Υποδυόμενος τον Ελευθέριο Βενιζέλο στη σκηνή του Θεάτρου. Μια κατάθεση ψυχής

Ο θεατρικός μονόλογος Ο Ελευθέριος Βενιζέλος στη Βουλή των Ελλήνων την άνοιξη του 1932,1 σε σκηνοθεσία και ερμηνεία Μιχάλη Βιρβιδάκη, ανέβηκε τον Μάρτιο 2015 στο θέατρο Κυδωνία στα Χανιά, σε συνεργασία με το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Μελετών «Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος» και παρουσιάστηκε μέχρι και τον Απρίλιο του 2016 σε θέατρα της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης και του Ηρακλείου με αξιοσημείωτη καλλιτεχνική επιτυχία. Επρόκειτο για μια παράσταση-ντοκουμέντο, που χρησιμοποιούσε αυτούσια αποσπάσματα από μια μαραθώνια ομιλία του Ελευθερίου Βενιζέλου στη Βουλή των Ελλήνων, την άνοιξη του 1932. Η συνεδρίαση εκείνη είχε διαρκέσει τρεις διαδοχικές μέρες, κάτι που δείχνει και το έντονο ενδιαφέρον που δημιούργησε η τοποθέτηση του μεγάλου πολιτικού. Ξεκίνησε στις 30 Μαρτίου και ολοκληρώθηκε την 1η Απριλίου. Η Ελλάδα βρισκόταν και τότε στα πρόθυρα χρεωκοπίας. Ο πρωθυπουργός Βενιζέλος ζητάει απ’ όλα τα κόμματα της αντιπολίτευσης να συμπράξουν στη δημιουργία οικουμενικής κυβέρνησης προκειμένου να αντιμετωπισθεί «τελεσφόρως» η οικονομική κρίση στη χώρα και να λάβουν από κοινού τα επώδυνα, πλην αναγκαία, δημοσιοοικονομικά μέτρα λιτότητος για την εξυγίανση της οικονομίας. Και ενώ όλα τα άλλα κόμματα συναινούν, εκείνο της αξιωματικής αντιπολίτευσης, το Λαϊκό Κόμμα, με αρχηγό τον Παναγή Τσαλδάρη, αρνείται τη συνεργασία του, προσδοκώντας ασφαλώς να εισπράξει τα οφέλη της δύσκολης δημοσιοοικονομικής προσαρμογής: να φθαρούν οι άλλοι και να επικρατήσει αυτό! Ο Βενιζέλος αφού απάντησε ένα προς ένα σε όλα τα επιχειρήματα του Τσαλδάρη, πυροδοτεί, στην κυριολεξία, τη συζήτηση στη Βουλή, ανεβάζοντας στα ύψη τη θερμοκρασία της διαδικασίας, καθώς συσχετίζει την αντίδραση αυτή του Λαϊκού Κόμματος, με μία άλλη προηγούμενη αντίδρασή του, όταν «κατά το τέλος του έτους 1920, ενώ είχεν ήδη υπογραφεί η Συνθήκη των Σεβρών και υπελείπετο η εκτέλεσις αυτής, το Λαϊκόν Κόμμα δεν εδέχθη να περιμένη, όπως συμπληρωθή η εκτέλεσις, αλλ’ ηξίωσεν επιμόνως την άμεσον διεξαγωγήν εκλογών». Εκλογές τις οποίες κερδίζει μεν Ηνωμένη Αντιπολίτευσις, αλλά με οδυνηρότατο κόστος για τον Ελληνισμό, την καταστροφή της Σμύρνης και τον ξεριζωμό του Ελληνικού στοιχείου από τα παράλια της Μικράς Ασίας, από την προγονική εκείνη κοιτίδα του Ελληνικού πνεύματος!

