανοποίηση των στόχων της δικής τους εξωτερικής πολιτικής, γεγονός, που, αν συνέβαινε, θα συνεπέφερε τη μείωση της ισχύος τους σε περιφερειακό και πλανητικό επίπεδο. Το ευρωπαϊκό Διευθυντήριο, αντίθετο σε κάθε επαναστατική κίνηση (π.χ. Ισπανία, Πεδεμόντιο), όπως και η Ιερά Συμμαχία, που απειλούσε να διαταράξει και να ανατρέψει την ισορροπία των δυνάμεων, την οποία τόσο αριστοτεχνικά είχε επιβάλει με τις αποφάσεις του Συνεδρίου της Βιέννης, άρα και το εδαφικό status quo της Ευρώπης, είχε αντιδράσει όταν εκδηλώθηκε το κίνημα του Αλέξανδρου Υψηλάντη, τον Φεβρουάριο/Μάρτιο 1821, στη Μολδοβλαχία, ενάντια στον σουλτάνο. Η αντίδρασή του εκφράστηκε στο Συνέδριο του Λάυμπαχ, όπου ο καγκελάριος, πλέον, της Αυστρίας, Κλέμενς φον Μέττερνιχ, έπεισε τους συνέδρους, κυρίως τον τσάρο Αλέξανδρο, να προβούν στην καταδίκη της Επανάστασης. Η αυστηρή ουδετερότητα, που τήρησαν οι Δυνάμεις έναντι της Επανάστασης και η αποφυγή στρατιωτικής επέμβασης στις επαναστατημένες περιοχές με σκοπό την καταστολή οφειλόταν, εν πολλοίς, στους διπλωματικούς χειρισμούς του Ιωάννη Καποδίστρια, ο οποίος εκπροσωπούσε τη Ρωσία στο Συνέδριο, μια και κατείχε πια τη θέση του υπουργού Εξωτερικών.

Ανάλογη υπήρξε και η αντίδραση των ευρωπαϊκών ανακτοβουλίων όταν μαθεύτηκε πως στις 25 Μαρτίου/6 Απριλίου 1821 ξέσπασε και στον Μοριά η Ελληνική Επανάσταση, η οποία ακολούθησε τα γεγονότα του Φεβρουαρίου, εξέλιξη που δεν ήταν δυνατόν ν’ αφήσει αδιάφορη την Ευρώπη. Ο τσάρος Αλέξανδρος, επιστρέφοντας στην Πετρούπολη μετά το Λάυμπαχ και έχοντας απομακρυνθεί από την επιρροή του δαιμόνιου Αυστριακού καγκελάριου, πιέζεται από την κοινή γνώμη, μετά τα αιματηρά γεγονότα της Κωνσταντινούπολης, ιδίως τον απαγχονισμό του Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε΄, και λαμβάνει περιορισμένα μέτρα, τα οποία τείνουν στη διασφάλιση των συμφερόντων των Ορθοδόξων υπηκόων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, μια και η Ρωσία είχε αποκτήσει το δικαίωμα προστασίας τους, βάσει των άρθρων 7 και 17 της Συνθήκης του Κιουτσούκ-Καϊναρτζή, του 1774, δικαίωμα το οποίο χρησιμοποίησε κατά το δοκούν, ώστε να ασκεί επεμβατική πολιτική στην Πύλη. Τηρώντας τη στάση αυτή στη δεδομένη συγκυρία, εφάρμοζε πολιτικές προηγούμενων τσάρων. Επιπλέον, η κοινή γνώμη ασκούσε ιδιαίτερη πίεση στον Αλέξανδρο. Έτσι, δεν είναι παράδοξο το γεγονός, ότι ο τελευταίος ενέκρινε την επίδοση μιας διακοίνωσης στην Πύλη, την οποία συνέταξε ο Καποδίστριας.
Η τροπή, την οποία προσέλαβε η όλη κατάσταση, ήταν επόμενο να ανησυχήσει ολόκληρη την Ευρώπη. Οι υπόλοιπες Μεγάλες Δυνάμεις δεν ήταν δυνατό να παραμείνουν απλοί θεατές στην πολεμική αντιπαράθεση Ελλήνων και Τούρκων, διακυβεύοντας τα οικονομικά συμφέροντά τους, που ήταν άρρηκτα συνυφασμένα με το Ανατολικό Ζήτημα όπως και με την πολιτική ισορροπία, που ήταν εξαιρετικά δύσκολο να αποκτηθεί σ’ αυτές τις περιοχές. Δεν έδειχναν καμία διάθεση να επιτρέψουν στον Αλέξανδρο Α΄ να διαχειριστεί μόνος του μια τόσο σοβαρή κρίση στην Ανατολή.
Από το 1823, όμως, το τοπίο αρχίζει να μεταβάλλεται και τούτο οφείλεται στη μεταστροφή της βρετανικής πολιτικής απέναντι στον Αγώνα των Ελλήνων, αλλαγή η οποία είναι απότοκη εσωτερικών πιέσεων που προέρχονται από τους οικονομικούς κύκλους του Λονδίνου: το Φιλελληνικό Κομιτάτο του Λονδίνου, το οποίο ιδρύθηκε το Νοέμβριο του 1823, αλλά και προωθημένων τάσεων, που εκδηλώνονται στο Φόρεϊν Όφις, ύστερα, κυρίως, από την ανάληψη της ηγεσίας του από τον Κάνιγκ, ο οποίος διαδέχθηκε τον Κάσλερη μετά την αυτοκτονία του. Ο νέος υπουργός Εξωτερικών της Μεγάλης Βρετανίας, εφαρμόζοντας μια πιο φιλελεύθερη πολιτική, αλλά και περισσότερο διορατικός, ίσως, από τον προκάτοχό του, θέλει να εκμεταλλευθεί το κενό που βλέπει να δημιουργείται από τον τρόπο, με τον οποίο ο τσάρος ασκεί την πολιτική του σε σχέση με το Ελληνικό Ζήτημα και, ταυτοχρόνως, θεωρεί πως θα είναι επωφελής για την χώρα του ο προσεταιρισμός των Ελλήνων σε περίπτωση που η επαναστατική αντίδρασή τους εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στεφόταν από επιτυχία. Επομένως, οι δύο αυτοί παράγοντες θα συμβάλουν στην περαιτέρω ισχυροποίηση και εδραίωση της βρετανικής, ναυτικής επιρροής και υπεροχής στη Μεσόγειο, η οποία είχε εγκαινιασθεί με τη Συνθήκη της Ουτρέχτης (1713) και, συγχρόνως, θα προσφέρουν εχέγγυα για την ευτυχή λύση του Ανατολικού Ζητήματος, μια λύση εξυπηρετική των βρετανικών συμφερόντων.
Δύο συγκεκριμένες κινήσεις του Κάνιγκ φαίνεται πως συμβάλουν στην επίτευξη των προαναφερθέντων στόχων. Η δήλωση, μέσω του Βρετανού πρέσβη στην Κωνσταντινούπολη, Στράνγκφορντ, στην Υψηλή Πύλη, τον Φεβρουάριο του 1823, πως η διατήρηση αγαστών σχέσεων ανάμεσα στις δύο χώρες θα ήταν δυνατή εφόσον ο σουλτάνος σεβόταν και εφήρμοζε τις υποχρεώσεις, που είχε αναλάβει η Οθωμανική Αυτοκρατορία, βάσει ορισμένων συμβάσεων, οι οποίες αφορούσαν στην καλή μεταχείριση των χριστιανών υπηκόων της. Ένα μήνα, περίπου, αργότερα στις 25 Μαρτίου 1823, ο Κάνιγκ προβαίνει σε μια ενέργεια θεμελιώδους σημασίας για τον απελευθερωτικό Αγώνα των Ελλήνων: ένα χρόνο νωρίτερα, στις 25 Μαρτίου 1822, η ελληνική επαναστατική κυβέρνηση είχε κηρύξει τον αποκλεισμό των οθωμανικών ακτών στο Ιόνιο Πέλαγος και το είχε γνωστοποιήσει στις Μεγάλες Δυνάμεις∙ τώρα, η Αγγλία ερχόταν να αναγνωρίσει αυτόν τον αποκλεισμό, προβαίνοντας έτσι σε μια διπλωματική κίνηση υψίστης πολιτικής και νομικής σημασίας, δεδομένου ότι αναγνώριζε τους Έλληνες ως εμπόλεμους. Το γεγονός αυτό σήμαινε, στην πραγματικότητα πως, πιεσμένος, ο Κάνιγκ, από το πρόβλημα της πειρατείας που λυμαινόταν το Αιγαίο παρεμποδίζοντας τον διάπλου του βρετανικού στόλου, αναγνώριζε στους Έλληνες το δικαίωμα να προβαίνουν σε νηοψίες επί ουδετέρων πλοίων, τα οποία βοηθούσαν τους Οθωμανούς στον αγώνα που διεξαγόταν στην Ελλάδα και, υπό την κάλυψη της σημαίας τους, μετέφεραν ανενόχλητα στρατεύματα και πολεμοφόδια. Η σπουδαία αυτή διπλωματική κίνηση του Κάνιγκ, έγινε σε περίοδο, κατά την οποία είχαν ξεκινήσει οι ενέργειες για την έκδοση του πρώτου δανείου της ανεξαρτησίας. Ο Λουριώτης και ο Edouard Blaquière, ο ιδρυτής της Φιλελληνικής Επιτροπής του Λονδίνου, έφτασαν τον Απρίλιο του 1823 στην Τριπολιτσά, με σκοπό να ενημερώσουν την Προσωρινή Διοίκηση και να την πείσουν πως έπρεπε να προωθήσει τις διαδικασίες για τη σύναψη σύμβασης, σχετικής με το αγγλικό δάνειο.

Στις εντολές που έλαβαν αργότερα τα ορισθέντα μέλη της επιτροπής για το δάνειο, τόσο εγγράφως όσο και προφορικώς, περιλαμβανόταν και η συζήτηση για εκλογή βασιλιά, προοπτική, η οποία είχε αρχίσει να διαφαίνεται ήδη από το 1821, όταν ο Μαυροκορδάτος θέλησε να προτείνει τον Ευγένιο, θετό γιό του Μεγάλου Ναπολέοντα, για τον θρόνο της Ελλάδας, διακρινόμενο για τις πολιτικές και στρατιωτικές του δεινότητες. Η προσπάθεια προσέγγισης, που έγινε το 1823, έμεινε ατελέσφορη λόγω του θανάτου του πρίγκιπα, το δε ενδιαφέρον του Μαυροκορδάτου εστράφη προς τον Λεοπόλδο. Σε μεταγενέστερο χρόνο, οι παραινέσεις του προς τα μέλη της ελληνικής επιτροπής του Δανείου για συνομιλίες με τον Άγγλο υπουργό Εξωτερικών, αποσκοπούσαν στο να αποσπάσουν τη συναίνεσή του για την εκλογή του πρίγκιπα Λεοπόλδου, μετέπειτα βασιλιά του Βελγίου. Σε άλλο έγγραφο, της 20ης Ιουνίου 1825, τις συμβουλές του Κάνιγκ, η κυβέρνηση, τις είχε χαρακτηρίσει ως «σωστικάς».
Η ανάμιξη της Μεγάλης Βρετανίας στην ελληνική υπόθεση δεν πρέπει να ξενίζει, δεδομένου ότι στις πρώτες προσπάθειες για εξωτερικό δάνειο εντάσσεται και η απόπειρα, που είχε σημειωθεί όταν η τοπική κυβέρνηση, η αποκληθείσα Άρειος Πάγος, η οποία είχε προκύψει από τη συνέλευση της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος, που είχε συγκαλέσει ο Θεόδωρος Νέγρης στην Άμφισσα, επιχείρησε να συνάψει δάνειο στο εξωτερικό. Παρόμοιες προσπάθειες έγιναν και το επόμενο χρονικό διάστημα αλλά η πρώτη σοβαρή απόφαση για προσφυγή στον εξωτερικό δανεισμό απαντάται στην Α΄ Εθνική Συνέλευση της Επιδαύρου, η οποία κήρυττε, συν τοις άλλοις, και «την Ανεξαρτησία της Ελλάδας» και δικαίωνε την Επανάσταση, που την χαρακτήριζε ως ‘Εθνική Επανάσταση’, διακρίνοντάς την από τα ‘δημαγωγικά και στασιαστικά κινήματα’ της εποχής, διαφοροποιώντας την, κατ’ αυτόν τον τρόπο, και από τη Γαλλική επανάσταση του 1789. Στις 20 Δεκεμβρίου 1821, συγκεντρώθηκαν στο χωριό Πιάδα, πλησίον της αρχαίας Επιδαύρου, οι 60 «παραστάτες», οι οποίοι εκπροσωπούσαν τις περιοχές του ελλαδικού χώρου που είχαν απελευθερωθεί από τον οθωμανικό ζυγό, ενώ δεν συμμετείχαν αντιπρόσωποι από τις Κυκλάδες, τις Νότιες Σποράδες (Δωδεκάνησος), τις Σποράδες, την Κρήτη και άλλα νησιά, γεγονός, που στερούσε από την Α΄ αυτή Εθνική Συνέλευση τον χαρακτήρα ενός γενικού συναγερμού του Έθνους για τη ρύθμιση των πολιτειακών του ζητημάτων. Ας διευκρινισθεί πως λίγες μέρες πριν από την σύγκληση της Εθνοσυνέλευσης, όσοι κινούσαν τα νήματα, ιδίως ο Μαυροκορδάτος και ο Νέγρης, είχαν αρνηθεί κάθε αναφορά στη Φιλική Εταιρεία, καταργώντας τα σύμβολά της και παραμερίζοντας τον Δημήτριο Υψηλάντη. Σημαντικό είναι ότι την πρώτη μέρα οι συμμετέχοντες ψήφισαν τον Κανονισμό της Συνελεύσεως, ο οποίος περιλάμβανε είκοσι άρθρα. Την 1η Ιανουαρίου 1822, άρχιζαν οι εργασίες της Συνέλευσης υπό την προεδρία του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, και η δωδεκαμελής επιτροπή, που είχε οριστεί από τη Συνέλευση, υπέβαλε το κείμενο του πρώτου Συντάγματος του επαναστατημένου Έθνους, γνωστότερο ως Σύνταγμα της Επιδαύρου και το οποίο ονομάστηκε τότε Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος∙ ο όρος Προσωρινόν, υποδήλωνε την προσπάθεια των συντακτών του να μην «ενοχλήσουν» τις ευρωπαϊκές Δυνάμεις. Ύστερα από την ψήφιση της 1ης Ιανουαρίου, του Προσωρινού Πολιτεύματος της Ελλάδος, στις 15 του μηνός, με θέσπισμα της Εθνικής Συνέλευσης, ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος εξελέγη Πρόεδρος του Εκτελεστικού σώματος, ο δε Δημήτριος Υψηλάντης, Πρόεδρος του Βουλευτικού σώματος, «τιμής ένεκεν». Ο Υψηλάντης, είχε φτάσει στην Ελλάδα τον Ιούνιο του 1821, εκπροσωπώντας τον αδελφό του Αλέξανδρο που ήταν φυλακισμένος στην Αυστρία. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης απουσίαζε επίσης.
Ήδη, από τις 20 Δεκεμβρίου, οι συνελθόντες στην Πιάδα (Νέα Επίδαυρο), αποφάσισαν πως η αναζήτηση χρημάτων από το εξωτερικό ήταν ένα «αίτημα πρωταρχικής σημασίας δια το Έθνος», γι’ αυτό και έπρεπε ειδικοί απεσταλμένοι να μεταβούν στην Ευρώπη με σκοπό να διαπραγματευθούν την έκδοση εξωτερικού δανείου. Σημειωτέον, πως η προσφυγή στον εξωτερικό δανεισμό, όπως και στον εσωτερικό, που προηγήθηκε και συνεχίστηκε, δεν είχε να κάνει, εκείνη την περίοδο, με τις υποχρεώσεις του ανεξάρτητου Ελληνικού κράτους, ιδρυθέντος με γνώμονα το πρώτο από τα τρία Πρωτόκολλα του Λονδίνου, της 3ης Φεβρουαρίου 1830. Είχε άμεση σχέση, όπως σημειωνόταν στο Ψήφισμα της Γερουσίας της Δυτικής Ελλάδος, σχετικού με την έκδοση εσωτερικού ομολογιακού δανείου, το ποσό του οποίου ανερχόταν στα 300 χιλ. γρόσια καθώς και στον τρόπο εξόφλησης αυτού, με το «να προφθασθώσιν αι μεγάλαι χρείαι της Διοικήσεως» αφ’ ης στιγμής διαπίστωναν πως «εκ των δημοσίων εισοδημάτων κατά τας έκπαλαι συνηθείας των μερών τούτων και δια τας δυστυχίας τας οποίας επροξένησεν ο εσωτερικός πόλεμος αργοπορούσι να συναχθούν μετρητά εις το Δημόσιον Θησαυροφυλάκιον» και ανέκυπτε κατεπείγουσα η ανάγκη «του να οικονομηθώσι τα του πολέμου χρεώδη».

Στις γενικότερες συζητήσεις, που διεξάγονταν όλο το προηγούμενο διάστημα, ανάμεσα σε ηγετικά στελέχη της Επανάστασης για το εν γένει πολίτευμα της Ελλάδας και τους θεσμούς που θα το διήπαν, δεν έλειπαν οι ανταγωνισμοί και οι έριδες ανάμεσα σε όσους προσπαθούσαν να στήσουν ένα οργανωμένο κρατικό μόρφωμα, ώστε να πετύχουν την υλοποίηση των εθνικών τους ονείρων και επιδιώξεων, που θα αποκρυσταλλώνονταν στην αυτονομία ύπαρξής του. Επομένως, συμπεραίνεται πως η ανάγκη για εξεύρεση χρημάτων, ικανών να βοηθήσουν στην αίσια έκβαση του αγώνα των Ελλήνων εναντίον των Οθωμανών, ήταν επιτακτική και η προσφυγή στη δανειοδότηση των επαναστατημένων και από την αλλοδαπή ήταν απόρροια και της εσωτερικής διαμάχης.
Όντως, η ασυνεννοησία και ο «εσωτερικός πόλεμος» διακρίνονται και μέσα από την επιστολή που έστειλε ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης προς το Βουλευτικό σώμα, τον Οκτώβριο του 1823, με την οποία δήλωνε πως παραιτείται από την αντιπροεδρία του Εκτελεστικού σώματος και όπου έγραφε, μεταξύ άλλων, πως έβλεπε «τα εθνικά εισοδήματα διασκορπιζόμενα», «τον εχθρόν προχωρούντα πανταχόθεν εις την ελληνικήν γην» και «να εισβάλλη εις την Πελοπόννησον» και ότι αι διχόνοιαι και φατρίαι δεν αφίνουν να ενεργηθή τι των προς σωτηρίαν ως δει […]».