Νομίζω ότι καθίσταται προφανές από την εισαγωγή μου, πως η ομιλία του Βενιζέλου, μια ομιλία περί εθνικής πολιτικής, συναντούσε με έναν δραματικό τρόπο, εκείνη την εποχή που αποφασίσαμε να ανεβάσουμε την παράσταση, φθινόπωρο του 2014, τα πολύ πρόσφατα γεγονότα της σύγχρονης πολιτικής ζωής στην Ελλάδα, πράγμα που αξίωνε σχεδόν επιτακτικά μέσα μας τη θεατρική αναψηλάφηση του θέματος και την παρουσίασή του επί σκηνής. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να προσθέσω πως από την πρώτη στιγμή που η Εταιρεία Θεάτρου ΜΝΗΜΗ εγκαταστάθηκε στα Χανιά, δηλαδή 15 σχεδόν χρόνια νωρίτερα, τόσο ως καλλιτεχνικός διευθυντής του θεάτρου Κυδωνία, όσο και ως ηθοποιός, ήθελα πάντα να ασχοληθώ με την προσωπικότητα του Ελευθερίου Βενιζέλου ανεβάζοντας μία παράσταση με αφορμή τον πολυτάραχο πολιτικό του βίο. Κι’ αυτό γιατί, ας μου επιτραπεί ο προσωπικός τόνος στην αφήγησή μου, πάντα πίστευα μέσα από τα διαβάσματά μου, πως είναι ο μόνος Έλληνας πολιτικός (ή εν πάση περιπτώσει από τους ελαχιστότατους) στο σύγχρονο Ελληνικό κράτος που έβαζε την υπόθεση της Ελλάδος πάνω από το στενό προσωπικό ή το κομματικό του συμφέρον. Όταν λοιπόν προέκυψε μια δυνατότητα συνεργασίας με το Ίδρυμα Βενιζέλου στα Χανιά, με αφορμή τα 150 χρόνια από τη γέννηση του Εθνάρχη, ανάμεσα στις άλλες προτάσεις που κατέθεσα ήταν και τα αποσπάσματα της συγκεκριμένης ομιλίας του 1932 υπό μορφή θεατρικού μονολόγου, πρόταση που τελικά επιλέχθηκε από το Ίδρυμα.

«Η σκηνή είναι στη Βουλή των Ελλήνων. Άνοιξη του 1932. Ο τόπος βρίσκεται σε δύσκολη οικονομική κατάσταση. Από το 1929 η μεγάλη κρίση στις Ηνωμένες Πολιτείες έχει αρχίσει να κλονίζει το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα. Η κρίση εξαπλώνεται. Περνάει στην Ευρώπη. Το φθινόπωρο του 1931 η αγγλική λίρα εγκαταλείπει τη χρυσή βάση. Για μια χώρα σαν την Ελλάδα που, ύστερα από μια δεκαετία πολέμων, έχει ακόμη καυτά τα προβλήματα της προσφυγιάς, η κατάσταση γίνεται ασφυκτική. Και η οικονομική κρίση έρχεται προς συζήτηση στη Βουλή σε επίπεδο αρχηγών. Εκεί ο Πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος παίρνει το λόγο. Σε τρεις αλλεπάλληλες συνεδριάσεις, 30, 31 Μαρτίου και 1 Απριλίου 1932.

Οι τρεις αυτές αγορεύσεις παρουσιάζουν, εκεί που δεν το περιμένει κανείς, μια ανασκόπηση, ένα πανόραμα της ελληνικής πολιτικής στα κρίσιμα και επώδυνα χρόνια του Διχασμού και της Μικρασιατικής Καταστροφής. Είναι σαν να βλέπεις μια φωτογραφία της στιγμής, ένα ενσταντανέ της εποχής εκείνης με τον Βενιζέλο στο βήμα, τον αρχηγό του Λαϊκού Κόμματος Παναγή Τσαλδάρη στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Και η συζήτηση φαίνεται να εστιάζεται αρχικά στην ανάγκη να ληφθούν έκτακτα οικονομικά μέτρα για να αποφευχθεί η χρεοκοπία και στην πρόταση του Βενιζέλου για σχηματισμό οικουμενικής κυβέρνησης. Πρόταση που έχει απορρίψει η αντιπολίτευση. Να όμως που όσο προχωρεί η αγόρευση του Βενιζέλου, αυτή η φωτογραφία της στιγμής ζωντανεύει και ξετυλίγεται σαν μια κινηματογραφική ταινία, παίρνει ένα βάθος χρόνου για να πάει πίσω στη Δίκη των Εξ, πιο πίσω στη Μικρασιατική εκστρατεία και πιο πίσω στη μεταπολίτευση του ’20, τις διαπραγματεύσεις της ειρήνης στο Παρίσι το 1919, για να καταλήξει χρόνια νωρίτερα, τότε που άρχισε η σύγκρουση του Βενιζέλου με το Βασιλιά… ».2