Διαπιστώνεται και από την επιστολή, που έστειλε ο Οδυσσέας Ανδρούτσος προς τον Αδαμάντιο Κοραή, τον Μάρτιο του 1824, όπου τον παρακαλούσε και τον προσκαλούσε να κατέλθει στην πατρίδα και να αναλάβει ηγετικό ρόλο, ούτως ώστε να συμβάλει στην ευτυχή έκβαση του υπέρ Ανεξαρτησίας Αγώνα. Μιλούσε για τις διασπαστικές τάσεις, που είχαν παρατηρηθεί στους αρχηγούς της Ελλάδας, οι οποίοι, όμως, αγωνίζονταν «την αυτονομίαν» και «ανεξαρτησίαν των»∙ πράγματα «ουσιώδη» και «δύσκολα, ως προς ημάς» και τη δυσκολία αυτή την απέδιδε στην τουρκική βαρβαρότητα και κακοήθεια, η οποία «είναι εισέτι πολλή εις ημάς εξ αιτίας της πολυχρονίου συναναστροφής μας με τους τυράννους. Της παιδείας αι ρίζαι είναι ακόμη και ολίγαι και αδύνατοι, και η επανάστασις πριν λάβη τέλος, εγέννησε την φιλαρχίαν και την φιλοπλουτίαν. Το φίλαρχον και το φιλόπλουτον τούτον θέλον να εμποδίση το έθνος, εις σύλλογον ήλθεν εις Επίδαυρον και Άστρος, και εις την πρώτην περίστασιν και εις την δευτέραν πάντοτε υπερίσχυσαν η ιδοτέλεια και αι φατρίαι».
Επομένως, εκτός από την πραγματική έλλειψη οικονομικών πόρων, που θα ενίσχυαν τις πολεμικές επιχειρήσεις και θα συνέβαλαν στην αίσια έκβαση του αγώνα, η «φιλαρχία» και η «φιλοπλουτία», συνιστούσαν στοιχεία διασπαστικά της όποιας συνεννόησης, ακόμα και στην περίπτωση εξεύρεσης χρημάτων.
Το Προσωρινό Πολίτευμα της Ελλάδος, της 1ης Ιανουαρίου 1822, βάσει του οποίου συστάθηκε το ενιαίο Νεοελληνικό κράτος, όριζε την Κόρινθο ως «κατοικία προσωρινή της Διοικήσεως» και η μετακίνηση της Διοικήσεως και των Υπουργείων από την Πιάδα (Νέα Επίδαυρο) στην Κόρινθο πραγματοποιήθηκε από τις 23 έως τις 31 Ιανουαρίου 1822. Η Κόρινθος, παρέμεινε ως Καθέδρα της Διοικήσεως ως τα τέλη Μαΐου – αρχές Ιουνίου 1822. Στο διάστημα κατά το οποίο το Εκτελεστικό Σώμα λειτουργούσε στην Κόρινθο εκδόθηκε μια σειρά Νόμων, που επικύρωναν Ψηφίσματα του Βουλευτικού, τα οποία αφορούν και δάνεια. Έτσι, εκδόθηκε ο νόμος υπ. αριθμ. 5, της 4ης Μαρτίου 1822, με τον οποίο το δάνειο, ύψους πέντε μιλλιουνίων γροσίων, της 18ης Ιανουαρίου 1822, κηρυσσόταν ως αναγκαστικό. Όπως παρατηρεί ο Δημακόπουλος, «έτσι ήρχισεν η ιστορία του χρονίου δανεισμού της Ελλάδος, εν συνεχεία επιδιώξεων από του προηγούμενου έτους». Ακόμα, ψηφίστηκε ο νόμος με αριθμό 7, της 9ης Μαρτίου 1822, που αφορούσε δάνειο ενός «μιλλιουνίου ισπανικών κολωνάτων ταλλήρων εκ του εξωτερικού». Αξιοσημείωτος ήταν και ο νόμος με αριθμό 9, της 5ης Απριλίου 1822, βάσει του οποίου αποφασιζόταν η συλλογή «των πολυτίμων ιερών σκευών ναών και μονών», που θα μετατρέπονταν σε νόμισμα, γεγονός που αποδείκνυε, βέβαια, και την άμεση ανάγκη των επαναστατημένων για εξεύρεση χρημάτων, με σκοπό τη χρηματοδότηση του αγώνα. Το χρηματικό ποσό, που προέκυψε από την πώληση των ιερών αντικειμένων ανήλθε στα 140.000 γρόσια.
Επιπροσθέτως, βάσει του νόμου της 9ης Μαρτίου 1822, η Προσωρινή Διοίκηση της Ελλάδος, που έδρευε στην Κόρινθο, αποφάσιζε τη σύναψη δανείου «επί υποθήκη εθνικών γαιών» και «διακήρυττ[ε]», μέσω του Προέδρου του Εκτελεστικού, «Ότι το Βουλευτικόν εθεσπίσατο και το Εκτελεστικόν επεκύρωσε τάδε, επειδή η Διοίκησις έχει μεγίστην ανάγκην χρηματικών μέσων, επειδή από το Έθνος ολιγώτερα εκ του προχείρου ελπίζονται αφ’ όσα είναι άφευκτα: Αον. Να ληφθώσι 1.000.000 τάλλαρα κολωνάτα Ισπανίας έξωθεν της Επικρατείας δάνεια. Βον. Επί τόκω συμφεροτέρω. Γον. Πληρωτέα μετά τρεις ολοκλήρους ενιαυτούς. Δον. Ει δε χρεία και υποθήκης, το Εκτελεστικόν Σώμα θέλει προσδιορίσει την των εθνικών κτημάτων διπλήν του δανείου τούτου ποσότητα». Με τον ίδιο νόμο της 9ης Μαρτίου, που αφορούσε δάνειο από την αλλοδαπή, αποφασίστηκε και εγκρίθηκε η αποστολή, στο Λιβόρνο της Ιταλίας, του Ανδρέα Λουριώτη, όπου θα συνεργαζόταν με τον μητροπολίτη Ιγνάτιο αλλά και με άλλους ομογενείς, οι οποίοι βρίσκονταν εκεί και δραστηριοποιούνταν, ώστε να επιτύχουν τον συγκεκριμένο σκοπό, δηλ., την παροχή δανείου στους επαναστατημένους Έλληνες, που είχαν συγκροτήσει έναν ιδιότυπο επαναστατικό οργανισμό, ο οποίος, ωστόσο, δεν παρείχε τα απαραίτητα εχέγγυα στους ξένους για τη διασφάλιση των χρημάτων τους. Ο Λουριώτης είχε εντολή να μεταβεί στην Ισπανία ή την Πορτογαλία ή τη Βρετανία, αν οι προσπάθειές του αποτύγχαναν στην Ιταλία. Παραλλήλως όμως, η Συνέλευση επιφόρτισε και άλλη επιτροπή με τις ίδιες αρμοδιότητες, με σκοπό να διαβουλευθεί δάνειο με αρμόδιους παράγοντες της Ελβετίας και της Γερμανίας. Οι απεσταλμένοι, σ’ αυτή την περίπτωση, ήταν ο Μιχαήλ Σχινάς και ο Γουλιέλμος Δίττμαρ.

Οι συγκεκριμένες προσπάθειες δεν απέφεραν τους προσδοκώμενους καρπούς. Άλλες κινήσεις και συζητήσεις που έλαβαν χώρα διαρκούντος του 1822 και του 1823, είχαν την ίδια τύχη. Ωστόσο, αξιομνημόνευτη και σημαντικότερη, ίσως, ήταν εκείνη που σχετιζόταν με τους απεσταλμένους του Τάγματος των Ιπποτών της Ρόδου, Φίλιππο Σαστελαίν και Φίλιππο Ζουρνταίν, τον Νοέμβριο του 1823, στην Ύδρα, όπου πρότειναν στον Μαυροκορδάτο σύναψη δανείου στην Αγγλία, με σκοπό την απελευθέρωση της Ελλάδας, την οποία ήλπιζαν να συνδέσουν με την ανασύσταση του συγκεκριμένου Τάγματος στον ελλαδικό χώρο. Οι προτεινόμενοι δυσμενείς όροι διευκόλυναν τον Μαυροκορδάτο να αφήσει το θέμα σε εκκρεμότητα προσβλέποντας στη σύναψη δανείου με τους χρηματιστηριακούς κύκλους του Λονδίνου, όπου ήδη ελάμβαναν χώρα σχετικές συζητήσεις.
Είναι γεγονός πως ο Μαυροκορδάτος είχε αναλάβει τις εξωτερικές σχέσεις της Επανάστασης δίχως να διορισθεί στο αξίωμα του υπουργού Εξωτερικών, εφόσον στη θέση αυτή είχε τοποθετηθεί ο Θεόδωρος Νέγρης, τον πρώτο καιρό. Μάλιστα, κατά τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, «στην Συνέλευσιν», εννοώντας, προφανώς τη Β΄ Εθνική Συνέλευση, που είχε λάβει χώρα στο Άστρος από τις 29 Μαρτίου έως τις 18 Απριλίου 1823, «έγεινε ψήφισμα ότι να μην βάλουν άλλους ξένους, ειμή τον Μαυροκορδάτον δια τα εξωτερικά».

Με τη λήξη των εργασιών της Β΄ Εθνοσυνέλευσης, η οποία είχε διακηρύξει και πάλι «την πολιτικήν των Ελλήνων ύπαρξιν και ανεξαρτησίαν», άνοιγε η περίοδος της δεύτερης προσωρινής διοικήσεως, με έδρα την Τριπολιτσά. Τον Ιούνιο του 1823 το Εκτελεστικό Σώμα εξεδωσε Διαταγή, με την οποία παρείχε την άδεια στον Ιωάννη Ορλάνδο, τον Ιωάννη Ζαΐμη και τον Ανδρέα Λουριώτη «να πραγματευθώσιν Δάνειον μέχρι της ποσότητος τεσσάρων μιλλιουνίων Ταλλήρων Ισπανικών», την πληρεξουσιότητα «να ενεργήσωσι και φέρωσιν εις έκβασιν το ρηθέν Δάνειον, καθ’ ον κρίνωσιν συμφερώτερον τρόπον». Ας σημειωθεί πως ο Ορλάνδος είχε εκλεγεί πρόεδρος του Βουλευτικού, ύστερα από τη λήξη των εργασιών της Β΄ Εθνοσυνελεύσεως, θέση στην οποία παρέμεινε ως τις 20 Μαΐου. Ταυτοχρόνως, η Διοίκηση δεσμευόταν πως θα επικύρωνε τις συμφωνίες, που οι συγκεκριμένοι απεσταλμένοι θα υπέγραφαν, το δε δάνειο θα αναγνωριζόταν ως χρέος της Ελλάδας. Εάν απουσίαζε ο ένας εκ των τριών μελών, των ορισθέντων για τη διεξαγωγή των συζητήσεων, τα άλλα δύο μέλη θα είχαν την ίδια πληρεξουσιότητα. Στο τέλος, εντελλόταν ο Γενικός Γραμματέας «να ενεργήση την διαταγήν ταύτην». Η Διαταγή ανέφερε ως τόπο έκδοσης την Τρίπολη, έφερε ημερομηνία 2 Ιουνίου 1823 (αωκγ΄) και την υπέγραφαν ο Πρόεδρος του Εκτελεστικού Σώματος, Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, ο Θ. Κολοκοτρώνης, ο Α. Ζαΐμης, ο Σ. Χαραλάμπης και ο Γενικός Γραμματέας, Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος.

Όντας, επομένως, ο Μαυροκορδάτος αρμόδιος για «τα εξωτερικά» είχε αναλάβει και τις ενέργειες, τις σχετιζόμενες με τις διαπραγματεύσεις, που αφορούσαν στο δάνειο από την αλλοδαπή. Δεν πρέπει, ωστόσο, να διαλάθει της προσοχής μας και το γεγονός πως οι καλές σχέσεις με τη Βρετανία, θα ενίσχυαν την αγγλόφιλη παράταξη, την οποία εκπροσωπούσε. Στις 24 Ιουνίου του 1823, ευρισκόμενος στην Τρίπολη, ύστερα από την Διαταγή του Εκτελεστικού, της 2ας Ιουνίου 1823, έστειλε επιστολή προς την τριμελή επιτροπή, όπου επισήμαινε πως η οικονομική σύνδεση με την Αγγλία στόχευε στην εξυπηρέτηση δύο σκοπών, αμφοτέρων εξίσου σημαντικών: αφ’ ενός στην οικονομική ενίσχυση του Αγώνα και αφ’ ετέρου στο «να ενοχοποιήση ούτως ειπείν την Αγγλίαν εν τη εκβιάσει της ελληνικής επαναστάσεως», δίνοντας, κατ’ αυτόν τον τρόπο «την αφορμήν εις την έναρξιν αμοιβαίων σχέσεων μεταξύ των δύο εθνών».
Στην επιστολή του εκείνη, περιλαμβανόταν ειδικό κεφάλαιο για τις σχέσεις των δύο χωρών. Για τις εμπορικές σχέσεις, ο Μαυροκορδάτος, προέτρεπε τα μέλη της επιτροπής να διαπραγματευθούν αλλά «ουχί αποκλειστικώς». Διευκρίνιζε πως η Αγγλία είχε μεταβάλει «σύστημα» και, ίσως, οι αιτίες αυτής της μεταβολής να ήταν: «η υποψία μήπως η Ρωσσία τρέφουσα σκοπούς να εκτανθή κατά το μέρος της Τουρκίας, εκτανθή και εις την Ελλάδα». Ακόμα, το γεγονός πως η μέχρι εκείνη τη στιγμή γενναία αντίσταση της Ελλάδας θα μπορούσε «να χρησιμεύση εις τους μελλοντικούς σκοπούς της Αγγλίας εναντίον των προόδων της Ρωσσίας». Η Ελλάδα είχε δικαίωμα να επωφεληθεί από την περίσταση και η Αγγλία να την βοηθήσει. Το ενδιαφέρον τους έπρεπε να επικεντρωθεί στους πραγματικούς σκοπούς της Αγγλίας, αν, όντως, επιθυμούσε την ανεξαρτησία της Ελλάδας, «εις ποία όρια φρονεί ότι θέλομεν σταθεί», να καταστήσουν γνωστή «την απόφασιν των Ελλήνων του ν’ αποκτήσουν εντελώς την εθνικήν ανεξαρτησίαν των, και όχι ποτέ να υποδουλωθούν εις άλλους». Η εκπλήρωση των ρωσικών σχεδίων δεν συνέφερε την Αγγλία, επομένως υπήρχε ταυτότητα συμφερόντων Ελλάδας-Αγγλίας, η οποία έπρεπε «να συντρέξη εις το να κατασταθή η Ελλάς όχι μόνον αυτόνομος, αλλά και ισχυρά», η κατάρρευση της οθωμανικής Διοίκησης ήταν «άφευκτο[ς]» ύστερα από τον κλονισμό, που είχε υποστεί.
Ο Μαυροκορδάτος, παρείχε την άδεια στους εντεταλμένους απεσταλμένους της ελληνικής Διοίκησης να προχωρήσουν σε συνομιλίες και σε συμφωνίες «περί βοηθείας δοθεισομένης εκ μέρους της Αγγλίας εις την Ελλάδα, χρείας τυχούσης, βοηθείας όμως χρηματικής, ή άλλων αναγκαίων, ουχί δε στρατιωτικής ποτέ∙». Οι συμφωνίες αυτές θα επικυρώνονταν από τη Διοίκηση. Το πλέον, ωστόσο, ουσιώδες σημείο της επιστολής έγκειτο, προφανώς, στα ακόλουθα γραφόμενα του Μαυροκορδάτου: «Επειδή δεν συμφέρει εις την Ελλάδα να γνωρισθή ότι πραγματεύεται περί οποιωνδήποτε πολιτικών σχέσεων με την Αγγλίαν, καθότι τούτο δύναται να κινήση την ζηλοτυπίαν των άλλων Δυνάμεων, θέλετε φροντίσει, όσον το δυνατόν, να γνωρισθή ως μόνος σκοπός της αποστολής ο του δανείου∙ εις τούτο απαιτείται να καταβάλετε όλην την δυνατήν προσοχήν».
Επομένως, από το περιεχόμενο της επιστολής του Μαυροκορδάτου συνάγεται πως η προσφυγή των επαναστατημένων Ελλήνων στην Αγγλία, για χρηματοδότηση, υποκινείτο από λόγους πολιτικούς, δίχως, βέβαια, τούτο να σημαίνει πως και τα χρήματα δεν ήταν υπέρ το δέον αναγκαία για τη συνέχιση και την ευτυχή έκβαση του Αγώνα. Σε πολιτικούς λόγους πρέπει να αναζητηθούν και ορισμένα από τα αίτια της καθυστέρησης της έκδοσης του πρώτου δανείου. Αναφερόμαστε στους αδιάκοπους εσωτερικούς σπαραγμούς, όπως σημειώνει ο Ανδρεάδης, και στους δύο Εμφυλίους Πολέμους. Ο πρώτος, ξεκίνησε το 1823. Είχε να κάνει με τις διαφορές, που εκδηλώθηκαν μεταξύ των προκρίτων της Πελοποννήσου και των οπλαρχηγών και τελείωσε όταν, τον Ιούνιο του 1824, ο Κολοκοτρώνης παρέδωσε το Ναύπλιο στην κυβέρνηση. Λίγους μήνες αργότερα, τον Οκτώβριο του 1824, ξεκινά ο δεύτερος Εμφύλιος, ο οποίος οφειλόταν στις διαφορές Στερεοελλαδιτών, Πελοποννησίων και νησιωτών και τελείωσε το 1825. Κατά τον Γεώργιο Κουντουριώτη, η κατάσταση είχε φτάσει στο απροχώρητο, την άνοιξη του 1824, «το εθνικόν ταμείον […] δεν έχει δέκα γρόσια∙ στρατεύματα πολλά∙ σίτος διόλου∙ δύο ημέρας έχουσιν δίχως ψωμί τα στρατεύματα […] μ’ έναν λόγο ευρίσκεται η πατρίς εις τον έσχατον κίνδυνον […]».