Μπορεί να μας χωρίζουν πάνω από ενενήντα χρόνια από το 1932, αλλά οι ομοιότητες των κοινοβουλευτικών ηθών με αυτά που κυριαρχούν σήμερα είναι δυστυχώς ανατριχιαστικές και οδυνηρές…. Και δεν εννοώ ομοιότητες σε κάτι επιφανειακό και επίκαιρο που μπορεί κανείς να διακρίνει με μια πρώτη ματιά συγκρίνοντας την πραγματικότητα που αναδεικνύουν οι αγορεύσεις του Βενιζέλου με το σήμερα, άλλωστε τις αγορεύσεις αυτές τις γνωρίζω και τις μελετώ πολλά χρόνια τώρα. Εννοώ κάτι πολύ βαθύτερο που μας ταλανίζει ως έθνος από τη σύσταση τουλάχιστον του νεότερου Ελληνικού κράτους… Σαν η χώρα να αρνείται την ενηλικίωσή της παραμένοντας διαρκώς στάσιμη σε μια εμβρυακή κατάσταση πολιτικής σκέψης. Η αγόρευση του Βενιζέλου στη Βουλή των Ελλήνων την άνοιξη του 1932 μου επέτρεπε να κάνω μια βουτιά και να φτάσω μέχρι τον πάτο της κακοδαιμονίας αυτού του τόπου.

Η παράσταση στηρίχτηκε πάνω στον ίδιο τον λόγο και τις πληροφορίες που μπορούσε κανείς να αντλήσει από την εκφορά του, τόσο για την εποχή και τα ζητήματα που απασχολούσαν τότε, όσο και προσωπικά για το ίδιο το ομιλούν πρόσωπο. Ο λόγος εμπεριείχε στη συγκρότησή του ένα είδος δραματικότητας, καθότι εξαγγελλόταν σε κρίσιμη ιστορική στιγμή, αλλά και επικαλείτο κρίσιμες περιστάσεις της πρόσφατης ιστορίας. Αυτό που είχε λοιπόν για μένα ως σκηνοθέτη και ερμηνευτή καθοριστική δραματουργική σημασία ήταν να ακουστεί σωστά ο λόγος του Βενιζέλου, πράγμα καθόλου αυτονόητο, γιατί η ελληνική γλώσσα έχει απομακρυνθεί παρασάγγας από την καθαρεύουσα του 1932. Δεν θα ήταν υπερβολή να πω πως επί δύο σχεδόν χρόνια που κράτησαν οι πρόβες και οι παραστάσεις κάθε πρωί, ιδιαίτερα τις ημέρες των παραστάσεων, κλεινόμουν στο δωμάτιό μου και επαναλάμβανα μανιωδώς τα λόγια του κειμένου, ξανά και ξανά, επί πολλές ώρες, μέχρι να καταφέρω να ξεπεράσω τις όποιες δυσκολίες μου επεφύλασσαν η μακροσκελής σύνταξη των προτάσεων, η διατήρηση του αναδιπλασιασμού στους συντελικούς χρόνους των ρημάτων και τόσοι άλλοι παρωχημένοι σήμερα τύποι του καθαρευουσιάνικου λόγου. Από κει και μετά, προσπάθησα να φτιάξω ως ηθοποιός μια φιγούρα που να βρίσκεται όσο γίνεται πιο κοντά στην εικόνα του Βενιζέλου, αλλά και να αναδείξω στοιχεία του χαρακτήρα του, όπου βεβαίως ο ακραιφνής πολιτικός λόγος το επέτρεπε. Οι καθρέπτες και το γραφείο μου, προϊόντος του χρόνου, γέμισαν με φωτογραφίες του από διάφορες φάσεις της ζωής του, με τον οποίον αλληλοκοιταζόμασταν από ένα σημείο και ύστερα ως παλαιοί γνωστοί, για να μην πω καλύτερα ως σύντροφοι εν όπλοις από την εποχή ίσως της επαναστάσεως του Θερίσου, και δεν ήταν λίγες οι μέρες που διέκρινα στο πρόσωπό του εκείνο το γνωστό ευγενικό μειδίαμα με το οποίο άνοιγε αργότερα όλες τις πόρτες της Εσπερίας, ιδιαίτερα όταν η πρόβα ήταν επιτυχής, και αντίθετα, το σκυθρωπό, μελαγχολικό, υγρό βλέμμα του που παρατηρεί κανείς σε μερικές ασπρόμαυρες φωτογραφίες μετά την Καταστροφή του ‘22, όταν η αισιοδοξία μου για την έκβαση της παράστασης κατακρημνιζόταν στα Τάρταρα. Καθοριστικές πινελιές στην τελική εικόνα της παράστασης νομίζω πως έδωσαν ο Χάρτης της Μεγάλης Ελλάδος, πάνω στον οποίο θα εκινείτο ο Βενιζέλος προασπιζόμενος «την πολιτικήν» του και αποκαλύπτοντας τα βαθύτερα αίτια της Μικρασιατικής Καταστροφής, αλλά και οι πολύτιμες φωτογραφίες αρχείου (πολλές από αυτές πρωτοεμφανιζόμενες) που επιμελήθηκε ο κινηματογραφιστής Σταύρος Ψυλλάκης και οι οποίες παρουσιάζονταν εμβόλιμα στην παράσταση.