Στον διεθνή στίβο οι ανταγωνισμοί των Δυνάμεων, αναφορικά με την ανατολική Μεσόγειο, διαμόρφωναν το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα μπορούσε να κινηθεί και να εξελιχθεί η ελληνική υπόθεση. Σημαντική ιστορική στιγμή, η οποία συνέβαλε στο να στραφεί περισσότερο η Ελλάδα προς την Αγγλία, υπήρξε το ρωσικό Υπόμνημα, της 28 Δεκεμβρίου 1823/9ης Ιανουαρίου 1824, το οποίο έχει μείνει γνωστό ως «Σχέδιο των Τριών Τμημάτων». Στο σχέδιο αυτό, το οποίο, αν και μυστικό, δημοσιεύθηκε τον Μάιο, στην εφημερίδα Constitutionnel του Παρισιού, ο τσάρος Αλέξανδρος ο Α΄ πρότεινε την επίλυση του Ελληνικού ζητήματος, βασιζόμενη στο διοικητικό πρότυπο που ίσχυε στη Μολδαβία και τη Βλαχία. Προέβλεπε την ίδρυση τριών ή τεσσάρων αυτόνομων ηγεμονιών, οι οποίες θα είχαν διευρυμένα όρια, αφού θα περιλάμβαναν η πρώτη τη Θεσσαλία, την Αττική και τη Βοιωτία, η δεύτερη την Ήπειρο και την Αιτωλοακαρνανία, η τρίτη την Πελοπόννησο και την Κρήτη. Τα νησιά του Αιγαίου Πελάγους θα υπάγονταν σ’ ένα καθεστώς διοικητικής αυτονομίας, ενώ ο σουλτάνος θα ήταν επικυρίαρχος των τριών ηγεμονικών. Στους Έλληνες θα αποδιδόταν η διοίκηση των ηγεμονιών και θα εκπροσωπούνταν στην Υψηλή Πύλη από τον Οικουμενικό Πατριάρχη. Η όλη προσπάθεια του τσάρου ναυάγησε και εξαιτίας των ραδιουργιών του Μέτερνιχ, δεδομένου ότι οι ηγεμονίες, στην ουσία, θα ήταν υποχείριο της Ρωσίας. Ας σημειωθεί πως το ρωσικό Υπόμνημα δεν προέβλεπε την ανεξαρτησία της Ελλάδας, αλλά θα μπορούσε να εκληφθεί ως «μια πράξη γέννησης της Ελλάδας, αν και δεν είχε ακόμα αναγνωρισθεί», όπως παρατηρεί ο Driault, ή, όπως παρατηρεί πάντοτε ο ίδιος «είχε ως αποτέλεσμα να κλείνει περισσότερο η Ελλάδα προς την Αγγλία». Και ναι μεν δεν είχε, ακόμα, αναγνωρισθεί η ανεξαρτησία της Ελλάδας, αλλά το σχέδιο άνοιγε τον δρόμο για αλλαγή πλεύσης της βρετανικής, ιδίως, πολιτικής, έναντι του Ελληνικού Ζητήματος.
Δεν θα ήταν υπερβολή, επομένως, να υποστηρίξουμε πως μέσα σ’ αυτό το διεθνές πολιτικό και διπλωματικό περιβάλλον, η συνομολόγηση της σύμβασης για το πρώτο δάνειο της ανεξαρτησίας ήταν μια αναγκαιότητα επιτακτική, αλλά και επιβεβλημένη από τις περιστάσεις, εσωτερικές και εξωτερικές. Στο εσωτερικό πεδίο τα χρήματα δεν ήσαν απαραίτητα μόνο για την εξυπηρέτηση των αναγκών του πολέμου, που μεταφράζονταν σε πολεμοφόδια και στη σίτιση των στρατιωτών, αλλά και για τον λαό, ο οποίος, επίσης, λιμοκτονούσε. Ας αναφερθεί, ενδεικτικά πως την περίοδο κατά την οποία ο Ιμπραήμ είχε φτάσει στην Πελοπόννησο, οι περιγραφές για την πείνα αποτυπώνονται στα όσα ο Κολοκοτρώνης έγραφε στα Απομνημονεύματά του: «ο τόπος είχε ερημωθή, ο πολέμος δεν άφηνε να καλλιεργήται, ψωμί δεν ευρίσκαμεν, η Κυβέρνησι ήτον μόνον δια το όνομα, διότι δεν είχε κι’ εκείνη και δεν μας έστελνε». Την δε εποχή της πολιορκίας του Μεσολογγίου, ο φιλέλληνας, Ελβετός, Ιάκωβος Μάγερ, σημείωνε σε επιστολή του Μαρτίου 1826: «Καταντήσαμεν εις τοιαύτην ανάγκην, ώστε να τρεφόμεθα εδώ με ακάθαρτα ζώα». Η κατάσταση αυτή δεν ήταν καινούργια, κρατούσε χρόνια.
Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, η χρηματοδότηση του Αγώνα ήταν αναγκαία. Έτσι, στο Λονδίνο, την έκδοση του δανείου ανέλαβαν οι τραπεζίτες Loughman και υιοί, O’brien, Ellice και Σία η δε σχετική σύμβαση υπογράφηκε στις 21 Φεβρουαρίου 1824. Το ονομαστικό κεφάλαιο του δανείου ήταν 800.000 λίρες προς 59%, με τόκο 5% και χρεολύσιο 1%. Από το αρχικό κεφάλαιο αφαιρέθηκαν διάφοροι τόκοι, χρεολύσια, μεσιτείες, προμήθειες, έξοδα, τέλος, δαπανήθηκαν περί τις 10.000 λίρες για πολεμοφόδια. Αφαιρουμένων και διαφόρων άλλων ποσών στην Ελλάδα έφθασαν, τμηματικώς, 302.585.99 λίρες, μεταφραζόμενες σε 8.472.000 παλαιές δραχμές. Αυτό το ποσό αναγράφεται στον λογαριασμ, που επισύναψαν στην απολογία τους οι Λουριώτης και Ορλάνδος το 1835, κατηγορούμενοι για διασπάθιση δημοσίου χρήματος.
Σημειωτέον πως στην υπόθεση του δανείου είχε διαδραματίσει ρόλο και το Ελληνικό Κομιτάτο του Λονδίνου, το οποίο ανέλαβε και την αποστολή των χρημάτων στην Ελλάδα. Με δική του πρωτοβουλία το προϊόν του δανείου θα στελνόταν στον λόρδο Βύρωνα και στον συνταγματάρχη Stanhope «δια να τα βαστάξουν αυτοί εις την θέλησιν της Βουλής προς ωφέλειαν του Γένους, χωρίς να τα οικειοποιηθούν οι κλέπται». Δεν είναι παράδοξο, επομένως, πως τα χρήματα στάλθηκαν με το πλοίο Φλώριντα στη Ζάκυνθο, η οποία ήταν βρετανικό έδαφος και κατατέθηκαν στις τράπεζες του Καίσαρα Λογοθέτη και του Σ. Βάρφ, Άγγλου υπηκόου, εμπόρου, με την εντολή να αποδοθούν στην ελληνική κυβέρνηση, μόνο αν συμφωνούσαν ο λόρδος Βύρων, ο Stanhope και ο Λάζαρος Κουντουριώτης. Στο μεταξύ, ο λόρδος Βύρων πέθανε, η κατάσταση περιπλέχθηκε και ήταν, πλέον, απαραίτητη νέα εντολή από το Λονδίνο.
Τα ποσά του δανείου μετέφερε ο Edouard Blaquière. Αυτή πρέπει να ήταν η πρώτη δόση του δανείου, δεδομένου ότι τα χρήματα έφτασαν τμηματικώς από τον Απρίλιο του 1824 ως τον Απρίλιο της επόμενης χρονιάς. Αξίζει να σημειωθεί, ωστόσο, πως υπό τον μανδύα του φιλελληνισμού υποκρύπτονταν, σε κάποιες περιπτώσεις, οικονομικά συμφέροντα, πολιτικές φιλοδοξίες, στις οποίες εντάσσονταν και οι ελπίδες για έμμεση παρεμβολή και επιρροή αλλοδαπών κυβερνήσεων στα εσωτερικά πράγματα του κράτους, που ευελπιστούσαν πως θα αναδυόταν από την Επανάσταση. Επενδύοντας, λοιπόν, οι χρηματιστές του Λονδίνου τα κεφάλαιά τους σε επισφαλείς επιχειρήσεις ήλπιζαν σε μεγάλα κέρδη, αν ο αγώνας είχε αίσια έκβαση. Όπως δε παρατηρεί ο Λιγνάδης, «το απεγνωσμένον του αγώνος ενός λαού, μη έχοντος άλλην περιουσίαν ει μη τα ‘χώματα’ των προγόνων του, παρείχε προϋποθέσεις συνάψεως συμφωνίας επί τη βάσει ληστρικών όρων».
Ωστόσο, οι ανάγκες του πολέμου στην Ελλάδα απαιτούσαν κι’ άλλα χρήματα, μια και το 1824 ήταν μια εξόχως δύσκολη περίοδος για τον Αγώνα, όπως προαναφέρθηκε. Ήδη, από τον Ιανουάριο του 1823, είχαν αρχίσει να γίνονται αισθητές οι ανησυχίες της Πύλης για τη συνέχιση των πολεμικών επιχειρήσεων και οι προθέσεις της για ενίσχυση των στρατιωτικών και ναυτικών της δυνάμεων από τον αντιβασιλέα της Αιγύπτου, Μωχάμετ ΄Αλη, του οποίου τη βοήθεια είχε ζητήσει ο σουλτάνος. Ο γιός του Αιγύπτιου ηγέτη, Ιμπραήμ, έφθασε στη Μεθώνη τον Φεβρουάριο του 1825, ηγούμενος ενός αξιόμαχου στρατού και ικανού στόλου∙ και τα δύο σώματα διοικούνταν, κυρίως, από Γάλλους αξιωματικούς και υπαξιωματικούς, τον δε Απρίλιο του 1825 άρχισε η πολιορκία του Μεσολογγίου, υπό τον Κιουταχή.

Οι εν Ελλάδι κρατούντες, σε ολόκληρη τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων ενημέρωναν τα μέλη της επιτροπής, στο Λονδίνο, για την πορεία των πολεμικών επιχειρήσεων και τις ανάγκες που προέκυπταν σε πολεμοφόδια. Όπως εξηγούσαν τα μέλη της επιτροπής στην απολογία τους αρκετά χρόνια αργότερα, όταν κατηγορήθηκαν οι Λουριώτης και Ορλάνδος για διασπάθιση των χρημάτων των δανείων, ανέφεραν πως η «απόλυτος ανάγκη μεγαλητέρας δραστηριότητος, και πλειοτέρων πολεμικών βοηθημάτων, ικανών προς αντίκρουσιν των εχθρών, των οποίων η επιμονή και η δύναμις ηύξησαν τα μέγιστα εκ της συγκεντρώσεως των Αιγυπτίων και όλων των τότε Αφρικανών δυνάμεων του Σουλτάνου, μας έπεισαν ότι η Ελλάς είχεν ανάγκην και δευτέρου Δανείου».