Δεν ξέρω αν οι αναγνώστες αυτού του κειμένου γνωρίζουν κάτι από την υποκριτική διαδικασία. Τα στάδια που περνά ένας ηθοποιός προκειμένου να υποδυθεί έναν χαρακτήρα στο θέατρο. Δεν θα ήθελα να σας κουράσω με άσκοπες λεπτομέρειες, θέλω απλώς να υπενθυμίσω πως καθοριστικός παράγων, από πλευράς τεχνικής, στο πλάσιμο ενός ρόλου είναι η σωστή λειτουργία της αναπνοής σε σχέση με τα σχήματα λόγου που έχει να επιτελέσει. Καθώς, ως γνωστόν, η ζωοποιός δύναμη του θεάτρου, το «υλικό» της κάθε μεταμόρφωσης, δεν είναι άλλο από αυτόν τον αέρα που αναπνέει ο ηθοποιός και με την εκπνοή τον μετασχηματίζει σε λόγο. Το ζύμωμα αυτό της ανάσας μέσω του διαφράγματος είναι μια αέναη εσωτερική διαδικασία που ο κάθε ηθοποιός δοκιμάζει σε αυτήν την ικανότητά του προκειμένου να δημιουργήσει, να παραστήσει ένα πλάσμα ζωντανό πάνω στη σκηνή. Ο αέρας είναι το υλικό της δουλειάς ενός ηθοποιού, ακριβώς όπως το μάρμαρο είναι το υλικό της δουλειάς ενός γλύπτη.

Όμως το πλάσμα αυτό, το πλάσμα που επεξεργάζεται υποκριτικά ο ηθοποιός, είναι σχεδόν πάντα ένα φανταστικό πρόσωπο, προϊόν της δραματουργικής φαντασίας ενός Αισχύλου, ενός Σαίξπηρ ή ενός Γκαίτε. Μιλάμε συνήθως για την ερμηνεία του Ορέστη από τον τάδε ηθοποιό, του Άμλετ ή του Φάουστ, όλα τους πρόσωπα φανταστικά, που ποτέ δεν μετείχαν της ίδιας της ζωής, αποκυήματα της δημιουργικής φαντασίας του συγγραφέα τους, προικισμένα με έναν λόγο αληθοφανή μεν, πλην όμως επινοημένο με ποιητικά κριτήρια, υποθετικό, ψεύτικο, που καθίσταται αληθινός μόνον σε εκείνες τις εξαιρετικές στιγμές που ένας ηθοποιός τού δανείζει ανάσα από την ανάσα του, φωνή από τη φωνή του και λόγο από τον λόγο του. Τί γίνεται όμως όταν ο ηθοποιός καλείται να ερμηνεύσει επί σκηνής έναν λόγο πραγματικό, έναν λόγο που ανήκει σε ένα υπαρκτό πρόσωπο του παρελθόντος; Έναν λόγο που εκφωνήθηκε κάποτε μπροστά σε ακροατήριο και που με κάποιο τρόπο έφτασε ως εμάς καταγεγραμμένος σε όλες τις λεπτομέρειές του; Να μιλήσει έναν προφορικό διάπυρο ελληνικό λόγο με όλες τις εξάρσεις και τις υφέσεις ενός προσώπου που δονείται σύγκορμο από τη συγκίνηση μιας αδικίας που στιγματίζει αυτόν και την πατρίδα του; Να εκφέρει λέξεις, προτάσεις, σχήματα λόγου που εμπεριέχουν στο νόημά τους τη λειτουργία της ανάσας του ομιλούντος προσώπου; Να ταυτίσει μία προς μία τις ανάσες του, με τις ανάσες του προσώπου που παρασταίνει πάνω στη σκηνή; Να σαρκώσει τις λέξεις του ακολουθώντας, θέλοντας και μη, τις ανάσες του πρώτου ομιλούντος; Πού αλήθεια, σε αυτή την περίπτωση, σταματάει η υποκριτική διαδικασία και που αρχίζει η ενσάρκωση του ρόλου;

Δεν γνωρίζω αληθινά. Το μόνο που μπορώ να πω είναι πως κάθε βράδυ, όταν κατά την ανάγνωση του τηλεγραφήματος του διπλωμάτη Άθω Ρωμάνου συναντούσα εκείνη τη φράση του Βενιζέλου όπου προσπαθεί να δικαιολογήσει στους Συμμάχους τα αδικαιολόγητα του Ελληνικού λαού σε σχέση με την επαναφορά του Βασιλέως Κωνσταντίνου το 1920, λέγοντας το απίθανο «ότι παρά την επελθούσαν παρ’ ημίν μεταβολήν του πολιτεύματος, οφειλομένην εις λόγους εσωτερικής φύσεως, η Ελλάς εν τω μέλλοντι…». Κάθε φορά, λοιπόν, κάτι μέσα μου έσπαζε, διαλυόταν σε πολλά μικρά κομματάκια και δεν ήξερα, ούτε κατάλαβα ποτέ αν ο ήχος εκείνος προερχόταν από τη φωνή μου ή από τη φωνή κάποιου άλλου ανθρώπου, βαθιά κρυμμένου μέσα στην ανάσα μου, πίσω από το προπέτασμα της σκηνής, πολύ μακριά από τις συμβάσεις του επαγγέλματος και τα χειροκροτήματα μιας καθώς πρέπει υποκριτικής διαδικασίας…3

  1. Το κείμενο της παράστασης με τα αποσπάσματα των αγορεύσεων του Ελευθέριου Βενιζέλου βασίστηκε στο φυλλάδιο που εκτυπώθηκε από το Εθνικό Τυπογραφείο το 1932, κατόπιν αποφάσεως της Βουλής κατά τη ΝΑ’ Συνεδρίαση της 1ης Απριλίου του ιδίου έτους. ↩︎
  2. Το απόσπασμα προέρχεται από τον πρόλογο του Βύρωνα Θεοδωρόπουλου της έκδοσης Ελευθέριος Βενιζέλος, τρεις αγορεύσεις, εκδ. Ευρασία, Αθήνα 2000. ↩︎
  3. Σκηνοθεσία παράστασης, προσαρμογή κειμένων και ερμηνεία του ρόλου του Ελευθέριου Βενιζέλου: Μιχάλης Βιρβιδάκης. Βοηθoί σκηνοθέτη: Ρίτα Μαρτσάκη και Αιμίλιος Καλογερής. Bίντεο παράστασης: Σταύρος Ψυλλάκης. Σκηνικά και κοστούμια: Ξανθή Κόντου. Συνθέσεις ήχων: Δημήτρης Ιατρόπουλος. Φωτισμοί: Μαρία Μπαλαντίνου και Γιώργος Πέντες. ↩︎

ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ:
Θέατρο Κυδωνία, Χανιά, 27 Μαρτίου – 31 Μαΐου 2015, 30 – 31 Οκτωβρίου, 1 Νοεμβρίου 2015
Ιστορικό Μουσείο Κρήτης, Ηράκλειο, 8, 9 Μαΐου 2015
Θέατρο της Οδού Κυκλάδων, Αθήνα 9 – 11 Οκτωβρίου 2015
Θέατρο Αυλαία, Θεσσαλονίκη 6 – 10 Απριλίου 2016
Δημοτικό Θέατρο Νέας Σμύρνης Γαλαξίας, Αθήνα, 22, 23 Απριλίου 2016

Avatar photo
Μιχάλης Βιρβιδάκης

Ο Μιχάλης Βιρβιδάκης είναι ηθοποιός, σκηνοθέτης και θεατρικός συγγραφέας.

Άρθρα: 1