Η απόλυτη αναγκαιότητα για την εκ νέου προσφυγή στον εξωτερικό δανεισμό επιβεβαιώνεται και από μεταγενέστερη της υπογραφής της σύμβασης του δεύτερου δανείου, επιστολή της κυβέρνησης, της 13ης Μαρτίου 1825, όπου αναφέρεται, μεταξύ άλλων, «χωρίς το δεύτερον Δάνειον, μήτε φρεγάταις, μήτε κανόνια, δεν αγοράζονται». Άλλωστε, έπρεπε να εκσυγχρονίσουν και τα όπλα που διέθεταν, όταν μιλούσαν για αλλαγή των ορειχάλκινων πυροβόλων με σιδερένια.
Έτσι, τα μέλη της Επιτροπής που παρέμεναν στο Λονδίνο, είχαν προτείνει στους εν Ελλάδι κυβερνώντες να προχωρήσουν στη σύναψη και άλλου δανείου και συμβούλεψαν, στις 27 Μαρτίου 1824, την κυβέρνηση να στείλει τα αναγκαία πληρεξούσια έγγραφα, θεωρώντας πως η εποχή ήταν κατάλληλη, δοθέντος ότι τα «ελληνικά κεφάλαια» (ομόλογα) εκείνη την εποχή «ήσαν εν υπολήψει».
Μάλιστα, την 1η/13η Αυγούστου 1824 η «επιτροπή συνάψεως αγγλικού δανείου», έστελνε αναφορά προς την «Σεβαστήν Ελληνικήν Διοίκησιν», που έδρευε στο Ναύπλιο, όπου ενημέρωνε πως η Φλώριδα θα μετέφερε 40 ή 50 χιλιάδες λίρες. Στην αναφορά τους προτείνονταν τρόποι, βάσει των οποίων θα μπορούσε να ενεργήσει η Διοίκηση. Αξιοπρόσεκτα ήταν και τα ακόλουθα, που δίνουν και μια χροιά των διαπραγματεύσεων: «Φρονούμεν όμως ότι και δια τον προδιορισμόν της γης ή δεν πρέπει να τον αποφασίση και θεσπίση η Σεβαστή Διοίκησις ή, αν τον θεσπίση, να θεσπίση τόπους ακάρπους, νοσώδεις και βουνά, εις μέρη ασήμαντα, με ονόματα όμως παλαιά και λαμπρά, δια να κάμουν εντύπωσιν εις αυτούς τους κομισαρίους. Αυτήν την απάτην την μερετάρει [καλύπτει] καλά, φαίνεταί μας, ο Χουμ, όστις επέμενεν ο μόνος εις αυτό το άρθρον, και με αυτήν η Διοίκησις εκληπαροί τα ζητήματα των καθ’ όλην την έκτασίν των».
Εν τω μεταξύ, στις 31 Ιουλίου 1824, το Βουλευτικό είχε αποφασίσει τα μέλη της Επιτροπής να αιτηθούν νέο δάνειο «[ε]πειδή ο πόλεμος χρήζει πολλών χρημάτων», τα οποία το Ελληνικό Έθνος, που πολεμούσε για την ανεξαρτησία του, χρειαζόταν, «δια να δυνηθή να υποστηρίξη την πολιτικήν ύπαρξιν». Το ποσό του νέου δανείου οριζόταν στα δεκαπέντε «Μιλλιούνια Ταλλήρων Ισπανικών». Ο πρόεδρος του Εκτελεστικού, Γεώργιος Κουντουριώτης, επικύρωνε την απόφαση του Βουλευτικού και στις 14 Αυγούστου 1824, το Εκτελεστικό παρείχε στα τρία μέλη της Επιτροπής πλήρη πληρεξουσιότητα προκειμένου να διαπραγματευθούν ένα δεύτερο δάνειο, ύψους δεκαπέντε εκατομμυρίων ισπανικών ταλίρων, να τα ασφαλίσει με ομολογίες ίσης ποσότητας, βάζοντας ως εγγύηση τα εθνικά κτήματα.
Όταν έφτασε η απάντηση της κυβέρνησης, τα ελληνικά κεφάλαια ήταν «εις εκπεσμένας τιμάς». Γι’ αυτό, ο Λουριώτης, μετέβη «εις Παρίσια», με σκοπό να προχωρήσει σε συζητήσεις και με Γάλλους κεφαλαιούχους, σχετικά με το νέο δάνειο. Εκφράζοντας τις προθέσεις και των άλλων δύο μελών της επιτροπής, είχε κατά νου να θέσει «εις άμιλλαν τα δύο έθνη», συζητώντας, παράλληλα και το ζήτημα του δούκα του Νεμούρ. Τελικώς, όμως, επικράτησαν οι διαπραγματεύσεις με τους επιχειρηματικούς κύκλους του Λονδίνου, δεδομένου ότι θεωρήθηκαν συμφερότεροι οι προσφερθέντες όροι τους. Η σύμβαση του δεύτερου δανείου υπογράφηκε στις 7 Φεβρουαρίου 1825, το ύψος του ήταν 2.000.000 λιρών στερλινών, οι Έλληνες θα εισέπρατταν 816.000 και στην Ελλάδα έφτασαν οι 232.558 λίρες.

Στις 12 Φεβρουαρίου 1825, ο Ιωάννης Ζαΐμης μετακαλείτο και το Εκτελεστικό παρείχε στους άλλους δύο, τον Λουριώτη και τον Ορλάνδο, κάθε πληρεξουσιότητα για να προχωρήσουν στη διαπραγμάτευση και στην υπογραφή συμβάσεως νέου δανείου. Σε περίπτωση που απουσίαζε ο ένας εκ των δύο, ο έτερος θα είχε την ίδια πληρεξουσιότητα, ούτως ώστε να προβεί μόνος του σε όλες τις απαιτούμενες ενέργειες. Αν, ωστόσο, η Επιτροπή είχε προχωρήσει τις διαπραγματεύσεις και είχε υπογράψει τη σύμβαση του καινούργιου δανείου, η μετάκληση του Ζαΐμη δεν θα επέφερε την ακύρωση της συμφωνίας. Ύστερα από τέσσερις μήνες, ο Ζαΐμης αντικαταστάθηκε από τον Γ. Σπανιολάκη, ο οποίος εστάλη, για να προσκομίσει επιστολή προς τον Κάνιγκ, αλλά αναμίχθηκε στη διαχείριση του δανείου και ήρθε σε αντιπαράθεση με τους Λουριώτη και Ορλάνδο όταν αυτοί κατηγορήθηκαν για διασπάθιση των χρημάτων των δύο δανείων. Ο Samuel Howe, βέβαια, υποστηρίζει πως, όταν έφτασε ο Σπανιολάκης στο Λονδίνο, βρήκε τα μέλη της Επιτροπής διαχείρισης του Δανείου και τους ομολογιούχους «να τρώγονται μεταξύ τους». Κλεψιές και καταχρήσεις ήταν στην πρώτη γραμμή και τα σχετικά δημοσιεύματα στον τύπο «ξεσκέπαζαν αισχρή παραμέληση του καθήκοντος από ανθρώπους που στο στόμα τους είχαν συνεχώς τη λέξη ελευθερία, πατριωτισμός, φιλανθρωπία, φιλελληνισμός».
Η διαχείριση των εκ του δευτέρου δανείου προελθόντων χρημάτων ανετέθη στους εκδότες του και σε φίλους τους, τους Hobhouse, Elliot και Burdett. Η αποκληθείσα, αργότερα, από τους Times του Λονδίνου, «Τετραρχία» διαχειρίστηκε τα χρήματα κατά βούληση, αγνοώντας τους Έλληνες αντιπρόσωπους, μη στέλνοντας τα χρήματα, τα οποία έπρεπε να αποδοθούν στην Ελλάδα αλλά ούτε και τα πλοία που παραγγέλθηκαν. Τα «όργια», όπως τα χαρακτηρίζει ο Ανδρεάδης, που σημειώθηκαν κατά τη χρήση του προϊόντος του δανείου, ήσαν πάμπολλα και αποτυπώνονται στα όσα έγραφαν οι Times, σε άρθρο δημοσιευμένο στις 26 Οκτωβρίου 1826: «Η Ελλάς απώλεσε πάντα τα πλεονεκτήματα, όσα εκ του δανείου προσεδόκα. Η ελληνική υπόθεσις προεδόθη, και προεδόθη εν Αγγλία. Θα εθριάμβευε σήμερον άνευ της Αγγλίας και του Αγγλικού Χρηματιστηρίου». Αποτυπώνονται και στα όσα έγραφε ο Εϋνάρδος στον Stanhope, υπογραμμίζοντας πως το Φιλελληνικό Κομιτάτο του Λονδίνου όφειλε να διερευνήσει τα της χρήσεως του δανείου, του οποίου η κακή διαχείριση των εξ αυτού προελθόντων χρημάτων «είχε φέρει την Ελλάδα εις τα πρόθυρα της καταστροφής, εν τούτοις όμως η Ελλάς κατηγορείτο ως σπαταλήσασα το δάνειον».
Η υπόθεση της ιστορίας των Δανείων της Ανεξαρτησίας δεν τελείωσε με την υπογραφή των συμβάσεων. Ορισμένοι από τους διαπραγματευτές των Δανείων, ενεπλάκησαν σε δικαστικές διαμάχες ή κατηγορήθηκαν. Το 1824, η ελληνική κυβέρνηση είχε δώσει οδηγίες στους Έλληνες αντιπροσώπους που βρίσκονταν στο Λονδίνο, να φροντίσουν για την προμήθεια οκτώ φρεγατών, κάθε μία εκ των οποίων θα έφερε 18 πυροβόλα. Οι αντιπρόσωποι θεώρησαν πως θα μπορούσαν να βρουν τα πλοία στις ΗΠΑ. Η υπόθεση δεν προχώρησε ομαλώς, οι Αμερικανοί ζητούσαν και άλλα χρήματα και, τελικώς, εστάλη στην Αμερική ο Α. Κοντόσταυλος, έμπορος εγκατεστημένος στο Λονδίνο, έχοντας ως αποστολή να συνάψει δάνειο, ούτως ώστε να ολοκληρωθεί η κατασκευή των δύο φρεγατών ή, έστω, της μίας. Ο Κοντόσταυλος συνάντησε δυσκολίες, έφτασε μέχρι σημείου να ζητήσει ακρόαση από τον Αμερικανό πρόεδρο John Adams, και αποτάθηκε και στον φιλελληνικό κύκλο της Ουάσιγκτον. Η όλη περιπέτεια είχε ως αποτέλεσμα η μια φρεγάτα να φτάσει τελικά στην Ελλάδα, στο Ναύπλιο, τον Νοέμβριο του 1826. Οι ενέργειες του Κοντόσταυλου επικροτήθηκαν από την Κυβέρνηση, αργότερα, όμως έγινε μάρτυρας «κακοβούλων νύξεων και παντοίων διαβολών».
Η Εθνική των Ελλήνων Συνέλευσις είχε αποφασίσει με Ψήφισμα, το οποίο εκδόθηκε στην Επίδαυρο στις 13 Απριλίου 1826, να παύσει «την εν Λονδίνω Επιτροπήν του Δανείου» και να την αντικαταστήσει με άλλη, η οποία θα έπρεπε να παραλάβει ακριβή λογαριασμό από την πρώτη και να υποβάλει στην Επιθεώρηση της Γ΄ Εθνικής Συνελεύσεως «την καθαράν έκθεσιν των επεξεργασθέντων παρ’ αυτής λογαριασμών».

Οι Λουριώτης και Ορλάνδος παρέμειναν στο Λονδίνο ως τις 10 Ιουνίου 1827. Το 1835 κηρύχθηκαν «αλληλεγγύως καθαροί χρεώσται λιρών Στερλινών 28769—17—0 ή δραχμών 809.000:18». Ούτε ο Ζαΐμης, ο οποίος είχε αντικατασταθεί από τον Σπανιολάκη, ούτε ο τελευταίος περιλαμβάνονταν στην απόφαση. Για τη μη συμπερίληψη άλλου ατόμου στις κατηγορίες δεν δινόταν καμία εξήγηση στο έγγραφο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, της 14ης Ιανουαρίου 1835.
Τα πραγματικά χρήματα που εισέπραξε η Ελλάδα ανέρχονταν σε 298.726 λίρες από το πρώτο δάνειο και σε 232.558 από το δεύτερο. Ο Μέντελσον Μπαρτόλδυ υποστηρίζει πως στην Ελλάδα έφτασαν οι 300.000 του πρώτου και οι 600.000 του δεύτερου. Με τα άλλα πληρώθηκαν μεσιτικά, τόκοι, χρεολύσια, προμήθεια «και όπως αλλιώς ονομάζονται συνήθως τα άτιμα μέσα με τα οποία οι τραπεζίτες καλύπτουν τα κέρδη τους και εκμεταλλεύονται την αμάθειαν του πλήθους». Ο Μάουρερ, ο ένας εκ των τριών μελών της Αντιβασιλείας, επί Όθωνος, μιλάει για «πρωτάκουστα ποσά για προμήθειες».

Είναι γεγονός πως τα Δάνεια της Ανεξαρτησίας επιβάρυναν την οικονομία του Ελληνικού κράτους, το οποίο ιδρύθηκε με το πρώτο από τα τρία πρωτόκολλα που υπογράφηκαν στο Λονδίνο στις 3 Φεβρουαρίου 1830 και από τις Συνθήκες που υπογράφηκαν το 1832. Ίσως να μην ήταν δυνατόν να συμβεί το αντίθετο. Σ’ αυτό συνέτρεχαν δύο, κυρίως, λόγοι. Ο πρώτος είχε να κάνει με το ερώτημα εάν δάνεια, που είναι προϊόν διαχείρισης διπλωματικών διαβουλεύσεων από εκπροσώπους επαναστατικών κυβερνήσεων, τις οποίες δεν έχουν αναγνωρίσει ξένα κράτη και συνάφθηκαν από αυτές, μπορούν να γίνουν απαιτητά από τους δανειστές και να βαρύνουν το νεοσύστατο κράτος, προϊόν της επανάστασης. Η απάντηση στο ερώτημα που έχει δώσει ο διεθνολόγος Ν. Πολίτης, είναι κατηγορηματική: «Ότε μια κυβέρνησις, νόμω ή βία, εγκαθίσταται εν τη αρχή, και γίνεται δεκτή ή τουλάχιστον ανεκτή υπό του έθνους, αντιπροσωπεύει την χώραν και υποχρεοί αυτήν δια των πράξεων ας συνάπτει εν ονόματί της, αδιάφορον αν η κυβέρνησις αύτη είναι ή ου ανεγνωρισμένη διπλωματικώς υπό των άλλων Δυνάμεων». Ο δεύτερος λόγος ήταν συνυφασμένος με την αδυναμία αποπληρωμής των ποσών του δανείου από τους Έλληνες εμπολέμους, έστω και μέρος των δανείων, μια και τα οικονομικά τους μέσα ήταν σχεδόν ανύπαρκτα. Εκτός τούτου, τα χρήματα των συγκεκριμένων δανείων διασπαθίσθηκαν σε αλλότριους, εχθρικούς σκοπούς. Επιπλέον, τα χρήματα του πρώτου δανείου και όλα, σχεδόν, του δευτέρου, τα οποία μεταβιβάστηκαν στην Ελλάδα, μετά την εκκαθάριση, κατασπαταλήθηκαν «εις τον υπέρ ηγεμονίας και πρωτείων αγώνα, εχρησίμευσαν δε μόνον όπως περατωθώσιν οι εμφύλιοι πόλεμοι, ους αυτά ταύτα τα δάνεια κατά μέγα μέρος προεκάλεσαν».
Νεότεροι ιστορικοί (Λιγνάδης), έχουν χαρακτηρίσει τα πρώτα ελληνικά εξωτερικά δάνεια, τα οποία έχουν μείνει γνωστά στην Ιστορία, ως «Δάνεια της Ανεξαρτησίας», ως «θεμελιώδεις» συντελεστές της «εξαρτήσεως» του Ελληνικού κράτους από τους ξένους. Παλαιότεροι (Ανδρεάδης), ως «το προοίμιον της εθνικής υμών υποστάσεως». Και οι δύο, συγκαταλέγονται στους ιστορικούς, που ασχολήθηκαν περισσότερο επισταμένα με την πτυχή εκείνη της ελληνικής ιστορίας, σχετική με την προσφυγή στον εξωτερικό δανεισμό για την εξυπηρέτηση των αναγκών του Αγώνα κατά των Οθωμανών, που διεξήγαν οι ηγέτες του υποτυπώδους κρατικού μορφώματος, το οποίο συνέστησαν οι επαναστατημένοι Έλληνες. Ο Λιγνάδης θεωρεί τα «επαναστατικά» δάνεια του 1824 και του 1825, ως την απαρχή για «την μέσω τρίτων ‘ευγενών’ φορέων οικονομικήν αποικιοποίησιν της Ελλάδος»∙ οικονομική αποικιοποίηση, την οποία διερευνά και εξετάζει έως τη δεκαετία του 1930, οπότε σημειώνεται η τέταρτη πτώχευση του Ελληνικού κράτους, οφειλόμενη, εν πολλοίς, στην προηγηθείσα παγκόσμια οικονομική κρίση του 1929. Και τούτο θεμελιώνεται στα όσα αναλύει, όταν υποστηρίζει πως η διαπραγμάτευση των εν λόγω δανείων «περιέχει εν σπέρματι τους λόγους εκ των οποίων ερμηνεύονται αι διαδικασίαι, αι οδηγήσασαι το ελληνικόν κρατίδιον εις την πολιτικήν υποτέλειαν, την διήκουσαν καθ’ όλην την νεωτέραν και νεωτάτην ιστορικήν διαδρομήν αυτού. Η σύναψις των δύο δανείων συνετέλεσεν εις την συγκεκριμενοποίησιν της ελληνικής διχονοίας και των στόχων του εμφυλίου πολέμου, υπεβοήθησε τας πολιτικάς επιδιώξεις και βλέψεις του ξένου παράγοντος, υπήρξεν η μήτρα της κυήσεως των ξενοκίνητων κομματικών πυρήνων και κυρίως εδημιούργησεν την αφετηρίαν του περίφημου Χρέους της Ελλάδος, το οποίον εχρησιμοποίουν οι ξένοι, οσάκις ήθελον να εξαναγκασθή το Έθνος να κύπτη τον αυχένα εις τας επιθυμίας των. Το χρέος τούτο θα εξαναγκασθούν να αντιμετωπίζουν οι Έλληνες μετ’ αισθήματος εθνικής ενοχής επί ένα και πλέον αιώνα και η πλεγματικότης αύτη, η καταλλήλως εμφυτευθείσα έξωθεν, θα διαπλάση μίαν ‘παιδείαν’ χαρακτηρολογικής μειοδοσίας εις τας μετά των ξένων σχέσεις και δοσοληψίας».
Από τους σύγχρονους ιστορικούς, ο Γεώργιος Δερτιλής, υποστηρίζει πως τα δάνεια βοήθησαν στο να αποκτήσει η Βρετανία τον πολιτικό έλεγχο της Ελλάδας. Έναν έλεγχο, ο οποίος μαζί με συγκεκριμένες διατάξεις των Συνθηκών, που οδήγησαν στην εντελή ανεξαρτησία του νεοσύστατου Ελληνικού κράτους και της Συνθήκης του 1864, απέβησαν το προοίμιο της επεμβατικής πολιτικής του Λονδίνου στην Ελλάδα, πολιτική την οποία εφάρμοσαν οι Μεγάλες Δυνάμεις, οι εγγυήτριες της ελληνικής ανεξαρτησίας, υπό την κάλυψη της προστασίας της πολιτικής της ανεξαρτησίας και της εδαφικής της ακεραιότητας, πλείστες φορές στα χρόνια, που ακολούθησαν (π.χ. Κριμαϊκός πόλεμος). Τυπικώς, η επεμβατική αυτή πολιτική τερματίστηκε με τη Συνθήκη των Σεβρών, της 10 ης Αυγούστου 1920, στο Προοίμιο της οποίας οριζόταν η κατάργηση του καθεστώτος Προστασίας. Στην πραγματικότητα, όμως, η Βρετανία συνέχισε να θεωρεί την Ελλάδα ως δορυφόρο της, ως τα τέλη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν εξερχόμενη, εξουθενωμένη και αποδυναμωμένη, από την παγκόσμια, πολεμική αναμέτρηση παρέδωσε τα σκήπτρα στις ΗΠΑ.
Η τραγικότητα της προσφυγής στον εξωτερικό δανεισμό, εκ μέρους της Ελλάδας, είναι πως δεν σταμάτησε ποτέ. Πάντα οι αλλοδαποί φίλοι έβρισκαν την ευκαιρία, εκμεταλλευόμενοι, βέβαια, τις εσωτερικές διαμάχες και έριδες, να δημιουργούν καταστάσεις ανάγκης, τέτοιας φύσης, που δημιουργούσαν τις προϋποθέσεις αναγκαστικής δανειοδότησης. Και ο δανεισμός από τις ξένες χρηματαγορές συνεπέφερε την πολιτική εξάρτηση, με ό, τι αυτό συνεπαγόταν. Βέβαιο, ωστόσο, είναι πως δίχως τα χρήματα από το εξωτερικό, αλλά και δίχως την πολιτική στήριξη των Δυνάμεων, η οποία εκδηλώθηκε, όταν ανέκυψαν οι μεταξύ τους ανταγωνισμοί για τον έλεγχο της περιοχής, ο Αγώνας ίσως, να είχε μείνει ανολοκλήρωτος, ίσως να μην είχε οδηγήσει τους επαναστάτες στην εν μέρει υλοποίηση των εθνικών τους ονείρων και στην πολυπόθητη ίδρυση πλήρως ανεξάρτητου Ελληνικού κράτους.

Ενδεικτική Βιβλιογραφία
Πρωτογενείς Δημοσιευμένες Πηγές
Απολογία Ιωάννου Ορλάνδου και Ανδρέα Λουριώτου εις την κατ’ αυτών απόφασιν του Ελεγκτικού Συνεδρίου περί των εν Λονδίνω Διαπραγματευθέντων δύο Ελληνικών Δανείων κατά το 1824 και 1825, Εν Αθήναις 1839.
Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας 1821-1832. Αι Εθνικαί Συνελεύσεις. Τόμος Πρώτος. Εκδόσεις Βιβλιοθήκης της Βουλής των Ελλήνων, Αθήναι 1971.
Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας μέχρι της Εγκαταστάσεως της Βασιλείας. Τόμος Α΄. Πρώτη Βουλευτική Περίοδος 1822-1823. Επανέκδοσις υπό της Βιβλιοθήκης της Βουλής, Αθήναι 1971.
Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας 1821-1832. «Λυτά Έγγραφα» Α΄ και Β΄ Βουλευτικής
Περιόδου. Τόμος Πρώτος, Εκδόσεις Βιβλιοθήκης της Βουλής των Ελλήνων. Εκ του Εθνικού Τυπογραφείου, Αθήναι 1976.
Αρχεία Ελληνικής Παλιγγενεσίας 1821-1832. «Λυτά Έγγραφα» Α΄ και Β΄ Βουλευτικής Περιόδου. Τόμος Δεύτερος. Εκτελεστικόν. Αθήναι 1977.
Αρχεία Ελληνικής Παλιγγενεσίας 1821-1832. «Λυτά Έγγραφα» Α΄ και Β΄ Βουλευτικής Περιόδου. Τόμος Τέταρτος, Βουλευτικόν Σώμα. Εκδόσεις Βιβλιοθήκης της Βουλής των Ελλήνων. Εκ του Εθνικού Τυπογραφείου, Αθήναι 1979.
Ελληνική Λευκή Βίβλος, An agreement with the Hellenic Government for the convention of the Greek loans of 1824 and 1825, London, 1878.
Εφημερίδες
Ελληνικά Χρονικά (Μεσολόγγι), 15 Μαρτίου 1824.
Δευτερογενής Βιβλιογραφία
Ανδρεάδης Ανδρέας, Ιστορία των Εθνικών Δανείων, Εν Αθήναις 1904.
Βερέμης Θάνος, Γιάννης Κολιόπουλος, Ιάκωβος Μιχαηλίδης, 1821. Η δημιουργία ενός έθνους-κράτους, Αθήνα 2018.
Γεωργής Γιώργος, Στις απαρχές της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, Αθήνα 1995.
Γρηγόριος Δαφνής, Ιωάννης Α. Καποδίστριας. Η γένεση του ελληνικού κράτους, Αθήνα 2018².
Δερτιλής Γεώργιος, «Διεθνείς οικονομικές σχέσεις και πολιτική εξάρτηση: Η ελληνική περίπτωση, 1824-1878», Τα Ιστορικά, 1, (1), 1983, σ. 145-174.
Δερτιλής Γεώργιος, Ιστορία του Ελληνικού Κράτους, 1830-1920, τ. 1-2, τέταρτη έκδοση, Αθήνα 2006.
Δημακόπουλος Γεώργιος, «Κόρινθος «Καθέδρα (Πρωτεύουσα) του Νεοελληνικού Κράτους (Φεβρουάριος-Μάιος 1822)», στο Πρακτικά του Η΄ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών (Κόρινθος 26-28 Σεπτεμβρίου 2008). Αφιέρωμα στην Αιώνια Κόρινθο, Ανάτυπον, Αθήναι 2010, σελ. 261-284.
Διβάνη Λένα, Η Εδαφική Ολοκλήρωση της Ελλάδας (Απόπειρα Πατριδογνωσίας), Αθήνα 1997.
Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Η Ελληνική Επανάσταση και η ίδρυση του Ελληνικού κράτους (1821-1832), Τόμος ΙΒ΄, Αθήνα 1975.
Κλάψης Αντώνης, «Στο κλουβί της Ελλάδος της στενής μας κλεισμένοι». Πολιτική και διπλωματία της ελληνικής εθνικής ολοκλήρωσης 1821-1923, Αθήνα 2019.
Λιγνάδης Τάσος, Το Πρώτον Δάνειον της Ανεξαρτησίας, Αθήναι 1970.
Του ίδιου, Η Ξενική Εξάρτησις κατά την Διαδρομήν του Νεοελληνικού Κράτους (1821-1945). Πολιτική Διαμόρφωσις-Εθνική Γη-Δανειοδότησις, Αθήναι 1975.
Παντελάκης Νίκος, Συμμαχικές Πιστώσεις. Κράτος και Εθνική Τράπεζα (1917-1928), Αθήνα 1988.
Παπαρρηγόπουλος Κωνσταντίνος, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τόμος Ζ, Αθήναι χχε. Πρωτοψάλτης Εμμανουήλ, Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος, τευχ. Β΄, Αθήναι 1970.
Πρωτοψάλτης Εμμανουήλ, Συνοπτική Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως 1821, Αθήναι 1977.
Σκληράκη Εύη, Τα Δάνεια της Εξάρτησης και της Χρεοκοπίας 1824-1940, Αθήνα 2015. Σβορώνος Νίκος, Επισκόπηση της Νεοελληνικής Ιστορίας, Αθήνα 1976.
Τούντα-Φεργάδη Αρετή, «Όψεις της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής από τα τέλη του 18ου αιώνα ώς το Συνέδριο της Βιέννης» στο 175 χρόνια Διπλωματικών Σχέσεων Ελλάδας-Ρωσίας (1828-2003), Αθήνα 2007, σελ. 77-101.
Της ίδιας, Η δανειακή ελληνική εξωτερική πολιτική. Η περίπτωση του δεύτερου προσφυγικού δανείου, 1926-1928, Αθήνα 2009.
Χριστοδουλίδης Θεόδωρος, Διπλωματική Ιστορία τριών αιώνων. Από τη Βιέννη στις Βερσαλλίες, τ. Β΄, Αθήνα 1997.
Dertilis Georgios, «Hiérarchies sociales, capitaux et retard économique en Grèce (XVIIIE- XXE siècle)», στο Actes du 11e Colloque International d’Histoire, T. II, Tirage à part, Athènes 1985, σελ. 302-332.
Driault Édouard et Lhéritier Michel, Histoire Diplomatique de la Grèce de 1821 à nos jours,
Tome Premier. L’Insurrection et l’Indépendance, par Édouard Driault, Paris 1925-1926.
Kofas J., Financial relations of Greece and the Great Powers, 1832-1862, East European Monographs, Νέα Υόρκη 1981.
